Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31500-31520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30821μεταπληροφορίεςμε-τα-πλη-ρο-φο-ρί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΠΛΗΡΟΦ. πληροφορίες που αναφέρονται σε άλλες πληροφορίες. Πβ. μεταδεδομένα. [< αγγλ. metainformation]
30822μεταποίησημε-τα-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μηχανικός ή χημικός μετασχηματισμός πρώτων υλών και ακατέργαστων προϊόντων σε αγαθά ή εμπορεύματα· η αντίστοιχη οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί κλάδο του δευτερογενούς τομέα (παραγωγής): ~ γεωργικών προϊόντων/τροφίμων. Πρώτη ~ αλουμινίου. Δείκτης ~ης. Βλ. βιομηχανία, βιοτεχνία, τριτογενής τομέας. 2. {κυρ. στον πληθ.} (για παλιά συνήθ. ρούχα) τροποποίηση, μεταβολή (ως προς τη μορφή): ~ήσεις ενδυμάτων. Πβ. επιδιόρθωση. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. μεταποίησις 'μετατροπή', αγγλ. processing]
30823μεταποιητήςμε-τα-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κάνει μεταποίηση: πρώτος ~. ~ές αγροτικών/βιολογικών προϊόντων. Βλ. εισαγωγέας, έμπορος, εξαγωγέας, παραγωγός, τυποποιητής. [< αρχ. μεταποιητής 'αυτός που μεταβάλλει κάτι΄, αγγλ. processor]
30824μεταποιητικός, ή, ό με-τα-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στη μεταποίηση: ~ός: κλάδος/τομέας (πβ. δευτερογενής). ~ή: βιομηχανία/δραστηριότητα/οικονομία/παραγωγή. ~ές: επιχειρήσεις/μονάδες. ~ά: προϊόντα. Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. μεταποιητικός, αγγλ. manufacturing]
30825μεταποιώ[μεταποιῶ] με-τα-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μεταποι-είς ... | μεταποί-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. ΟΙΚΟΝ. (για φυσικό ή νομικό πρόσ.) κάνω μεταποίηση: ~ημένα: (αγροτικά) προϊόντα/τρόφιμα. Η εταιρεία ~εί και εμπορεύεται ... Βλ. εισ-, εξ-, παρ-άγω, τυποποιώ. 2. τροποποιώ, μεταβάλλω: (για παλιά συνήθ. ρούχα) ~εί γούνες και δερμάτινα σύνολα. Βλ. επιδιορθώνω.|| Άχρηστα υλικά μπορούν να ~ηθούν (= μετα-μορφωθούν, -σκευαστούν, -τραπούν) σε χρήσιμα αντικείμενα. Βλ. -ποιώ. [< αρχ. μεταποιῶ ‘δίνω διαφορετικά χαρακτηριστικά’, γαλλ. transformer]
30826μεταπολεμικός, ή, ό με-τα-πο-λε-μι-κός επίθ.: που υπάρχει ή συμβαίνει ύστερα από έναν πόλεμο, κυρ. μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Η ~ή Ελλάδα. ~ό: κράτος. Το μεταναστευτικό ρεύμα κατά τη ~ή περίοδο/στα ~ά χρόνια/στις πρώτες ~ές δεκαετίες. Πβ. μεταπελευθερωτικός.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ή: πεζογραφία. ~οί: συγγραφείς. Δεύτερη/πρώτη ~ή γενιά (ενν. πεζογράφων/ποιητών). Βλ. μεσοπολεμικός. ΑΝΤ. προπολεμικός (1) ● επίρρ.: μεταπολεμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. postwar]
30827μεταπόλεμοςμε-τα-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): χρονικό διάστημα που ακολουθεί έναν πόλεμο, ιδ. η περίοδος μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Βλ. μεσοπόλεμος. [< αγγλ. post-war, 1944]
30828μετάπολημε-τά-πο-λη ουσ. (θηλ.): μεγάλης κλίμακας δίκτυο ετερογενών συνήθ. περιοχών και πόλεων, που δεν βρίσκονται απαραίτητα σε άμεση γειτνίαση και οι οποίες συνδέονται και λειτουργούν συμπληρωματικά, περιλαμβάνοντας πολλές μητροπολιτικές ζώνες: η ~ των νησιών του Αιγαίου. Βλ. παγκοσμιοποίηση. [< γαλλ. metapolis]
30829μεταπολίτευσημε-τα-πο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. μεταβολή του πολιτεύματος· (συνήθ. με κεφαλ. Μ) η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1974 και συνεκδ. η περίοδος που ακολουθεί: η γενιά της ~ης. Το φοιτητικό κίνημα στη ~. Τα πολιτικά κόμματα μετά τη ~. Βλ. δικτατορία, χούντα.
30830μεταπολιτευτικός, ή, ό με-τα-πο-λι-τευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταπολίτευση: ~ή: δημοκρατία/Ελλάδα/ιστορία. ~ές: εκλογές/κυβερνήσεις. ● επίρρ.: μεταπολιτευτικά
30831μεταπολιτικήμε-τα-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) ΦΙΛΟΣ.-ΠΟΛΙΤ. 1. επιστημονική μελέτη της φύσης, των στόχων και των μεθόδων της πολιτικής θεωρίας. 2. μοντέρνα πολιτική που αντιτίθεται στην παραδοσιακή άσκησή της. [< γαλλ. métapolitique, αγγλ. metapolitics]
30832μεταπολιτικός, ή, ό με-τα-πο-λι-τι-κός επίθ. ΦΙΛΟΣ.-ΠΟΛΙΤ.: που αναφέρεται στη μεταπολιτική. [< γαλλ. métapolitique, αγγλ. metapolitical, γερμ. metapolitisch]
30833μεταπράτηςμε-τα-πρά-της ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, που αγοράζει κάτι και το πουλά εκ νέου σε υψηλότερη τιμή: ~ βιβλίων/τεχνολογίας. ΣΥΝ. μεταπωλητής. Βλ. λιανοπωλητής, μεσάζων.|| (ως επίθ.) ~ες έμποροι.|| (κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ες αξιών/ιδεών/ονείρων. [< μτγν. μεταπράτης]
30834μεταπράτησημε-τα-πρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μεταπώληση. Βλ. εμπόριο.
