Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31560-31580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30881μετασχολικός, ή, ό με-τα-σχο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο μετά την αποφοίτηση από το σχολείο ή στο χρονικό διάστημα μετά το ωράριο λειτουργίας του: ~ή: εκπαίδευση/ζωή/μόρφωση. ~ές: δραστηριότητες (για μαθητές). ~ά: προγράμματα. Βλ. ενδο-, εξω-σχολικός. ΑΝΤ. προσχολικός
30882μεταταγμένος, η, ο βλ. μετατάσσω
30883μετάταξημε-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση δημοσίου υπαλλήλου από μια υπηρεσία σε άλλη ή ειδικότ. στρατιώτη ή αξιωματικού από ένα Σώμα ή Όπλο σε άλλο: άμεση/αμοιβαία ~. Πλήρωση θέσεων με ~. Εγκρίθηκε η ~ή του. ~ σε ανώτερη εκπαιδευτική βαθμίδα. Βλ. απόσπαση, μετάθεση. 2. ΟΙΚΟΝ. αλλαγή κατηγορίας: ~ εταιρείας από την Παράλληλη στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. ~ επιτηδευματιών σε άλλο καθεστώς ΦΠΑ/τίτλων. [< μτγν. μετάταξις ‘αλλαγή παράταξης (στη μάχη), προαγωγή’, γαλλ. changement d'affectation/de poste]
30884μεταταρσαλγίαμε-τα-ταρ-σαλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στο μετατάρσιο. Βλ. -αλγία. [< γαλλ. métatarsalgie, αγγλ. metatarsalgia]
30885μετατάρσιομε-τα-τάρ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ. το τμήμα του άκρου ποδιού μεταξύ αστραγάλου και δακτύλων, ο σκελετός του οποίου αποτελείται από πέντε επιμήκη οστά· καθένα από αυτά: ραιβό ~. Πτώση ~ίου. Υπέστη κάταγμα στο πέμπτο ~. Βλ. μετακάρπιο, ταρσός, φάλαγγα. [< γαλλ. métatarse, αγγλ. metatarsus]
30886μετατάρσιος, α, ο με-τα-τάρ-σι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στο μετατάρσιο: ~α: περιοχή. Βλ. μετακάρπιος. ● Ουσ.: μετατάρσια (τα): μετατάρσια οστά. [< γαλλ. métatarsien, αγγλ. metatarsal]
30887μετατάσσωμε-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {μετέτα-ξε, μετατά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί κ. -γεί, -όμενος, μετατα-γμένος, μετατάσσ-οντας, κυρ. μεσοπαθ.} 1. μετακινώ δημόσιο υπάλληλο από μια υπηρεσία σε άλλη ή ειδικότ. στρατιώτη ή αξιωματικό από ένα Σώμα ή Όπλο σε άλλο: Το υπεράριθμο προσωπικό θα ~γεί σε κενές θέσεις του δημόσιου τομέα. Βλ. αποσπώ, μεταθέτω. 2. ΟΙΚΟΝ. μεταβάλλω την κατηγορία στην οποία ανήκει μια εταιρεία. [< αρχ. μετατάσσω, γαλλ. déplacer]
30888μετατίθεμαιβλ. μεταθέτω
30889μετατοπίζωμε-τα-το-πί-ζω ρ. (μτβ.) {μετατόπι-σα, -σει, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -στεί (λόγ. -σθεί), μετατοπίζ-οντας, -όμενος, μετατοπι-σμένος} 1. (μτφ.) στρέφω κάτι σε διαφορετική κατεύθυνση: Το ενδιαφέρον/το κέντρο βάρους/η προσοχή της κυβέρνησης έχει ~στεί στην ανάπτυξη της περιφέρειας. Πβ. μεταφέρω. ΣΥΝ. μεταθέτω (1) 2. (κυριολ.) μετακινώ από ένα σημείο, τοπικό ή σπανιότ. χρονικό, σε άλλο: Το φορτίο ~στηκε, με αποτέλεσμα το όχημα να ντελαπάρει. Η συνάντηση ~εται (= αναβάλλεται, μετατίθεται) για τις 12.30 μ.μ.|| (επιστ.) ~σμένος: δίσκος/σπόνδυλος. ~σμένη: ισορροπία. [< μεσν. μετατοπίζω, γαλλ. déplacer]
