Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31520-31540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30841μεταπώλησημε-τα-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. (για νομικό ή φυσικό πρόσ.) αγορά και εκ νέου πώληση αγαθών, εμπορευμάτων, σε υψηλότερη τιμή με σκοπό το κέρδος. Βλ. εμπορία. ΣΥΝ. μεταπράτηση [< γαλλ. revente ]
30842μεταπωλητήςμε-τα-πω-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, που κάνει μεταπώληση: αποκλειστικός/εξουσιοδοτημένος/επίσημος ~. ~ές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων/υγρών καυσίμων. Δίκτυο/πακέτα/προγράμματα ~ών. Βλ. λιανοπωλητής, μεσάζων. ΣΥΝ. μεταπράτης [< γαλλ. revendeur]
30843μεταπωλώ[μεταπωλῶ] με-τα-πω-λώ ρ. (μτβ.) {μεταπωλ-εί ... | μεταπώλ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας}: (για νομικό ή φυσικό πρόσωπο) αγοράζω κάτι και στη συνέχεια το πουλώ σε υψηλότερη τιμή, για να βγάλω κέρδος: Η άδεια δεν εκχωρείται και δεν ~είται σε τρίτο. [< μτγν. μεταπωλῶ]
30844μεταρομαντικός, ή, ό με-τα-ρο-μα-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο που ακολούθησε τον ρομαντισμό: ~ός: λυρισμός/συνθέτης. ~ή: αισθητική/εποχή. [< γαλλ. postromantique, αγγλ. postromantic]
30845μεταρρυθμίζωμε-ταρ-ρυθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταρρύθμι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: (συνήθ. για θεσμούς, ιδρύματα ή συστήματα) προκαλώ σημαντικές μεταβολές σε κάτι, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικό: Η κυβέρνηση ~σε το ασφαλιστικό/εκπαιδευτικό/συνταξιοδοτικό/τραπεζικό/φορολογικό σύστημα της χώρας. Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας ~ονται σταδιακά. ~σμένη: εκπαίδευση/νομοθεσία. Πβ. αναδιοργανώνω, αναμορφώνω, μετασχηματίζω, τροποποιώ.|| (ΘΡΗΣΚ., με κεφαλ. Μ) ~σμένες Εκκλησίες (βλ. ευαγγελικός, προτεσταντισμός). [< αρχ. μεταρρυθμίζω, γαλλ. réformer]
30846μεταρρύθμισημε-ταρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): (συνήθ. για θεσμούς, ιδρύματα ή συστήματα) ριζική μεταβολή με σκοπό την επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος: γλωσσική (βλ. γλωσσικό (ζήτημα))/διοικητική/εκπαιδευτική/θεσμική/οικονομική/ριζοσπαστική/φορολογική ~. ~ του ασφαλιστικού συστήματος (= ασφαλιστική ~)/της υγείας. Εθνικό Πρόγραμμα ~ίσεων. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέες ~ίσεις στον τραπεζικό τομέα. Χρειάζονται γενναίες/διαρθρωτικές/πολιτικές ~ίσεις. Πβ. ανα-διοργάνωση, -μόρφωση, μετασχηματισμός, τομή, τροποποίηση. Βλ. εκσυγχρονισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση: ΘΡΗΣΚ. κίνηση του 16ου αι. εναντίον του παπισμού, που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της προτεσταντικής Εκκλησίας. Βλ. αντι~, καλβιν-, λουθηραν-, προτεσταντ-ισμός. [< γερμ. Reformation, γαλλ. Réforme] , αγροτική μεταρρύθμιση βλ. αγροτικός, γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση βλ. γλωσσοεκπαιδευτικός [< μεσν. μεταρρύθμισις, γαλλ. réforme]
30847μεταρρυθμιστήςμε-ταρ-ρυθ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. μεταρρυθμίστρια} 1. πρόσωπο που πραγματοποιεί μεταρρυθμίσεις σε κάποιον θεσμό, ίδρυμα, σύστημα ή χώρο: κοινωνικός/πολιτικός/φιλελεύθερος ~. Μεγάλος ~ του θεάτρου/του κόμματος.|| (ως επίθ.) ~ές: βουλευτές/ηγέτες/πρόεδροι. Πβ. αναδιοργανωτής, ανακαινιστής, αναμορφωτής, ανανεωτής. Βλ. εκσυγχρονιστής. 2. ΘΡΗΣΚ. ιδρυτής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας ή οπαδός της Μεταρρύθμισης: θρησκευτικοί ~ές. [< γαλλ. réformateur]
30848μεταρρυθμιστικός, ή, ό με-ταρ-ρυθ-μι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συντελεί στη μεταρρύθμιση: ~ή: πολιτική/στρατηγική. ~ό: έργο/κίνημα/πρόγραμμα (της κυβέρνησης). ~ές: προσπάθειες/προτάσεις. Το νέο νομοσχέδιο χαρακτηρίστηκε ~ή τομή για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Πβ. ανα-καινιστικός, -μορφωτικός, -νεωτικός. Βλ. εκσυγχρονιστικός. [< γαλλ. réformateur]
30849μεταρσιώνωμε-ταρ-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταρσίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εξυψώνω: ~μένη ψυχή. Η μουσική ~ει τον άνθρωπο. [< αρχ. μεταρσιῶ]
30850μεταρσίωσημε-ταρ-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ανάταση, εξύψωση: θρησκευτική/πνευματική/ψυχική ~. ~ της σκέψης. Πβ. ανύψωση, έκσταση. [< γαλλ. élévation]
30851μεταρσιωτικός, ή, ό με-ταρ-σι-ω-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): εξυψωτικός: ~ή: ατμόσφαιρα/εμπειρία/λειτουργία (της τέχνης).