30835μεταπρατικός, ή, ό με-τα-πρα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον μεταπράτη ή τη μεταπράτηση: ~ός: χαρακτήρας (μιας χώρας). ~ή: αστική τάξη/οικονομία. ~ό: εμπόριο. Βλ. διαμετακομιστικός.
30836μεταπρατισμόςμε-τα-πρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. η πρακτική του μεταπράτη· μεταπράτηση: οικονομικός ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πνευματικός ~. ~ ιδεών. Βλ. -ισμός.
30837μεταπτυχιακός, ή, ό με-τα-πτυ-χι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στις σπουδές ή την περίοδο μετά την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: ~ή: διατριβή/εκπαίδευση/εργασία. ~ό: δίπλωμα ειδίκευσης (ΜΔΕ)/σεμινάριο. ~ός κύκλος/τίτλος σπουδών. Διατμηματικό ~ό πρόγραμμα του Τμήματος ... Διδάσκει σε ~ό επίπεδο. Πβ. προδιδακτορικός. Βλ. διδακτορικός, (προ)πτυχιακός. ● Ουσ.: μεταπτυχιακό (το): πρόγραμμα πανεπιστημιακών σπουδών που παρακολουθεί κάποιος μετά την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης· το αντίστοιχο δίπλωμα. Πβ. μάστερ1. Βλ. MA, MBA. Msc, Mtech., μεταπτυχιακός, μεταπτυχιακή (ο/η) (προφ.): ενν. φοιτητής, φοιτήτρια. [< αγγλ. post-graduate]
30838μετάπτωσημε-τά-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μετάβαση από μια θέση σε άλλη, αλλαγή κατάστασης: απότομη/αυτόματη/σταδιακή ~. ~ από την ευτυχία στη δυστυχία. ~ώσεις στην απόδοση/στη διάθεση ενός ατόμου. Εμφανίζει/έχει συχνά συναισθηματικές/ψυχολογικές ~ώσεις. Οι ~ώσεις της ζωής. Βλ. διακύμανση.|| ~ώσεις του κλίματος.|| (ΙΑΤΡ.) Ορμονικές ~ώσεις. || (ΦΥΣ.) ~ του ατόμου. 2. ΓΛΩΣΣ. (στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες) μεταβολή του φωνήεντος των μορφημάτων (της ρίζας, του θέματος, των καταλήξεων, των προσφυμάτων) κατά την παραγωγή και σύνθεση των λέξεων. || σημασιολογική ~. 3. ΜΗΧΑΝ.-ΑΣΤΡΟΝ. αργή κωνική κίνηση του άξονα περιστροφής ενός σώματος (π.χ. της Γης). 4. ΓΕΩΛ. μετατόπιση ή βύθιση προς τα κάτω των γεωλογικών στρωμάτων που έχουν διαρραγεί· συνεκδ. ρήγμα: ~ώσεις στον στερεό φλοιό της Γης. Βλ. -πτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης & μεταβατικά στοιχεία: ΧΗΜ. ομάδα μεταλλικών στοιχείων (π.χ. σίδηρος, ψευδάργυρος, νικέλιο, χρώμιο) με ηλεκτρόνια σθένους σε δύο στιβάδες αντί για μία, που χρησιμοποιούνται σε πολλά κράματα και σχηματίζουν συχνά έγχρωμες ενώσεις. [< αγγλ. transition elements] , υαλώδης μετάπτωση: ΧΗΜ. μετατροπή ενός σκληρού, υαλώδους πολυμερούς σε μαλακό, ελαστικό υλικό με μεταβολή της θερμοκρασίας. [< αγγλ. glass transition] , μετάπτωση των ισημεριών βλ. ισημερία [< 1: αρχ. μετάπτωσις, αγγλ. transition 2: μτγν. μετάπτωσις, γερμ. Ablaut 3: γαλλ. précession 4: γαλλ. faille]
30839μεταπτωτικός, ή, ό με-τα-πτω-τι-κός επίθ. 1. ΘΕΟΛ. που αναφέρεται στην περίοδο μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο: ~ός: άνθρωπος/κόσμος. ~ή: κατάσταση. ΑΝΤ. προπτωτικός 2. που σχετίζεται με τη μετάπτωση (σημ. 2,3,4): (ΓΛΩΣΣ.) ~ές βαθμίδες.|| (ΓΕΩΛ.) ~ά ρήγματα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.-ΜΗΧΑΝ.) ~ή κίνηση.|| (ΧΗΜ.) ~ά μέταλλα. [< μτγν. μεταπτωτικός 'ευμετάβλητος']
30840μεταπύργιομε-τα-πύρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: τμήμα τείχους μεταξύ δύο πύργων ή προμαχώνων. (κ. ως επίθ.) ~α: διαστήματα/τμήματα. [< αρχ. μεταπύργιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.