| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30846 | μεταρρύθμιση | με-ταρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): (συνήθ. για θεσμούς, ιδρύματα ή συστήματα) ριζική μεταβολή με σκοπό την επίτευξη καλύτερου αποτελέσματος: γλωσσική (βλ. γλωσσικό (ζήτημα))/διοικητική/εκπαιδευτική/θεσμική/οικονομική/ριζοσπαστική/φορολογική ~. ~ του ασφαλιστικού συστήματος (= ασφαλιστική ~)/της υγείας. Εθνικό Πρόγραμμα ~ίσεων. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέες ~ίσεις στον τραπεζικό τομέα. Χρειάζονται γενναίες/διαρθρωτικές/πολιτικές ~ίσεις. Πβ. ανα-διοργάνωση, -μόρφωση, μετασχηματισμός, τομή, τροποποίηση. Βλ. εκσυγχρονισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση: ΘΡΗΣΚ. κίνηση του 16ου αι. εναντίον του παπισμού, που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της προτεσταντικής Εκκλησίας. Βλ. αντι~, καλβιν-, λουθηραν-, προτεσταντ-ισμός. [< γερμ. Reformation, γαλλ. Réforme] , αγροτική μεταρρύθμιση βλ. αγροτικός, γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση βλ. γλωσσοεκπαιδευτικός [< μεσν. μεταρρύθμισις, γαλλ. réforme] | |
| 30847 | μεταρρυθμιστής | με-ταρ-ρυθ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. μεταρρυθμίστρια} 1. πρόσωπο που πραγματοποιεί μεταρρυθμίσεις σε κάποιον θεσμό, ίδρυμα, σύστημα ή χώρο: κοινωνικός/πολιτικός/φιλελεύθερος ~. Μεγάλος ~ του θεάτρου/του κόμματος.|| (ως επίθ.) ~ές: βουλευτές/ηγέτες/πρόεδροι. Πβ. αναδιοργανωτής, ανακαινιστής, αναμορφωτής, ανανεωτής. Βλ. εκσυγχρονιστής. 2. ΘΡΗΣΚ. ιδρυτής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας ή οπαδός της Μεταρρύθμισης: θρησκευτικοί ~ές. [< γαλλ. réformateur] | |
| 30848 | μεταρρυθμιστικός | , ή, ό με-ταρ-ρυθ-μι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συντελεί στη μεταρρύθμιση: ~ή: πολιτική/στρατηγική. ~ό: έργο/κίνημα/πρόγραμμα (της κυβέρνησης). ~ές: προσπάθειες/προτάσεις. Το νέο νομοσχέδιο χαρακτηρίστηκε ~ή τομή για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Πβ. ανα-καινιστικός, -μορφωτικός, -νεωτικός. Βλ. εκσυγχρονιστικός. [< γαλλ. réformateur] | |
| 30849 | μεταρσιώνω | με-ταρ-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταρσίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εξυψώνω: ~μένη ψυχή. Η μουσική ~ει τον άνθρωπο. [< αρχ. μεταρσιῶ] | |
| 30850 | μεταρσίωση | με-ταρ-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ανάταση, εξύψωση: θρησκευτική/πνευματική/ψυχική ~. ~ της σκέψης. Πβ. ανύψωση, έκσταση. [< γαλλ. élévation] | |
| 30851 | μεταρσιωτικός | , ή, ό με-ταρ-σι-ω-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): εξυψωτικός: ~ή: ατμόσφαιρα/εμπειρία/λειτουργία (της τέχνης). | |
| 30852 | μετασεισμικός | , ή, ό με-τα-σει-σμι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με τον μετασεισμό: ~ός έλεγχος κτιρίων. ~ές: δονήσεις. Ομαλά εξελίσσεται η ~ή ακολουθία/δραστηριότητα στην περιοχή. Βλ. αντισεισμικός. ΑΝΤ. προσεισμικός | |
| 30853 | μετασεισμός | με-τα-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. (ασθενέστερη) σεισμική δόνηση που ακολουθεί τον κύριο (μεγάλο) σεισμό: Ισχυρός ~ 5,3 ρίχτερ προκάλεσε πανικό στην πληγείσα περιοχή. ΑΝΤ. προσεισμός [< αγγλ. after-shock] | |
| 30854 | μετασκευάζω | με-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {μετασκεύα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} (λόγ.): μετατρέπω κάτι, ώστε να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο ή σκοπό: Η εταιρεία ~ει πλοία. Το παλιό εργοστάσιο ~στηκε σε σύγχρονο εκθεσιακό χώρο. ~σμένες: μηχανές/συσκευές. Πβ. μετα-βάλλω, -ποιώ, -σχηματίζω. Βλ. δια-, επι-, κατα-σκευάζω. [< αρχ. μετασκευάζω] | |
