Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31540-31560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30861μετάστασημε-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μεταφορά νοσογόνου παράγοντα από ένα όργανο ή τμήμα του σώματος σε άλλο μέσω της αιματικής ή λεμφικής κυκλοφορίας, κυρ. η ανάπτυξη κακοήθους όγκου σε θέσεις διαφορετικές από την πρωτοπαθή εστία· συνεκδ. η δευτεροπαθής εστία: εγκεφαλική/ηπατική ~. ~ καρκινικών κυττάρων/μελανώματος. Ο καρκίνος στον πνεύμονα έκανε ~ στα οστά.|| Δερματικές/οστικές/πολλαπλές ~άσεις. 2. ΘΕΟΛ. ανάληψη του σώματος της Θεοτόκου ή Αγίου μετά την Κοίμησή τους: ~ του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. [< 1: αρχ. μετάστασις, γαλλ. métastase, αγγλ. metastasis 2: αρχ. ~]
30862μεταστατικός, ή, ό με-τα-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μετάσταση ή είναι αποτέλεσμά της: ~ός: καρκίνος (του ήπατος). ~ή: ικανότητα των κυττάρων (βλ. διηθητική). ~ές: εστίες. ~ά: καρκινώματα/νεοπλάσματα (του εγκεφάλου). Πβ. δευτερο-γενής, -παθής. Βλ. πρωτοπαθής. [< μτγν. μεταστατικός 'που αναφέρεται στο σχήμα του λόγου με το οποίο η αιτία μιας πράξης ανάγεται σε υποθετική κατάσταση', γαλλ. métastatique , αγγλ. metastatic]
30863μεταστατικότηταμε-τα-στα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του μεταστατικού: καρκινικά κύτταρα υψηλής/χαμηλής ~ας. Βλ. αγγειογένεση, -ότητα.
30864μεταστεγάζωμε-τα-στε-γά-ζω ρ. (μτβ.) {μεταστέγα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. μεσοπαθητ.}: εγκαθιστώ κάποιον ή κάτι σε άλλο ή νέο κτίριο: (συνήθ. για επιχείρηση, εταιρεία, ίδρυμα ή υπηρεσία) Το μουσείο ~στηκε στην οδό ...|| (για πρόσ.) Σύντομα οι μαθητές θα ~στούν στο καινούργιο Γυμνάσιο. Πβ. μετακομίζω.
30865μεταστέγασημε-τα-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.): στέγαση σε άλλο ή νέο κτίριο: ~ του καταστήματος/των υπηρεσιών/του υπουργείου ... Άμεση/οριστική ~ του σχολείου. ΣΥΝ. μετακόμιση (1), μετεγκατάσταση
30866μεταστείβλ. μεθίσταται
30867μεταστοιχειώνωμε-τα-στοι-χει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταστοιχείω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. (λόγ.-μτφ.) μεταπλάθω, ανασυνθέτω σε βάθος, μεταμορφώνω: ~σε την πικρή εμπειρία του σε δίδαγμα ενότητας. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. μετατρέπω, φυσικά ή τεχνητά, ένα χημικό στοιχείο σε άλλο: Το άζωτο έχει ~θεί σε οξυγόνο. [< μτγν. μεταστοιχειῶ «μετατρέπω σε άλλο στοιχείο’, γαλλ. transmu(t)er]
30868μεταστοιχείωσημε-τα-στοι-χεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. ΠΥΡ. μετατροπή ενός χημικού στοιχείου σε άλλο, κυρ. με βομβαρδισμό ή ακτινοβόληση: ραδιενεργός/τεχνητή/φυσική ~. ~ ισοτόπων/του υδρογόνου (σε ήλιο). Βλ. αλχημεία, ραδιενέργεια. 2. (μτφ.) μετάπλαση, ανασύνθεση σε βάθος, μεταμόρφωση: λογοτεχνική ~ των εμπειριών. ~ ενός μύθου σε θεατρική παράσταση. [< μτγν. μεταστοιχείωσις ‘μεταμόρφωση’, γαλλ. transmutation]
30869μεταστρέφωμε-τα-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {μετέστρε-ψε, μεταστρέ-ψει, μεταστρά-φηκε (λόγ. μετεστρά-φη, -φησαν), -φεί, μεταστρέφ-οντας} (λόγ.): (για πρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων) μεταβάλλω γνώμη, στάση, πεποιθήσεις προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή γενικότ. προκαλώ αλλαγή: Σταδιακά το γενικό αίσθημα άρχισε να ~εται. Η κοινή γνώμη ~φηκε. Το κλίμα έχει ~φεί πλήρως.|| Η νίκη της ομάδας ~ψε τη βαθμολογική κατάσταση. Πβ. αλλάζω. [< αρχ. μεταστρέφω]
30870μεταστρουκτουραλισμόςμε-τα-στρου-κτου-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ.: μεταδομισμός. Βλ. -ισμός.
