Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3140-3160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2196αλληθώρισμα[ἀλληθώρισμα] αλ-λη-θώ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ενδιαφέρον, στροφή προς ιδέες και πρακτικές που δεν είναι αποδεκτές ή αναμενόμενες· εσκεμμένη αμέλεια, παράβλεψη: κομματικό/πολιτικό ~. Το ~ της εφημερίδας προς τον κίτρινο Τύπο/στελεχών του κόμματος προς τον λαϊκισμό.|| ~ ως προς την είσπραξη των φόρων. 2. στραβισμός.
2197αλληθωρισμός[ἀλληθωρισμός] αλ-λη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αλληθώρισμα: ιδεολογικός ~.|| ~ των αρμοδίων υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων. Βλ. στρουθοκαμηλισμός. 2. ΙΑΤΡ. στραβισμός. Βλ. μυωπία, πρεσβυωπία, -ισμός.
2198αλλήθωρος[ἀλλήθωρος] αλ-λή-θω-ρος επίθ./ουσ.: που αλληθωρίζει: ~ο: βλέμμα. ~α: μάτια. (κατ' επέκτ.) Φορτηγά με ~α φώτα. Πβ. γκαβός.|| (μτφ.) Υποκριτές και ~οι (: που κάνουν πως δεν βλέπουν). ● επίρρ.: αλλήθωρα: (μτφ.) Eνεργούν κοντόθωρα και ~. ● ΦΡ.: το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) (υβριστ.): ως μομφή σε πρόσωπο που δεν ξέρει τι λέει. [< μεσν. αλλήθωρος - – παλαιότ. ορθογρ. αλλοίθωρος]
2199αλληλασφάλιση[ἀλληλασφάλιση] αλ-λη-λα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλασφάλεια: ΟΙΚΟΝ. αμοιβαία ασφάλιση που ασκείται απευθείας από τους ασφαλισμένους μέσω κεντρικού οργάνου (αλληλασφαλιστικού οργανισμού): ενώσεις/ταμείο ~ης.
2200αλληλασφαλιστικός, ή, ό [ἀλληλασφαλιστικός] αλ-λη-λα-σφα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αλληλασφάλιση: ~ός: συνεταιρισμός. ~οί: φορείς.
2201αλληλεγγύη[ἀλληλεγγύη] αλ-λη-λεγ-γύ-η ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συνείδηση αμοιβαιότητας, συνήθ. ανάμεσα στα μέλη ενός συνόλου, η οποία οδηγεί στην ηθική υποχρέωση παροχής βοήθειας· κατ' επέκτ. αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη: διεθνής/έμπρακτη/επαγγελματική/εργατική/κοινοτική (: μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/πολιτική/συναδελφική/χριστιανική ~. Ανθρωπιά και ~. Η ~ ανάμεσα στους λαούς/(μεταξύ) των ανθρώπων (πβ. συνοχή). ~ ενάντια στον ρατσισμό. Κίνημα/μήνυμα/πνεύμα/πράξη ~ης (πβ. αδελφικ-, συντροφικ-ότητα). Ταμείο ~ης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (: για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών). Εισφορά/καλάθι/κουμπαράς/φόρος ~ης. Εκδήλωση σε ένδειξη ~ης προς τους πληγέντες/στους πρόσφυγες. Δείχνω/εκφράζω την ~ μου προς/σε κάποιον (πβ. συμπαράσταση). (Δεν) έχουν/υπάρχει ~ μεταξύ τους. 2. ΝΟΜ. νομική σχέση που προσδίδει σε μια υποχρέωση τον χαρακτήρα της αμοιβαιότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική αλληλεγγύη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σχέσεις και δεσμοί αμοιβαίας στήριξης και συμπαράστασης που αναπτύσσουν τα μέλη μιας κοινωνίας και ο βαθμός ενσωμάτωσής τους μέσα στο σύνολο: Κοινοτικό πρόγραμμα για την απασχόληση και την ~ ~. (Εθνικό) Κέντρο/πολιτική/(Ειδικό) Ταμείο ~ής ~ης. Επίδομα ~ής ~ης Συνταξιούχων (= ΕΚΑΣ). Βλ. ΕΚΚΑ. [< γαλλ. solidarité sociale] , απεργία αλληλεγγύης βλ. απεργία, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία [< μτγν. ἀλληλεγγύη ‘αμοιβαία εγγύηση’, γαλλ. solidarité]
