Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31480-31500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30802μεταξουργόςμε-τα-ξουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παρωχ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται μετάξι. Βλ. -ουργός1.
30803μεταξοΰφαντος, η, ο με-τα-ξο-ΰ-φα-ντος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): μεταξένιος, μεταξωτός: ~ο: μαντήλι. ~α: υφάσματα.
30804μεταξοϋφαντουργίαμε-τα-ξο-ϋ-φα-ντουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική παραγωγής μεταξωτών υφασμάτων και ο αντίστοιχος βιομηχανικός κλάδος. Πβ. μεταξουργία. Βλ. σηροτροφία.
30805μεταξύμε-τα-ξύ πρόθ. & (οικ.) αναμεταξύ 1. (+ γεν.) δηλώνει θέση ή διάστημα που βρίσκεται εντός δύο τοπικών, χρονικών ή ποσοτικών ορίων: ~ ουρανού και θάλασσας.|| ~ δύο αιώνων. Οι αγώνες θα διεξαχθούν ~ της 15ης Σεπτεμβρίου και 1ης Οκτωβρίου.|| Η θερμοκρασία θα κυμανθεί μεταξύ 20 και 25 βαθμών Κελσίου. Το παιχνίδι αυτό προορίζεται για παιδιά ~ πέντε και έντεκα χρόνων (= από ... έως ...). 2. (+ γεν., συχνά + αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας) για να γίνει αναφορά σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα, μέρη, πράγματα: ισότητα ~ ανδρών και γυναικών. Υπογράφτηκε συμφωνία ~ των δύο χωρών. Τα βρήκαν/τσακώθηκαν ~ τους. (για δήλωση αλληλοπάθειας) Αγαπιούνται πολύ ~ τους (= αλληλοαγαπιούνται). ~ αγνώστων αισθάνομαι άβολα. Δεν έχουν τίποτα κοινό ~ τους.|| Δεν μπορώ να επιλέξω ~ των δύο. Είναι ~ των πρώτων χωρών που ... (: συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες που ...)|| Το έργο είναι κάτι ~ τραγωδίας και κωμωδίας (: έχει στοιχεία και από τα δύο είδη).|| (ως επίθ.) Ο ~ μας αγώνας/ανταγωνισμός/διάλογος. Η ~ τους επικοινωνία/σχέση. Το ~ τους παιχνίδι. Οι ~ τους διαφορές. Πβ. ανάμεσα, συνα~. ● ΦΡ.: εντωμεταξύ/στο μεταξύ 1. όσο γίνεται, εκτελείται κάτι, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα: Θα φύγουμε σε δυο ώρες. ~ μπορείς να κάνεις ένα μπάνιο. 2. ωστόσο, όμως: Μας κατηγορούσε, εμείς ~ δεν ξέραμε τίποτα για το θέμα., μεταξύ μας: όταν λέμε κάτι εμπιστευτικά σε κάποιον ή για να δηλωθεί οικειότητα: ~ ~, του είπα ψέματα ότι ...|| Έλα, πες μου, ~ ~ είμαστε. [< γαλλ. entre nous] , μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας: στο μεταίχμιο, σε οριακό σημείο: Ακροβατεί/βρίσκεται/παραπαίει ~ ~. ΣΥΝ. στην κόψη του ξυραφιού, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, εν μέσω (δύο) πυρών βλ. πυρ, θα/να/ας μείνει ανάμεσά μας/μεταξύ μας βλ. ανάμεσα, μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος, μεταξύ ζωής και θανάτου βλ. ζωή, μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια βλ. κατεργάρης, κατεργάρα, μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης/ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, μεταξύ σοβαρού και αστείου βλ. σοβαρός, μεταξύ σφύρας και άκμονος/άκμονα βλ. άκμονας, μεταξύ τυρού και αχλαδιού βλ. τυρός [< αρχ. μεταξύ]
30806μεταξωτός, ή, ό με-τα-ξω-τός επίθ.: που είναι φτιαγμένος από μετάξι: ~ή: γραβάτα/εσάρπα/κλωστή/μουσελίνα. ~ό: μαντίλι/πουκάμισο/σιφόν/ύφασμα (βλ. ταφτάς)/(νυφικό) φόρεμα (βλ. σατέν, σουά σοβάζ)/φουλάρι. ΣΥΝ. μεταξένιος (2) ● Ουσ.: μεταξωτά (τα): ρούχα, υφάσματα ή άλλα είδη από μετάξι. Πβ. κουκουλάρικα. ● ΦΡ.: πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες βλ. φύκια, τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους/και μεταξωτούς κώλους βλ. βρακί [< μτγν. μεταξωτός]
30807μεταολυμπιακός, ή, ό με-τα-ο-λυ-μπι-α-κός επίθ.: (συχνά με αναφορά στη διοργανώτρια πόλη) που σχετίζεται με την περίοδο που ακολουθεί μία Ολυμπιάδα: ~ός: τουρισμός. ~ή: αξιοποίηση/χρήση (των ολυμπιακών εγκαταστάσεων). || ~ή: κατάθλιψη/μελαγχολία. ● επίρρ.: μεταολυμπιακά [< αγγλ. post-olympic]
30808μεταπαγετώδης, ης, ες με-τα-πα-γε-τώ-δης επίθ. (επιστ.): που ακολουθεί μια παγετώδη εποχή: ~ης: άνοδος (της στάθμης της θάλασσας)/εξέλιξη (ενός δάσους)/περίοδος (βλ. Ολόκαινο). [< γαλλ. postglaciaire]
30809μεταπαραγωγικός, ή, ό με-τα-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που έπεται της παραγωγής (ενός προϊόντος): ~ή: διαδικασία. Σε ~ό στάδιο ... Βλ. -παραγωγικός.
2570Μεταπειθεται

, η, ο [ἀμετάπειστος] α-με-τά-πει-στος επίθ. (λόγ.): που εμμένει στις θέσεις του και δεν αλλάζει γνώμη, δεν μεταπείθεται: Δείχνει/στάθηκε ~. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη/να τον αποτρέψω, αλλά είναι/παραμένει ~. Εμφανίζεται ~η στην απόφασή της να .../στο θέμα του ... Πβ. αδιάλλακτος, άκαμπτος, ανένδοτος, ανυποχώρητος. Βλ. αγύριστο κεφάλι, ξεροκέφαλος. ● επίρρ.: αμετάπειστα [< αρχ. ἀμετάπειστος]

30810μεταπείθωμε-τα-πεί-θω ρ. (μτβ.) {μετέπει-σα, μεταπεί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί}: πείθω κάποιον να αλλάξει άποψη: Προσπάθησαν να τον ~σω, αλλά άδικα/μάταια. Τελικά δεν ~στηκε. [< αρχ. μεταπείθω]
30811μεταπελευθερωτικός, ή, ό με-τα-πε-λευ-θε-ρω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο μετά την απελευθέρωση μιας χώρας (ιδ. μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο): ~ή: Ελλάδα/κυβέρνηση. ~ό: καθεστώς. Στα ~ά χρόνια ... Πβ. μεταπολεμικός. Βλ. προπολεμικός.