30890μετατόπισημε-τα-τό-πι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (κυριολ.) μετακίνηση (και εγκατάσταση, τοποθέτηση) από ένα σημείο, τοπικό ή σπανιότ. χρονικό, σε άλλο: κάθετη/κατακόρυφη/οριζόντια/πλάγια ~. ~ ενός δικτύου/του εδάφους/του κέντρου βάρους ενός σώματος/ενός φορτίου (= μετατόπισμα). Γεωγραφικές ~ίσεις πληθυσμών. Η αξονική έδειξε ελαφριά ~ του σπονδύλου.|| Χρονική ~ (= μετάθεση, π.χ. της υλοποίησης ενός προγράμματος).|| (ΓΕΩΛ.) ~ των ηπείρων/τεκτονικών πλακών.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της καμπύλης ζήτησης/προσφοράς προς τα δεξιά (= αύξηση). 2. (μτφ.) στροφή προς διαφορετική κατεύθυνση: εκλογική/ιδεολογική/πολιτική/συντηρητική ~ (των ψηφοφόρων προς ...). Η δημοσκόπηση έδειξε σαφή ~ του ενδιαφέροντος στο ηλεκτρονικό εμπόριο. ~ ευθυνών/προβλημάτων σε τρίτους. Πβ. μετάθεση, μεταστροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική μετακίνηση/μετατόπιση βλ. μετακίνηση [< γαλλ. déplacement]
30891μετατόπισμαμε-τα-τό-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): μετατόπιση.
30892μετατραυματικός, ή, ό με-τα-τραυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει ύστερα από τραυματισμό ή είναι αποτέλεσμά του: ~ός: καταρράκτης. ~ή: τετραπληγία. ~ό: σοκ. Πέθανε από ~ή επιπλοκή. ● ΣΥΜΠΛ.: μετατραυματικό στρες/σύνδρομο & διαταραχή μετατραυματικού στρες & μετατραυματική αγχώδης διαταραχή & ψυχοτραυματικό στρες: ΨΥΧΙΑΤΡ. που εμφανίζεται μετά από μια πολύ τραυματική εμπειρία, όπως σεξουαλική ή ψυχολογική κακοποίηση, δυστύχημα, πόλεμο ή φυσική καταστροφή και χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος, εκρήξεις θυμού, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη, αισθήματα ενοχής, ψυχοσωματικά συμπτώματα και επαναβίωση του αρνητικού γεγονότος. [< αγγλ. post-traumatic stress disorder, 1980, ~ ~ syndrome] [< αγγλ. post-traumatic, 1904, γαλλ. post-traumatique]
30893μετατρεπτικός, ή, ό με-τα-τρε-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετατροπή ή συντελεί σε αυτή: (ΒΙΟΧ.) ~ό ένζυμο αγγειοτενσίνης.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή διαταραχή (= διαταραχή μετατροπής, πβ. υστερία). [< αγγλ. converting]
30894μετατρέπωμε-τα-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {μετέτρε-ψα, μετατρέ-ψει, μετατράπ-ηκε (λόγ. μετετράπ-η, μτχ. μετατραπ-είς, -είσα, -έν), μετατραπ-εί, μετατρεπ-όμενος, -οντας}: κάνω κάποιον ή κάτι διαφορετικό, αλλάζω: ~ μια αποθήκη σε γραφείο. ~ τη σύνταξη μιας πρότασης από ενεργητική σε παθητική. Το ερειπωμένο σπίτι ~ηκε σε όμορφο μουσείο. Οι ακτές έχουν ~εί σε σκουπιδότοπους. Ποινή φυλάκισης ~είσα σε χρηματική. Κοινωφελές ίδρυμα, ~έν σε ΝΠΔΔ.|| Εκπομπές που ~ουν τον ανθρώπινο πόνο σε θέαμα. ~ψε τη λύπη μου σε χαρά. Η διαδήλωση ~ηκε σε πεδίο μάχης.|| ~ δολάρια σε ευρώ.|| (για πρόσ.) Από θύμα ~ηκε σε θύτη. Με αυτή τη δουλειά έχω ~εί σε ρομπότ (πβ. γίνομαι). ΣΥΝ. μεταβάλλω [< αρχ. μετατρέπω, γαλλ. convertir]