2202αλληλέγγυος, α/ος, ο [ἀλληλέγγυος] αλ-λη-λέγ-γυ-ος επίθ. 1. (λόγ.) που εκφράζει διάθεση στήριξης και συμπαράστασης: ~α: πρωτοβουλία/στάση. Δήλωσαν/τάχθηκαν ~οι στους πρόσφυγες. Αισθάνονται ~οι προς τους πληγέντες από τον σεισμό. 2. ΝΟΜ. που χαρακτηρίζεται μαζί με άλλον από κοινή υποχρέωση ή ευθύνη, συνυπεύθυνος: ~α: ενοχή (= ~α ευθύνη). ● επίρρ.: αλληλέγγυα ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλέγγυα ευθύνη: ΝΟΜ. που βαρύνει από κοινού και εξολοκλήρου δύο ή περισσότερα άτομα ή μέρη: ~ ~ για την καταβολή του φόρου. [< γαλλ. obligation, responsabilité solidaire] , εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία [< μτγν. ἀλληλέγγυος ‘αμοιβαία υπόχρεος έναντι του νόμου’]
2203αλληλένδετος, η, ο [ἀλληλένδετος] αλ-λη-λέν-δε-τος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): που εξαρτάται, συνδέεται αμοιβαία, στενά με κάποιον ή κάτι άλλο, συνδεδεμένος: (μτφ.) ~ες: σχέσεις. ~α: ερωτήματα/φαινόμενα. Έννοιες ~ες μεταξύ τους. Η κατάσταση της υγείας είναι ~η με τον τρόπο διατροφής. Ποιότητα ζωής και προστασία του περιβάλλοντος είναι δύο ~οι στόχοι.|| (κυριολ.) ~οι: κρίκοι. ΑΝΤ. ανεξάρτητος (3) ● επίρρ.: αλληλένδετα [< μτγν. ἀλληλένδετος]
2204αλληλεξάρτηση[ἀλληλεξάρτηση] αλ-λη-λε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλοεξάρτηση: αμοιβαία εξάρτηση: άμεση/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/στενή ~. Βαθμός/σχέση ~ης μεταξύ δύο χωρών/του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. ~ επιμέρους κλάδων της οικονομίας. [< γαλλ. interdépendance]
2205αλληλεξαρτώνται[ἀλληλεξαρτῶνται] αλ-λη-λε-ξαρ-τώ-νται ρ. {συνήθ. στη μτχ. αλληλεξαρτώ-μενοι} & αλληλοεξαρτώνται: εξαρτάται ο ένας από τον άλλο: Φύση και άνθρωπος ~. ~μενοι: τομείς. ~μενες: έννοιες. ~μενα: συμφέροντα. Προϋποθέσεις αλληλένδετες και άμεσα ~μενες. [< αγγλ. interdepend]
2206αλληλεπίδραση[ἀλληλεπίδραση] αλ-λη-λε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλοεπίδραση 1. αμοιβαία επίδραση: αποτελεσματική/αρνητική/επικοινωνιακή/θετική/κοινωνική/παιδαγωγική/πολιτισμική ~.~ ανάμεσα σε/μεταξύ … ~ ωκεανού-ατμόσφαιρας. Η ~ των μαθητών με τον καθηγητή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνολογίες ~ης ανθρώπου-υπολογιστή (βλ. διεπαφή). 2. ΦΑΡΜΑΚ. χημική ή φυσιολογική αντίδραση που προκαλείται, όταν λαμβάνονται μαζί δύο διαφορετικά φάρμακα: ~άσεις φαρμάκων φυτικής προέλευσης. 3. ΦΥΣ. διαδικασία κατά την οποία ένα στοιχειώδες σωματίδιο διασπάται, εξαϋλώνεται ή αντιδρά σε μια δύναμη εξαιτίας της παρουσίας άλλου (π.χ. σε μια σύγκρουση): θεμελιώδεις ~άσεις της ύλης: βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή (πυρηνική δύναμη) και ασθενής (ραδιενέργεια και διάσπαση). [< γερμ. Wechselwirkung, Interaktion, γαλλ.-αγγλ. interaction]