| 30855 | μετασκευαστικός | , ή, ό με-τα-σκευ-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη μετασκευή: ~ές: εργασίες. Βλ. δια-, επι-, κατα-σκευαστικός. [< μτγν. μετασκευαστικός] | |
| 30856 | μετασκευή | με-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετασκευάζω: ~ κτιρίου/πλοίου. Εργασίες ~ής. Πβ. μετα-βολή, -ποίηση, -σχηματισμός. Βλ. δια-, επι-, κατα-σκευή. [< μτγν. μετασκευή ‘αλλοίωση, αλλαγή’] | |
| 30857 | μετασταθής | , ής, ές με-τα-στα-θής επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που είναι φαινομενικά σταθερός λόγω της αργής μεταβολής του: ~ής: κατάσταση/φάση ενός συστήματος. [< αγγλ. metastable, γαλλ. métastable, 1903] | |
| 30858 | μεταστάθμευση | με-τα-στάθ-μευ-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετασταθμεύω: κλιμάκιο ~ης. ~εύσεις μαχητικών αεροσκαφών/ελικοπτέρων. | |
| 30859 | μετασταθμεύω | με-τα-σταθ-μεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μεταστάθμευ-σε, μετασταθμεύ-σει, κυρ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για στρατιωτική μονάδα ή οργανικό μέρος της) μετακινούμαι από την έδρα μου σε άλλον τόπο (ή πλοίο), συνήθ. με σκοπό την εκτέλεση αποστολής· γενικότ. μετεγκαθίσταμαι: Η μοίρα θα ~σει στο αεροδρόμιο του νησιού. | |
| 30860 | μεταστάς | με-τα-στάς ουσ. (αρσ.) {αρσ. μεταστάντ-ος, -α | -ες, -ων} & (σπάν. θηλ.) μεταστάσα (αρχαιοπρ.) : (για πρόσ.) που έχει πεθάνει. Πβ. αείμνηστος, αποθανών, εκλιπών, κεκοιμημένος, μακαριστός, μακαρίτης. ● βλ. μεθίσταται [< μτχ. αορ. β’ του ρ. μεθίσταμαι ‘αλλάζω τόπο, απομακρύνομαι, πεθαίνω’] | |
| 30861 | μετάσταση | με-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μεταφορά νοσογόνου παράγοντα από ένα όργανο ή τμήμα του σώματος σε άλλο μέσω της αιματικής ή λεμφικής κυκλοφορίας, κυρ. η ανάπτυξη κακοήθους όγκου σε θέσεις διαφορετικές από την πρωτοπαθή εστία· συνεκδ. η δευτεροπαθής εστία: εγκεφαλική/ηπατική ~. ~ καρκινικών κυττάρων/μελανώματος. Ο καρκίνος στον πνεύμονα έκανε ~ στα οστά.|| Δερματικές/οστικές/πολλαπλές ~άσεις. 2. ΘΕΟΛ. ανάληψη του σώματος της Θεοτόκου ή Αγίου μετά την Κοίμησή τους: ~ του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. [< 1: αρχ. μετάστασις, γαλλ. métastase, αγγλ. metastasis 2: αρχ. ~] | |
| 30862 | μεταστατικός | , ή, ό με-τα-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μετάσταση ή είναι αποτέλεσμά της: ~ός: καρκίνος (του ήπατος). ~ή: ικανότητα των κυττάρων (βλ. διηθητική). ~ές: εστίες. ~ά: καρκινώματα/νεοπλάσματα (του εγκεφάλου). Πβ. δευτερο-γενής, -παθής. Βλ. πρωτοπαθής. [< μτγν. μεταστατικός 'που αναφέρεται στο σχήμα του λόγου με το οποίο η αιτία μιας πράξης ανάγεται σε υποθετική κατάσταση', γαλλ. métastatique , αγγλ. metastatic] | |
| 30863 | μεταστατικότητα | με-τα-στα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του μεταστατικού: καρκινικά κύτταρα υψηλής/χαμηλής ~ας. Βλ. αγγειογένεση, -ότητα. | |
| 30864 | μεταστεγάζω | με-τα-στε-γά-ζω ρ. (μτβ.) {μεταστέγα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. μεσοπαθητ.}: εγκαθιστώ κάποιον ή κάτι σε άλλο ή νέο κτίριο: (συνήθ. για επιχείρηση, εταιρεία, ίδρυμα ή υπηρεσία) Το μουσείο ~στηκε στην οδό ...|| (για πρόσ.) Σύντομα οι μαθητές θα ~στούν στο καινούργιο Γυμνάσιο. Πβ. μετακομίζω. | |
| 30865 | μεταστέγαση | με-τα-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.): στέγαση σε άλλο ή νέο κτίριο: ~ του καταστήματος/των υπηρεσιών/του υπουργείου ... Άμεση/οριστική ~ του σχολείου. ΣΥΝ. μετακόμιση (1), μετεγκατάσταση |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