Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31560-31580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30866μεταστείβλ. μεθίσταται
30867μεταστοιχειώνωμε-τα-στοι-χει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταστοιχείω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος} 1. (λόγ.-μτφ.) μεταπλάθω, ανασυνθέτω σε βάθος, μεταμορφώνω: ~σε την πικρή εμπειρία του σε δίδαγμα ενότητας. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. μετατρέπω, φυσικά ή τεχνητά, ένα χημικό στοιχείο σε άλλο: Το άζωτο έχει ~θεί σε οξυγόνο. [< μτγν. μεταστοιχειῶ «μετατρέπω σε άλλο στοιχείο’, γαλλ. transmu(t)er]
30868μεταστοιχείωσημε-τα-στοι-χεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. ΠΥΡ. μετατροπή ενός χημικού στοιχείου σε άλλο, κυρ. με βομβαρδισμό ή ακτινοβόληση: ραδιενεργός/τεχνητή/φυσική ~. ~ ισοτόπων/του υδρογόνου (σε ήλιο). Βλ. αλχημεία, ραδιενέργεια. 2. (μτφ.) μετάπλαση, ανασύνθεση σε βάθος, μεταμόρφωση: λογοτεχνική ~ των εμπειριών. ~ ενός μύθου σε θεατρική παράσταση. [< μτγν. μεταστοιχείωσις ‘μεταμόρφωση’, γαλλ. transmutation]
30869μεταστρέφωμε-τα-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {μετέστρε-ψε, μεταστρέ-ψει, μεταστρά-φηκε (λόγ. μετεστρά-φη, -φησαν), -φεί, μεταστρέφ-οντας} (λόγ.): (για πρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων) μεταβάλλω γνώμη, στάση, πεποιθήσεις προς συγκεκριμένη κατεύθυνση ή γενικότ. προκαλώ αλλαγή: Σταδιακά το γενικό αίσθημα άρχισε να ~εται. Η κοινή γνώμη ~φηκε. Το κλίμα έχει ~φεί πλήρως.|| Η νίκη της ομάδας ~ψε τη βαθμολογική κατάσταση. Πβ. αλλάζω. [< αρχ. μεταστρέφω]
30870μεταστρουκτουραλισμόςμε-τα-στρου-κτου-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ.: μεταδομισμός. Βλ. -ισμός.
30871μεταστροφήμε-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (για πρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων) μεταβολή άποψης, στάσης, πεποιθήσεων, συνήθ. προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: αιφνίδια/απότομη/βαθμιαία/θετική/ιδεολογική/πλήρης/ριζική ~. ~ του εκλογικού σώματος/της πολιτικής (μιας εφημερίδας)/του χαρακτήρα της. Πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε (σαφή/σημαντική) ~ της κοινής γνώμης εναντίον/προς/σε βάρος/υπέρ ... 2. (γενικότ.) αλλαγή: ~ της διάθεσης (από χαρά σε λύπη)/της τύχης. Υπάρχουν ελπίδες για (ανοδική) ~ της οικονομίας.|| ~ της αγροτικής παραγωγής σε σύγχρονη επιχειρηματική δραστηριότητα (πβ. μετα-μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή). [< αρχ. μεταστροφή ‘στροφή’]
30872μετασυλλεκτικός, ή, ό με-τα-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: που γίνεται μετά τη συγκομιδή: ~ή: φυσιολογία (οπωροκηπευτικών). ~οί: χειρισμοί (γεωργικών προϊόντων). ~ές: απώλειες/σήψεις. [< αγγλ. postharvest]
30873μετασύμπανμε-τα-σύ-μπαν ουσ. (ουδ.): ψηφιακό δίκτυο εικονικών κόσμων όπου οι άνθρωποι ζουν και αλληλεπιδρούν με άλλους, όπως στην πραγματική ζωή: Η μετεξέλιξη του φέισμπουκ σε Meta. [< αγγλ. metaverse < meta + universe, δημιούργημα του Αμερικ. συγγραφέα Neal Stephensen, στη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας Snow Crash που δημοσιεύτηκε το 1992]
30874μετασυμπαντικός, ή, ό με-τα-συ-μπα-ντι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο μετασύμπαν: ~ή: τεχνολογία (: που ανασχεδιάζει τον ήδη γνωστό τρισδιάστατο εικονικό κόσμο με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός νέου οικοσυστήματος μετα-πραγματικοτήτων, που θα αποτελεί συνδυασμό εικονικής, επαυξημένης και μεικτής πραγματικότητας). [< πβ. αγγλ. metaverse-advancing technology]
30875μετασυναπτικός, ή, ό με-τα-συ-να-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που εντοπίζεται ή συμβαίνει μετά από μία σύναψη ή σχετίζεται με νευρώνα που δέχεται νευρικό σήμα σε σύναψη: ~ός: υποδοχέας (ντοπαμίνης). ~ή: μεμβράνη. Ανασταλτικό/διεγερτικό ~ό δυναμικό. Βλ. νευροδιαβιβαστής. ΑΝΤ. προσυναπτικός [< αγγλ. postsynaptic, 1937]
30876μετάσχειβλ. μετέχω
