| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30807 | μεταολυμπιακός | , ή, ό με-τα-ο-λυ-μπι-α-κός επίθ.: (συχνά με αναφορά στη διοργανώτρια πόλη) που σχετίζεται με την περίοδο που ακολουθεί μία Ολυμπιάδα: ~ός: τουρισμός. ~ή: αξιοποίηση/χρήση (των ολυμπιακών εγκαταστάσεων). || ~ή: κατάθλιψη/μελαγχολία. ● επίρρ.: μεταολυμπιακά [< αγγλ. post-olympic] | |
| 30808 | μεταπαγετώδης | , ης, ες με-τα-πα-γε-τώ-δης επίθ. (επιστ.): που ακολουθεί μια παγετώδη εποχή: ~ης: άνοδος (της στάθμης της θάλασσας)/εξέλιξη (ενός δάσους)/περίοδος (βλ. Ολόκαινο). [< γαλλ. postglaciaire] | |
| 30809 | μεταπαραγωγικός | , ή, ό με-τα-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που έπεται της παραγωγής (ενός προϊόντος): ~ή: διαδικασία. Σε ~ό στάδιο ... Βλ. -παραγωγικός. | |
| 2570 | Μεταπειθεται | , η, ο [ἀμετάπειστος] α-με-τά-πει-στος επίθ. (λόγ.): που εμμένει στις θέσεις του και δεν αλλάζει γνώμη, δεν μεταπείθεται: Δείχνει/στάθηκε ~. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη/να τον αποτρέψω, αλλά είναι/παραμένει ~. Εμφανίζεται ~η στην απόφασή της να .../στο θέμα του ... Πβ. αδιάλλακτος, άκαμπτος, ανένδοτος, ανυποχώρητος. Βλ. αγύριστο κεφάλι, ξεροκέφαλος. ● επίρρ.: αμετάπειστα [< αρχ. ἀμετάπειστος] | |
| 30810 | μεταπείθω | με-τα-πεί-θω ρ. (μτβ.) {μετέπει-σα, μεταπεί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί}: πείθω κάποιον να αλλάξει άποψη: Προσπάθησαν να τον ~σω, αλλά άδικα/μάταια. Τελικά δεν ~στηκε. [< αρχ. μεταπείθω] | |
| 30811 | μεταπελευθερωτικός | , ή, ό με-τα-πε-λευ-θε-ρω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο μετά την απελευθέρωση μιας χώρας (ιδ. μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο): ~ή: Ελλάδα/κυβέρνηση. ~ό: καθεστώς. Στα ~ά χρόνια ... Πβ. μεταπολεμικός. Βλ. προπολεμικός. | |
| 30812 | μεταπήδηση | με-τα-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) (+ σε) 1. (μτφ.) αλλαγή πεποίθησης, ιδεολογίας, κατάστασης, ρόλου: ~ήσεις βουλευτών/ψηφοφόρων από ένα κόμμα σε άλλο. Πβ. απο-σκίρτηση, -στασία, -χώρηση, απόσχιση. 2. (κυριολ., επιστ.) μεταβολή θέσης: ~ ηλεκτρονίου/ιού (από ζώο στον άνθρωπο). Πβ. μετάβαση. [< μτγν. μεταπήδησις ‘άλμα’] | |
| 30813 | μεταπηδώ | [μεταπηδῶ] με-τα-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {μεταπηδ-άς ... | μεταπήδ-ησα, -ήσω, -ώντας} (+ σε) 1. (μτφ.) αλλάζω πεποίθηση, ιδεολογία, κατάσταση, ρόλο: ~ησε από την υποκριτική στον πολιτικό στίβο. Πβ. αποσκιρτώ, αποστατώ, αποσχίζομαι, αποχωρώ, μετακινούμαι. 2. (κυριολ., επιστ.) μεταβάλλω τη θέση μου: Τα ηλεκτρόνια ~ούν από ένα σώμα σε άλλο (βλ. ηλεκτρίζω). Ο ιός ~ησε από τα πουλιά στους ανθρώπους. Βλ. μεταβαίνω. [< μτγν. μεταπηδῶ ‘χοροπηδώ, πηγαίνω από μια φιλοσοφική σχολή σε άλλη’] | |
| 30814 | μεταπίπτω | με-τα-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {μετέπε-σε, μεταπέ-σει} (+ σε) (λόγ.): περιέρχομαι σε νέα κατάσταση, θέση ή μορφή, συχνά χειρότερη από την αρχική· γενικότ. μεταβάλλομαι: Η δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη ~ει σε αναρχία. [< αρχ. μεταπίπτω] | |
| 30815 | μεταπλάθω | με-τα-πλά-θω ρ. (μτβ.) {μετέπλα-σα, μεταπλά-σω, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -στεί (λόγ. -σθεί), μεταπλάθ-οντας, μεταπλα-σμένος} & μεταπλάσσω: δημιουργώ κάτι ξανά, μεταβάλλοντας τη μορφή, τη σύνθεση ή σύστασή του: Η συγγραφέας ~ει (= μετουσιώνει) απλά καθημερινά θέματα σε λογοτεχνία. Αρκετά παγανιστικά έθιμα αφομοιώθηκαν και ~στηκαν από τον χριστιανισμό. Πβ. μετα-μορφώνω, -στρέφω, -σχηματίζω, -τρέπω. Βλ. αναπλάθω. [< αρχ. μεταπλάσσω] | |
