Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31520-31540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30826μεταπολεμικός, ή, ό με-τα-πο-λε-μι-κός επίθ.: που υπάρχει ή συμβαίνει ύστερα από έναν πόλεμο, κυρ. μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Η ~ή Ελλάδα. ~ό: κράτος. Το μεταναστευτικό ρεύμα κατά τη ~ή περίοδο/στα ~ά χρόνια/στις πρώτες ~ές δεκαετίες. Πβ. μεταπελευθερωτικός.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ή: πεζογραφία. ~οί: συγγραφείς. Δεύτερη/πρώτη ~ή γενιά (ενν. πεζογράφων/ποιητών). Βλ. μεσοπολεμικός. ΑΝΤ. προπολεμικός (1) ● επίρρ.: μεταπολεμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. postwar]
30827μεταπόλεμοςμε-τα-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): χρονικό διάστημα που ακολουθεί έναν πόλεμο, ιδ. η περίοδος μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Βλ. μεσοπόλεμος. [< αγγλ. post-war, 1944]
30828μετάπολημε-τά-πο-λη ουσ. (θηλ.): μεγάλης κλίμακας δίκτυο ετερογενών συνήθ. περιοχών και πόλεων, που δεν βρίσκονται απαραίτητα σε άμεση γειτνίαση και οι οποίες συνδέονται και λειτουργούν συμπληρωματικά, περιλαμβάνοντας πολλές μητροπολιτικές ζώνες: η ~ των νησιών του Αιγαίου. Βλ. παγκοσμιοποίηση. [< γαλλ. metapolis]
30829μεταπολίτευσημε-τα-πο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. μεταβολή του πολιτεύματος· (συνήθ. με κεφαλ. Μ) η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1974 και συνεκδ. η περίοδος που ακολουθεί: η γενιά της ~ης. Το φοιτητικό κίνημα στη ~. Τα πολιτικά κόμματα μετά τη ~. Βλ. δικτατορία, χούντα.
30830μεταπολιτευτικός, ή, ό με-τα-πο-λι-τευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταπολίτευση: ~ή: δημοκρατία/Ελλάδα/ιστορία. ~ές: εκλογές/κυβερνήσεις. ● επίρρ.: μεταπολιτευτικά
30831μεταπολιτικήμε-τα-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) ΦΙΛΟΣ.-ΠΟΛΙΤ. 1. επιστημονική μελέτη της φύσης, των στόχων και των μεθόδων της πολιτικής θεωρίας. 2. μοντέρνα πολιτική που αντιτίθεται στην παραδοσιακή άσκησή της. [< γαλλ. métapolitique, αγγλ. metapolitics]
30832μεταπολιτικός, ή, ό με-τα-πο-λι-τι-κός επίθ. ΦΙΛΟΣ.-ΠΟΛΙΤ.: που αναφέρεται στη μεταπολιτική. [< γαλλ. métapolitique, αγγλ. metapolitical, γερμ. metapolitisch]
30833μεταπράτηςμε-τα-πρά-της ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, που αγοράζει κάτι και το πουλά εκ νέου σε υψηλότερη τιμή: ~ βιβλίων/τεχνολογίας. ΣΥΝ. μεταπωλητής. Βλ. λιανοπωλητής, μεσάζων.|| (ως επίθ.) ~ες έμποροι.|| (κυρ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ες αξιών/ιδεών/ονείρων. [< μτγν. μεταπράτης]
30834μεταπράτησημε-τα-πρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μεταπώληση. Βλ. εμπόριο.
30835μεταπρατικός, ή, ό με-τα-πρα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον μεταπράτη ή τη μεταπράτηση: ~ός: χαρακτήρας (μιας χώρας). ~ή: αστική τάξη/οικονομία. ~ό: εμπόριο. Βλ. διαμετακομιστικός.
30836μεταπρατισμόςμε-τα-πρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. η πρακτική του μεταπράτη· μεταπράτηση: οικονομικός ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πνευματικός ~. ~ ιδεών. Βλ. -ισμός.