30877μετασχηματίζωμε-τα-σχη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μετασχημάτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -όμενος, μετασχηματι-σμένος, μετασχηματίζ-οντας} (λόγ.): κάνω κάτι διαφορετικό ως προς τη δομή, τη μορφή, τη λειτουργία ή τον ρόλο: Το παιδί παίζοντας ~ει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Η εταιρεία ~στηκε (= μετεξελίχθηκε) σε ανώνυμη. Το εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να ~στεί βάσει των νέων τεχνολογιών. Πβ. μεταρρυθμίζω, τροποποιώ.|| (ΒΙΟΛ.) ~σμένα: βακτήρια. ΣΥΝ. μεταβάλλω, μεταμορφώνω (1), μετατρέπω [< αρχ. μετασχηματίζω ‘αλλάζω μορφή’, γαλλ. transformer]
30878μετασχηματισμόςμε-τα-σχη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετασχηματίζω: κοινωνικός/οικονομικός/πολιτικός/ριζικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. ~ μιας επιχείρησης (π.χ. συγχώνευση, διάσπαση, απορρόφηση)/του κόσμου/της οικογένειας/μιας πόλης. Βρισκόμαστε σε περίοδο ραγδαίων ~ών (: αλλαγών, ανακατατάξεων/εξελίξεων).|| (ΜΑΘ.) Γεωμετρικός/γραμμικός/λογαριθμικός ~. ~ συντεταγμένων. Πίνακας ~ού.|| (ΦΥΣ.) Αντίστροφος/δίπλευρος/μονόπλευρος ~. ~ ενέργειας/ορμής/ρεύματος/τάσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~οί μεταβλητών.|| (ΓΕΩΛ.) Ρήγματα ~ού.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ισολογισμός ~ού μιας εταιρείας. Πβ. μετα-βολή, -μόρφωση, -τροπή, μετάπλαση. Βλ. -ισμός. 2. ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) μετατροπή της βαθιάς δομής μιας πρότασης σε επιφανειακή, που επιτυγχάνεται κυρ. με τη μετακίνηση κάποιου όρου της πρότασης. 3. ΒΙΟΛ. τροποποίηση του γενετικού κώδικα ενός κυττάρου με την εισαγωγή ξένης γενετικής πληροφορίας: καρκινικός ~. [< μτγν. μετασχηματισμός ‘αλλαγή μορφής’, αγγλ.-γαλλ. transformation]
30879μετασχηματιστήςμε-τα-σχη-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή με την οποία μπορεί να μεταφερθεί ηλεκτρική ενέργεια από ένα κύκλωμα σε άλλο ή να μετατραπεί εναλλασσόμενη τάση σε μεγαλύτερη ή μικρότερη: μονο-/τρι-φασικός ~. ~ 110V-220V. ~ για λάπτοπ. ~ές έντασης/ισχύος/ρεύματος. Βλ. επαγωγή, μετατροπέας. ΣΥΝ. μεταμορφωτής (2) [< γαλλ. transformateur]
30880μετασχηματιστικός, ή, ό με-τα-σχη-μα-τι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συμβάλλει στον μετασχηματισμό: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: διαδικασία/δύναμη (της τέχνης). ~ές: διεργασίες/τάσεις. Πβ. ανα-, μετα-μορφωτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική-μετασχηματιστική γραμματική βλ. γραμματική [< γαλλ. transformateur]
30881μετασχολικός, ή, ό με-τα-σχο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο μετά την αποφοίτηση από το σχολείο ή στο χρονικό διάστημα μετά το ωράριο λειτουργίας του: ~ή: εκπαίδευση/ζωή/μόρφωση. ~ές: δραστηριότητες (για μαθητές). ~ά: προγράμματα. Βλ. ενδο-, εξω-σχολικός. ΑΝΤ. προσχολικός
30882μεταταγμένος, η, ο βλ. μετατάσσω
30883μετάταξημε-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση δημοσίου υπαλλήλου από μια υπηρεσία σε άλλη ή ειδικότ. στρατιώτη ή αξιωματικού από ένα Σώμα ή Όπλο σε άλλο: άμεση/αμοιβαία ~. Πλήρωση θέσεων με ~. Εγκρίθηκε η ~ή του. ~ σε ανώτερη εκπαιδευτική βαθμίδα. Βλ. απόσπαση, μετάθεση. 2. ΟΙΚΟΝ. αλλαγή κατηγορίας: ~ εταιρείας από την Παράλληλη στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. ~ επιτηδευματιών σε άλλο καθεστώς ΦΠΑ/τίτλων. [< μτγν. μετάταξις ‘αλλαγή παράταξης (στη μάχη), προαγωγή’, γαλλ. changement d'affectation/de poste]
30884μεταταρσαλγίαμε-τα-ταρ-σαλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στο μετατάρσιο. Βλ. -αλγία. [< γαλλ. métatarsalgie, αγγλ. metatarsalgia]
30885μετατάρσιομε-τα-τάρ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ. το τμήμα του άκρου ποδιού μεταξύ αστραγάλου και δακτύλων, ο σκελετός του οποίου αποτελείται από πέντε επιμήκη οστά· καθένα από αυτά: ραιβό ~. Πτώση ~ίου. Υπέστη κάταγμα στο πέμπτο ~. Βλ. μετακάρπιο, ταρσός, φάλαγγα. [< γαλλ. métatarse, αγγλ. metatarsus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.