| 30816 | μετάπλαση | με-τά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) εκ νέου δημιουργία με μεταβολή της μορφής, της σύνθεσης ή της σύστασης: λογοτεχνική/ποιητική/ρομαντική ~ ενός μύθου/της πραγματικότητας. Εικαστικές/ψηφιακές ~άσεις ζωγραφικών έργων. Πβ. μετα-μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή. Βλ. ανάπλαση. ΣΥΝ. μεταπλασμός (2) 2. ΙΑΤΡ. μεταπλασία. [< μτγν. μετάπλασις] | |
| 30817 | μεταπλασία | με-τα-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ανώμαλη μεταβολή ενός τύπου ώριμου ιστού σε άλλο: εντερική/επιθηλιακή/μυελοειδής/πλακώδης ~. Βλ. α-, δυσ-, νεο-, υπερ-, υπο-πλασία. ΣΥΝ. μετάπλαση (2) [< μτγν. μετάπλασις 'μεταπλασμός', γαλλ. métaplasie, αγγλ. metaplasia] | |
| 30818 | μεταπλασμός | με-τα-πλα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. μορφολογική μεταβολή της δομής ονομάτων και ρημάτων με σκοπό την εξομάλυνση της κλίσης τους: ο ~ του "αξιώ" σε "αξιώνω". Βλ. αναλογία. 2. (σπάν.) μετάπλαση. [< μτγν. μεταπλασμός, αγγλ. metaplasm] | |
| 30819 | μεταπλαστικός | , ή, ό με-τα-πλα-στι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μεταπλασία ή οφείλεται σε αυτή: ~ός: πολύποδας. ~ό: επιθήλιο/καρκίνωμα (του μαστού). Βλ. δυσ-, υπερ-, υπο-πλαστικός, νεοπλασματικός. 2. που συμβάλλει στη μετάπλαση: ~ή: δύναμη (της αγάπης). Πβ. μετα-μορφωτικός, -σχηματιστικός. Βλ. αναπλαστικός. [< μτγν. μεταπλαστικός 1: αγγλ. metaplastic] | |
| 30820 | μεταπλαστός | , ή, ό με-τα-πλα-στός επίθ.: μεταβλητός. Μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεταπλαστά ονόματα: ΓΛΩΣΣ. (στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα) που το θέμα τους μεταβάλλεται κατά την κλίση: Τα ουσιαστικά γόνυ, ύδωρ, φρέαρ είναι ~ ~. | |
| 30821 | μεταπληροφορίες | με-τα-πλη-ρο-φο-ρί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΠΛΗΡΟΦ. πληροφορίες που αναφέρονται σε άλλες πληροφορίες. Πβ. μεταδεδομένα. [< αγγλ. metainformation] | |
| 30822 | μεταποίηση | με-τα-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μηχανικός ή χημικός μετασχηματισμός πρώτων υλών και ακατέργαστων προϊόντων σε αγαθά ή εμπορεύματα· η αντίστοιχη οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί κλάδο του δευτερογενούς τομέα (παραγωγής): ~ γεωργικών προϊόντων/τροφίμων. Πρώτη ~ αλουμινίου. Δείκτης ~ης. Βλ. βιομηχανία, βιοτεχνία, τριτογενής τομέας. 2. {κυρ. στον πληθ.} (για παλιά συνήθ. ρούχα) τροποποίηση, μεταβολή (ως προς τη μορφή): ~ήσεις ενδυμάτων. Πβ. επιδιόρθωση. Βλ. -ποίηση. [< μτγν. μεταποίησις 'μετατροπή', αγγλ. processing] | |
| 30823 | μεταποιητής | με-τα-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κάνει μεταποίηση: πρώτος ~. ~ές αγροτικών/βιολογικών προϊόντων. Βλ. εισαγωγέας, έμπορος, εξαγωγέας, παραγωγός, τυποποιητής. [< αρχ. μεταποιητής 'αυτός που μεταβάλλει κάτι΄, αγγλ. processor] | |
| 30824 | μεταποιητικός | , ή, ό με-τα-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στη μεταποίηση: ~ός: κλάδος/τομέας (πβ. δευτερογενής). ~ή: βιομηχανία/δραστηριότητα/οικονομία/παραγωγή. ~ές: επιχειρήσεις/μονάδες. ~ά: προϊόντα. Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. μεταποιητικός, αγγλ. manufacturing] | |
| 30825 | μεταποιώ | [μεταποιῶ] με-τα-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μεταποι-είς ... | μεταποί-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. ΟΙΚΟΝ. (για φυσικό ή νομικό πρόσ.) κάνω μεταποίηση: ~ημένα: (αγροτικά) προϊόντα/τρόφιμα. Η εταιρεία ~εί και εμπορεύεται ... Βλ. εισ-, εξ-, παρ-άγω, τυποποιώ. 2. τροποποιώ, μεταβάλλω: (για παλιά συνήθ. ρούχα) ~εί γούνες και δερμάτινα σύνολα. Βλ. επιδιορθώνω.|| Άχρηστα υλικά μπορούν να ~ηθούν (= μετα-μορφωθούν, -σκευαστούν, -τραπούν) σε χρήσιμα αντικείμενα. Βλ. -ποιώ. [< αρχ. μεταποιῶ ‘δίνω διαφορετικά χαρακτηριστικά’, γαλλ. transformer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