2207αλληλεπιδραστικός, ή, ό [ἀλληλεπιδραστικός] αλ-λη-λε-πι-δρα-στι-κός επίθ. 1. ΠΛΗΡΟΦ. διαδραστικός. 2. που επιδρά ο ένας στον άλλον: ~ή: δραστηριότητα/επικοινωνία. ~ή σχέση γονέων, εκπαιδευτικών και μαθητών. ΣΥΝ. αμφίδρομος (1) ● επίρρ.: αλληλεπιδραστικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαδραστική τηλεόραση βλ. διαδραστικός [< αγγλ. interactive]
2209αλληλεπίθετο[ἀλληλεπίθετο] αλ-λη-λε-πί-θε-το ουσ. (ουδ.): δίκαννο κυνηγετικό και αθλητικό τουφέκι, με τη δεύτερη κάννη κολλητά κάτω από την πρώτη: δισκάνδαλο/μονοσκάνδαλο με επιλογέα ~. Βλ. πλαγιόκαννο. ΣΥΝ. σούπερ ποζέ
2210αλλήλιοβλ. αλληλόμορφος
2211αλληλο- & αλληλ-: α' συνθετικό που εκφράζει σχέση αμοιβαιότητας ή/και συμπληρωματικότητας ανάμεσα σε φυσικές ή αφηρημένες οντότητες: αλληλο-γραφώ/~διδακτικός/~εκτίμηση/~ενισχύονται/~εξόντωση/~εξουδετέρωση/~σπαραγμός. Αλληλ-εγγύη.|| Αλληλ-ένδετος/~εξάρτηση/~επίδραση/~ουχία.
2212αλληλοαναιρούνται[ἀλληλοαναιροῦνται] αλ-λη-λο-α-ναι-ρού-νται ρ. {μτχ. αλληλοαναιρού-μενοι}: αναιρούνται αμοιβαία: Δύο αντίθετοι κόσμοι που συνυπάρχουν, χωρίς να ~. ~μενες: θέσεις.
2213αλληλοαποκλείονται[ἀλληλοαποκλείονται] αλ-λη-λο-α-πο-κλεί-ο-νται ρ.: αποκλείει ο ένας τον άλλο: Παγκοσμιοποίηση και εθνικό κράτος δεν ~.
4848αλληλοαποκλείονται

[ἀντίφαση] α-ντί-φα-ση ουσ. (θηλ.) 1. διατύπωση αλληλοαναιρούμενων προτάσεων ή όρων, έλλειψη συμφωνίας μεταξύ θέσεων που έχει υποστηρίξει το ίδιο πρόσωπο: βασική/εμφανής/εσωτερική/θεμελιώδης ~. Άρση/επίλυση της ~ης. Βρίσκεται/έρχεται σε ~ με ... Συλλογιστική που ενέχει ~. Ο μάρτυρας κατηγορίας υπέπεσε σε ~άσεις. Βλ. ασυμβατότητα. ΣΥΝ. ανακολουθία, αντινομία (1) 2. (γενικότ.) ασυνέπεια, ασυμφωνία: ~ μεταξύ λόγων και έργων. Άνθρωπος/κείμενο/κόσμος γεμάτο(ς) ~άσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή/νόμος της αντίφασης: ΦΙΛΟΣ. λογική αρχή σύμφωνα με την οποία μια έννοια, κρίση ή πρόταση δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς τον εαυτό της ή να έχει γνωρίσματα που αλληλοαποκλείονται. [< αρχ. ἀντίφασις, γαλλ. contradiction]

2214αλληλοβοήθεια[ἀλληλοβοήθεια] αλ-λη-λο-βο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.): αμοιβαία βοήθεια, αλληλεγγύη: οργανωμένη ~. Συνεργασία και ~ µεταξύ των κρατών. Ομάδες/ταμείο ~ας. Πβ. αλληλοϋποστήριξη. Βλ. αλτρουισμός. [< γαλλ. entraide, 1907]
2215αλληλοβοηθητικός, ή, ό [ἀλληλοβοηθητικός] αλ-λη-λο-βο-η-θη-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στην αλληλοβοήθεια: ~ό: ταμείο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.