30812μεταπήδησημε-τα-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) (+ σε) 1. (μτφ.) αλλαγή πεποίθησης, ιδεολογίας, κατάστασης, ρόλου: ~ήσεις βουλευτών/ψηφοφόρων από ένα κόμμα σε άλλο. Πβ. απο-σκίρτηση, -στασία, -χώρηση, απόσχιση. 2. (κυριολ., επιστ.) μεταβολή θέσης: ~ ηλεκτρονίου/ιού (από ζώο στον άνθρωπο). Πβ. μετάβαση. [< μτγν. μεταπήδησις ‘άλμα’]
30813μεταπηδώ[μεταπηδῶ] με-τα-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {μεταπηδ-άς ... | μεταπήδ-ησα, -ήσω, -ώντας} (+ σε) 1. (μτφ.) αλλάζω πεποίθηση, ιδεολογία, κατάσταση, ρόλο: ~ησε από την υποκριτική στον πολιτικό στίβο. Πβ. αποσκιρτώ, αποστατώ, αποσχίζομαι, αποχωρώ, μετακινούμαι. 2. (κυριολ., επιστ.) μεταβάλλω τη θέση μου: Τα ηλεκτρόνια ~ούν από ένα σώμα σε άλλο (βλ. ηλεκτρίζω). Ο ιός ~ησε από τα πουλιά στους ανθρώπους. Βλ. μεταβαίνω. [< μτγν. μεταπηδῶ ‘χοροπηδώ, πηγαίνω από μια φιλοσοφική σχολή σε άλλη’]
30814μεταπίπτωμε-τα-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {μετέπε-σε, μεταπέ-σει} (+ σε) (λόγ.): περιέρχομαι σε νέα κατάσταση, θέση ή μορφή, συχνά χειρότερη από την αρχική· γενικότ. μεταβάλλομαι: Η δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη ~ει σε αναρχία. [< αρχ. μεταπίπτω]
30815μεταπλάθωμε-τα-πλά-θω ρ. (μτβ.) {μετέπλα-σα, μεταπλά-σω, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -στεί (λόγ. -σθεί), μεταπλάθ-οντας, μεταπλα-σμένος} & μεταπλάσσω: δημιουργώ κάτι ξανά, μεταβάλλοντας τη μορφή, τη σύνθεση ή σύστασή του: Η συγγραφέας ~ει (= μετουσιώνει) απλά καθημερινά θέματα σε λογοτεχνία. Αρκετά παγανιστικά έθιμα αφομοιώθηκαν και ~στηκαν από τον χριστιανισμό. Πβ. μετα-μορφώνω, -στρέφω, -σχηματίζω, -τρέπω. Βλ. αναπλάθω. [< αρχ. μεταπλάσσω]
30816μετάπλασημε-τά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) εκ νέου δημιουργία με μεταβολή της μορφής, της σύνθεσης ή της σύστασης: λογοτεχνική/ποιητική/ρομαντική ~ ενός μύθου/της πραγματικότητας. Εικαστικές/ψηφιακές ~άσεις ζωγραφικών έργων. Πβ. μετα-μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή. Βλ. ανάπλαση. ΣΥΝ. μεταπλασμός (2) 2. ΙΑΤΡ. μεταπλασία. [< μτγν. μετάπλασις]
30817μεταπλασίαμε-τα-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ανώμαλη μεταβολή ενός τύπου ώριμου ιστού σε άλλο: εντερική/επιθηλιακή/μυελοειδής/πλακώδης ~. Βλ. α-, δυσ-, νεο-, υπερ-, υπο-πλασία. ΣΥΝ. μετάπλαση (2) [< μτγν. μετάπλασις 'μεταπλασμός', γαλλ. métaplasie, αγγλ. metaplasia]
30818μεταπλασμόςμε-τα-πλα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. μορφολογική μεταβολή της δομής ονομάτων και ρημάτων με σκοπό την εξομάλυνση της κλίσης τους: ο ~ του "αξιώ" σε "αξιώνω". Βλ. αναλογία. 2. (σπάν.) μετάπλαση. [< μτγν. μεταπλασμός, αγγλ. metaplasm]
30819μεταπλαστικός, ή, ό με-τα-πλα-στι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μεταπλασία ή οφείλεται σε αυτή: ~ός: πολύποδας. ~ό: επιθήλιο/καρκίνωμα (του μαστού). Βλ. δυσ-, υπερ-, υπο-πλαστικός, νεοπλασματικός. 2. που συμβάλλει στη μετάπλαση: ~ή: δύναμη (της αγάπης). Πβ. μετα-μορφωτικός, -σχηματιστικός. Βλ. αναπλαστικός. [< μτγν. μεταπλαστικός 1: αγγλ. metaplastic]
30820μεταπλαστός, ή, ό με-τα-πλα-στός επίθ.: μεταβλητός. Μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεταπλαστά ονόματα: ΓΛΩΣΣ. (στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα) που το θέμα τους μεταβάλλεται κατά την κλίση: Τα ουσιαστικά γόνυ, ύδωρ, φρέαρ είναι ~ ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.