30895μετατρέψιμος, η, ο με-τα-τρέ-ψι-μος επίθ.: που μπορεί να μετατραπεί: (κυρ. ΟΙΚΟΝ.) ~ο: νόμισμα/ομολογιακό δάνειο. ~ες: μετοχές/ομολογίες.|| ~η ποινή (πβ. εξαγοράσιμη).|| Κάθισμα ~ο σε κρεβάτι. Πβ. τροποποιήσιμος. ΑΝΤ. αμετάτρεπτος [< γαλλ. convertible]
30896μετατρεψιμότηταμε-τα-τρε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα του μετατρέψιμου: (μη) ~ ενός νομίσματος σε χρυσό. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. convertibilité]
30897μετατροπέαςμε-τα-τρο-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {μετατροπ-έα | -είς, -έων} (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΕΧΝΟΛ.): συσκευή, διάταξη ή υπολογιστικό πρόγραμμα που μετατρέπει κάτι από μια μορφή σε άλλη: ~ αναλογικού σήματος σε ψηφιακό (= μεταλλάκτης)/αρχείων/εικόνας/μονάδων μέτρησης/νομισμάτων (: για μετατροπή ενός ποσού από μία νομισματική μονάδα σε άλλη)/σήματος (βλ. ηχείο)/(τάσης) ρεύματος από 220V σε 110V. Βλ. αναστροφ-, ηχοβολ-έας, μετασχηματ-, ψαλιδ-ιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: καταλυτικός μετατροπέας: ΤΕΧΝΟΛ. καταλύτης., υδραυλικός μετατροπέας ροπής: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που χρησιμοποιείται σε αυτόματα κιβώτια ταχυτήτων, λειτουργεί υδραυλικά και παίζει τον ρόλο του συμπλέκτη. [< γαλλ. convertisseur de couple hydraulique] [< γαλλ. convertisseur]
30898μετατροπήμε-τα-τρο-πή ουσ. (θηλ.): τροποποίηση, μεταβολή, αλλαγή: ~ δεδομένων/δεκαδικού αριθμού σε κλάσμα/της θερμικής ενέργειας σε ηλεκτρική/νομισμάτων/συναλλάγματος (από ευρώ σε δολάρια· βλ. ισοδυναμία). Πρόγραμμα ~ής αρχείων (βίντεο)/εικόνας. Δικαίωμα ~ής ομολογιών σε μετοχές. ~ ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία (βλ. εξαγορά). ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή μετατροπής & μετατρεπτική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. είδος νεύρωσης που χαρακτηρίζεται από ακούσια απώλεια ή μεταβολή σωματικής ή αισθητηριακής λειτουργίας, όπως παράλυση ή αναισθησία κάποιου μέλους του σώματος (π.χ. χέρι), τύφλωση, κώφωση ή αφωνία, χωρίς να υπάρχει οργανική αιτία. Πβ. υστερία. [< αγγλ. conversion disorder, 1980, conversion hysteria, 1912] [< αρχ. μετατροπή, γαλλ.-αγγλ. conversion]
30899μετατροπίαμε-τα-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μεταβολή της τονικότητας κατά τη σύνθεση ή εκτέλεση έργου: διατονική/εναρμόνια ~. [< αρχ. μετατροπία 'μεταστροφή της τύχης', γαλλ. modulation]
30900μετατροπικός, ή, ό με-τα-τρο-πι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στη μετατροπία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.