30871μεταστροφήμε-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (για πρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων) μεταβολή άποψης, στάσης, πεποιθήσεων, συνήθ. προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: αιφνίδια/απότομη/βαθμιαία/θετική/ιδεολογική/πλήρης/ριζική ~. ~ του εκλογικού σώματος/της πολιτικής (μιας εφημερίδας)/του χαρακτήρα της. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε (σαφή/σημαντική) ~ της κοινής γνώμης εναντίον/προς/σε βάρος/υπέρ ... 2. (γενικότ.) αλλαγή: ~ της διάθεσης (από χαρά σε λύπη)/της τύχης. Υπάρχουν ελπίδες για (ανοδική) ~ της οικονομίας.|| ~ της αγροτικής παραγωγής σε σύγχρονη επιχειρηματική δραστηριότητα (πβ. μετα-μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή). [< αρχ. μεταστροφή ‘στροφή’]
30872μετασυλλεκτικός, ή, ό με-τα-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: που γίνεται μετά τη συγκομιδή: ~ή: φυσιολογία (οπωροκηπευτικών). ~οί: χειρισμοί (γεωργικών προϊόντων). ~ές: απώλειες/σήψεις. [< αγγλ. postharvest]
30873μετασύμπανμε-τα-σύ-μπαν ουσ. (ουδ.): ψηφιακό δίκτυο εικονικών κόσμων όπου οι άνθρωποι ζουν και αλληλεπιδρούν με άλλους, όπως στην πραγματική ζωή: Η μετεξέλιξη του φέισμπουκ σε Meta. [< αγγλ. metaverse < meta + universe, δημιούργημα του Αμερικ. συγγραφέα Neal Stephensen, στη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας Snow Crash που δημοσιεύτηκε το 1992]
30874μετασυμπαντικός, ή, ό με-τα-συ-μπα-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο μετασύμπαν: ~ή: τεχνολογία (: που ανασχεδιάζει τον ήδη γνωστό τρισδιάστατο εικονικό κόσμο με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός νέου οικοσυστήματος μετα-πραγματικοτήτων, που θα αποτελεί συνδυασμό εικονικής, επαυξημένης και μεικτής πραγματικότητας). [< πβ. αγγλ. metaverse-advancing technology]
30875μετασυναπτικός, ή, ό με-τα-συ-να-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που εντοπίζεται ή συμβαίνει μετά από μία σύναψη ή σχετίζεται με νευρώνα που δέχεται νευρικό σήμα σε σύναψη: ~ός: υποδοχέας (ντοπαμίνης). ~ή: μεμβράνη. Ανασταλτικό/διεγερτικό ~ό δυναμικό. Βλ. νευροδιαβιβαστής. ΑΝΤ. προσυναπτικός [< αγγλ. postsynaptic, 1937]
30876μετάσχειβλ. μετέχω
30877μετασχηματίζωμε-τα-σχη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μετασχημάτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -όμενος, μετασχηματι-σμένος, μετασχηματίζ-οντας} (λόγ.): κάνω κάτι διαφορετικό ως προς τη δομή, τη μορφή, τη λειτουργία ή τον ρόλο: Το παιδί παίζοντας ~ει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Η εταιρεία ~στηκε (= μετεξελίχθηκε) σε ανώνυμη. Το εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να ~στεί βάσει των νέων τεχνολογιών. Πβ. μεταρρυθμίζω, τροποποιώ.|| (ΒΙΟΛ.) ~σμένα: βακτήρια. ΣΥΝ. μεταβάλλω, μεταμορφώνω (1), μετατρέπω [< αρχ. μετασχηματίζω ‘αλλάζω μορφή’, γαλλ. transformer]
30878μετασχηματισμόςμε-τα-σχη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετασχηματίζω: κοινωνικός/οικονομικός/πολιτικός/ριζικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. ~ μιας επιχείρησης (π.χ. συγχώνευση, διάσπαση, απορρόφηση)/του κόσμου/της οικογένειας/μιας πόλης. Βρισκόμαστε σε περίοδο ραγδαίων ~ών (: αλλαγών, ανακατατάξεων/εξελίξεων).|| (ΜΑΘ.) Γεωμετρικός/γραμμικός/λογαριθμικός ~. ~ συντεταγμένων. Πίνακας ~ού.|| (ΦΥΣ.) Αντίστροφος/δίπλευρος/μονόπλευρος ~. ~ ενέργειας/ορμής/ρεύματος/τάσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~οί μεταβλητών.|| (ΓΕΩΛ.) Ρήγματα ~ού.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ισολογισμός ~ού μιας εταιρείας. Πβ. μετα-βολή, -μόρφωση, -τροπή, μετάπλαση. Βλ. -ισμός. 2. ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) μετατροπή της βαθιάς δομής μιας πρότασης σε επιφανειακή, που επιτυγχάνεται κυρ. με τη μετακίνηση κάποιου όρου της πρότασης. 3. ΒΙΟΛ. τροποποίηση του γενετικού κώδικα ενός κυττάρου με την εισαγωγή ξένης γενετικής πληροφορίας: καρκινικός ~. [< μτγν. μετασχηματισμός ‘αλλαγή μορφής’, αγγλ.-γαλλ. transformation]
30879μετασχηματιστήςμε-τα-σχη-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή με την οποία μπορεί να μεταφερθεί ηλεκτρική ενέργεια από ένα κύκλωμα σε άλλο ή να μετατραπεί εναλλασσόμενη τάση σε μεγαλύτερη ή μικρότερη: μονο-/τρι-φασικός ~. ~ 110V-220V. ~ για λάπτοπ. ~ές έντασης/ισχύος/ρεύματος. Βλ. επαγωγή, μετατροπέας. ΣΥΝ. μεταμορφωτής (2) [< γαλλ. transformateur]
30880μετασχηματιστικός, ή, ό με-τα-σχη-μα-τι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συμβάλλει στον μετασχηματισμό: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: διαδικασία/δύναμη (της τέχνης). ~ές: διεργασίες/τάσεις. Πβ. ανα-, μετα-μορφωτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική-μετασχηματιστική γραμματική βλ. γραμματική [< γαλλ. transformateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.