30852μετασεισμικός, ή, ό με-τα-σει-σμι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με τον μετασεισμό: ~ός έλεγχος κτιρίων. ~ές: δονήσεις. Ομαλά εξελίσσεται η ~ή ακολουθία/δραστηριότητα στην περιοχή. Βλ. αντισεισμικός. ΑΝΤ. προσεισμικός
30853μετασεισμόςμε-τα-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. (ασθενέστερη) σεισμική δόνηση που ακολουθεί τον κύριο (μεγάλο) σεισμό: Ισχυρός ~ 5,3 ρίχτερ προκάλεσε πανικό στην πληγείσα περιοχή. ΑΝΤ. προσεισμός [< αγγλ. after-shock]
30854μετασκευάζωμε-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {μετασκεύα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (λόγ.): μετατρέπω κάτι, ώστε να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο ή σκοπό: Η εταιρεία ~ει πλοία. Το παλιό εργοστάσιο ~στηκε σε σύγχρονο εκθεσιακό χώρο. ~σμένες: μηχανές/συσκευές. Πβ. μετα-βάλλω, -ποιώ, -σχηματίζω. Βλ. δια-, επι-, κατα-σκευάζω. [< αρχ. μετασκευάζω]
30855μετασκευαστικός, ή, ό με-τα-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη μετασκευή: ~ές: εργασίες. Βλ. δια-, επι-, κατα-σκευαστικός. [< μτγν. μετασκευαστικός]
30856μετασκευήμε-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετασκευάζω: ~ κτιρίου/πλοίου. Εργασίες ~ής. Πβ. μετα-βολή, -ποίηση, -σχηματισμός. Βλ. δια-, επι-, κατα-σκευή. [< μτγν. μετασκευή ‘αλλοίωση, αλλαγή’]
30857μετασταθής, ής, ές με-τα-στα-θής επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που είναι φαινομενικά σταθερός λόγω της αργής μεταβολής του: ~ής: κατάσταση/φάση ενός συστήματος. [< αγγλ. metastable, γαλλ. métastable, 1903]
30858μεταστάθμευσημε-τα-στάθ-μευ-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετασταθμεύω: κλιμάκιο ~ης. ~εύσεις μαχητικών αεροσκαφών/ελικοπτέρων.
30859μετασταθμεύωμε-τα-σταθ-μεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μεταστάθμευ-σε, μετασταθμεύ-σει, κυρ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για στρατιωτική μονάδα ή οργανικό μέρος της) μετακινούμαι από την έδρα μου σε άλλον τόπο (ή πλοίο), συνήθ. με σκοπό την εκτέλεση αποστολής· γενικότ. μετεγκαθίσταμαι: Η μοίρα θα ~σει στο αεροδρόμιο του νησιού.
30860μεταστάςμε-τα-στάς ουσ. (αρσ.) {αρσ. μεταστάντ-ος, -α | -ες, -ων} & (σπάν. θηλ.) μεταστάσα (αρχαιοπρ.) : (για πρόσ.) που έχει πεθάνει. Πβ. αείμνηστος, αποθανών, εκλιπών, κεκοιμημένος, μακαριστός, μακαρίτης. ● βλ. μεθίσταται [< μτχ. αορ. β’ του ρ. μεθίσταμαι ‘αλλάζω τόπο, απομακρύνομαι, πεθαίνω’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.