30837μεταπτυχιακός, ή, ό με-τα-πτυ-χι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στις σπουδές ή την περίοδο μετά την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: ~ή: διατριβή/εκπαίδευση/εργασία. ~ό: δίπλωμα ειδίκευσης (ΜΔΕ)/σεμινάριο. ~ός κύκλος/τίτλος σπουδών. Διατμηματικό ~ό πρόγραμμα του Τμήματος ... Διδάσκει σε ~ό επίπεδο. Πβ. προδιδακτορικός. Βλ. διδακτορικός, (προ)πτυχιακός. ● Ουσ.: μεταπτυχιακό (το): πρόγραμμα πανεπιστημιακών σπουδών που παρακολουθεί κάποιος μετά την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης· το αντίστοιχο δίπλωμα. Πβ. μάστερ1. Βλ. MA, MBA. Msc, Mtech., μεταπτυχιακός, μεταπτυχιακή (ο/η) (προφ.): ενν. φοιτητής, φοιτήτρια. [< αγγλ. post-graduate]
30838μετάπτωσημε-τά-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μετάβαση από μια θέση σε άλλη, αλλαγή κατάστασης: απότομη/αυτόματη/σταδιακή ~. ~ από την ευτυχία στη δυστυχία. ~ώσεις στην απόδοση/στη διάθεση ενός ατόμου. Εμφανίζει/έχει συχνά συναισθηματικές/ψυχολογικές ~ώσεις. Οι ~ώσεις της ζωής. Βλ. διακύμανση.|| ~ώσεις του κλίματος.|| (ΙΑΤΡ.) Ορμονικές ~ώσεις. || (ΦΥΣ.) ~ του ατόμου. 2. ΓΛΩΣΣ. (στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες) μεταβολή του φωνήεντος των μορφημάτων (της ρίζας, του θέματος, των καταλήξεων, των προσφυμάτων) κατά την παραγωγή και σύνθεση των λέξεων. || σημασιολογική ~. 3. ΜΗΧΑΝ.-ΑΣΤΡΟΝ. αργή κωνική κίνηση του άξονα περιστροφής ενός σώματος (π.χ. της Γης). 4. ΓΕΩΛ. μετατόπιση ή βύθιση προς τα κάτω των γεωλογικών στρωμάτων που έχουν διαρραγεί· συνεκδ. ρήγμα: ~ώσεις στον στερεό φλοιό της Γης. Βλ. -πτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης & μεταβατικά στοιχεία: ΧΗΜ. ομάδα μεταλλικών στοιχείων (π.χ. σίδηρος, ψευδάργυρος, νικέλιο, χρώμιο) με ηλεκτρόνια σθένους σε δύο στιβάδες αντί για μία, που χρησιμοποιούνται σε πολλά κράματα και σχηματίζουν συχνά έγχρωμες ενώσεις. [< αγγλ. transition elements] , υαλώδης μετάπτωση: ΧΗΜ. μετατροπή ενός σκληρού, υαλώδους πολυμερούς σε μαλακό, ελαστικό υλικό με μεταβολή της θερμοκρασίας. [< αγγλ. glass transition] , μετάπτωση των ισημεριών βλ. ισημερία [< 1: αρχ. μετάπτωσις, αγγλ. transition 2: μτγν. μετάπτωσις, γερμ. Ablaut 3: γαλλ. précession 4: γαλλ. faille]
30839μεταπτωτικός, ή, ό με-τα-πτω-τι-κός επίθ. 1. ΘΕΟΛ. που αναφέρεται στην περίοδο μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο: ~ός: άνθρωπος/κόσμος. ~ή: κατάσταση. ΑΝΤ. προπτωτικός 2. που σχετίζεται με τη μετάπτωση (σημ. 2,3,4): (ΓΛΩΣΣ.) ~ές βαθμίδες.|| (ΓΕΩΛ.) ~ά ρήγματα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.-ΜΗΧΑΝ.) ~ή κίνηση.|| (ΧΗΜ.) ~ά μέταλλα. [< μτγν. μεταπτωτικός 'ευμετάβλητος']
30840μεταπύργιομε-τα-πύρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: τμήμα τείχους μεταξύ δύο πύργων ή προμαχώνων. (κ. ως επίθ.) ~α: διαστήματα/τμήματα. [< αρχ. μεταπύργιον]
30841μεταπώλησημε-τα-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. (για νομικό ή φυσικό πρόσ.) αγορά και εκ νέου πώληση αγαθών, εμπορευμάτων, σε υψηλότερη τιμή με σκοπό το κέρδος. Βλ. εμπορία. ΣΥΝ. μεταπράτηση [< γαλλ. revente ]
30842μεταπωλητήςμε-τα-πω-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, που κάνει μεταπώληση: αποκλειστικός/εξουσιοδοτημένος/επίσημος ~. ~ές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων/υγρών καυσίμων. Δίκτυο/πακέτα/προγράμματα ~ών. Βλ. λιανοπωλητής, μεσάζων. ΣΥΝ. μεταπράτης [< γαλλ. revendeur]
30843μεταπωλώ[μεταπωλῶ] με-τα-πω-λώ ρ. (μτβ.) {μεταπωλ-εί ... | μεταπώλ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας}: (για νομικό ή φυσικό πρόσωπο) αγοράζω κάτι και στη συνέχεια το πουλώ σε υψηλότερη τιμή, για να βγάλω κέρδος: Η άδεια δεν εκχωρείται και δεν ~είται σε τρίτο. [< μτγν. μεταπωλῶ]
30844μεταρομαντικός, ή, ό με-τα-ρο-μα-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο που ακολούθησε τον ρομαντισμό: ~ός: λυρισμός/συνθέτης. ~ή: αισθητική/εποχή. [< γαλλ. postromantique, αγγλ. postromantic]
30845μεταρρυθμίζωμε-ταρ-ρυθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταρρύθμι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: (συνήθ. για θεσμούς, ιδρύματα ή συστήματα) προκαλώ σημαντικές μεταβολές σε κάτι, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικό: Η κυβέρνηση ~σε το ασφαλιστικό/εκπαιδευτικό/συνταξιοδοτικό/τραπεζικό/φορολογικό σύστημα της χώρας. Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας ~ονται σταδιακά. ~σμένη: εκπαίδευση/νομοθεσία. Πβ. αναδιοργανώνω, αναμορφώνω, μετασχηματίζω, τροποποιώ.|| (ΘΡΗΣΚ., με κεφαλ. Μ) ~σμένες Εκκλησίες (βλ. ευαγγελικός, προτεσταντισμός). [< αρχ. μεταρρυθμίζω, γαλλ. réformer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.