Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3140-3160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2186αλλεργία[ἀλλεργία] αλ-λερ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική αντίδραση ή υπερευαισθησία του ανοσοποιητικού συστήματος σε ορισμένους αβλαβείς υπό κανονικές συνθήκες παράγοντες (αλλεργιογόνα), που εκδηλώνεται με φαγούρα, φτέρνισμα, αναφυλαξία, πρήξιμο: αναπνευστική/δερματική/εποχιακή/οφθαλμική/τροφική/φαρμακευτική/χρόνια ~. Αντιμετώπιση (βλ. αντιισταμινικό)/ιστορικό/μορφές/συμπτώματα (της) ~ας. Άσθμα και ~ες. Οι ~ες της άνοιξης. Καλλυντικό που δεν προκαλεί ~ (= υποαλλεργικό). Έχει ~ στις γάτες/στη γύρη/στην πενικιλίνη. Πάσχει/ταλαιπωρείται/υποφέρει από ~ες. Βλ. (απ)ευαισθητοποίηση, ατοπία, φωτο~.|| (προφ.) Είχε τόση σκόνη που μ' έπιασε ~. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) έντονη απέχθεια, αποστροφή για κάποιον ή κάτι: Έχει ~ με την εξουσία. Με πιάνει ~. Παθαίνει ~ και μόνο στην ιδέα ότι ... [< γερμ. Allergie, 1906, γαλλ. allergie, 1909, αγγλ. allergy, 1910]
2187αλλεργικός, ή, ό [ἀλλεργικός] αλ-λερ-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ή προκαλείται από αλλεργία: ~ός: βήχας. ~ή: δερματίτιδα/επιπεφυκίτιδα/ευαισθησία/προδιάθεση. ~ό: άσθμα/έκζεμα/συνάχι. ~ά: εξανθήματα. Πβ. ατοπικός. Βλ. αντι~, υπο~, φωτο~. 2. (σπανιότ.) που πάσχει από αλλεργία ή έχει προδιάθεση για αυτή: ~ό: άτομο/δέρμα. ● Ουσ.: αλλεργικός, αλλεργική (ο/η) {κ. (λαϊκό) θηλ. αλλεργικιά} 1. πρόσωπο που πάσχει από αλλεργία: Είναι ~ στα αβγά/στη σκόνη. 2. (μτφ.) πρόσωπο που απεχθάνεται, αποστρέφεται κάποιον ή κάτι: ~ στις κολακείες/στην κριτική. (ειρων.-μειωτ.) Είναι ~ στη δουλειά. [< γερμ. Allergiker] ● επίρρ.: αλλεργικά ● ΣΥΜΠΛ.: αλλεργική ρινίτιδα & (λόγ.) ρινίτις: ΙΑΤΡ. φλεγμονή στον βλεννογόνο της μύτης που προκαλείται από αλλεργιογόνα, με κύρια συμπτώματα το φτέρνισμα και την καταρροή: εποχιακή/οξεία/χρόνια ~ ~., αλλεργικό σοκ & αναφυλακτικό σοκ: ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού σε αλλεργιογόνα, που εκδηλώνεται με αναφυλαξία, έντονη δύσπνοια, πτώση της πίεσης, απώλεια συνείδησης και κίνδυνο θανάτου: Υπέστη ισχυρό/οξύ ~ ~ από τσίμπημα εντόμου/φάρμακο. [< γαλλ. choc allergique, αγγλ. allergic shock & γαλλ. choc anaphylactique, 1902, αγγλ. anaphylactic shock, 1910] [< γερμ. allergisch, 1906, αγγλ. allergic, 1911, γαλλ. allergique, 1920]
2188αλλεργιογόνα[ἀλλεργιογόνα] αλ-λερ-γι-ο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΙΑΤΡ. αντιγόνα που προκαλούν αλλεργία: αερομεταφερόμενα/εισπνεόμενα/ενέσιμα (: φάρμακα)/δερματικά/περιβαλλοντικά/τροφικά/φυτικά ~. Τα ~ των ακάρεων/των (κατοικίδιων) ζώων. [< αγγλ. allergen, 1910, γαλλ. allergène, 1922]
2189αλλεργιογόνος, ος, ο [ἀλλεργιογόνος] αλ-λερ-γι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί αλλεργία: ~ος: δράση. ~οι: παράγοντες. ~ες: ουσίες. ~α: τρόφιμα/φυτά. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. allergène , 1922, allergénique, αγγλ. allergenic, 1913]
2190αλλεργιολογία[ἀλλεργιολογία] αλ-λερ-γι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα που μελετά και θεραπεύει τις αλλεργίες: κλινική/παιδιατρική ~. ~-Ανοσολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. allergologie, 1958]
2191αλλεργιολογικός, ή, ό [ἀλλεργιολογικός] αλ-λερ-γι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αλλεργιολογία ή τον αλλεργιολόγο: ~ός: έλεγχος. ~ό: τμήμα (νοσοκομείου). [< γαλλ. allergologique, 1958]
2192αλλεργιολόγος[ἀλλεργιολόγος] αλ-λερ-γι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αλλεργιολογία: ~-ανοσολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. allergologue, περ. 1965, αγγλ. allergist, 1934]
2193αλληγορία[ἀλληγορία] αλ-λη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που βασίζεται στη διπλή σημασία των λεγομένων και ειδικότ. συμβολική αφήγηση, περιγραφή, απεικόνιση μιας ιδέας, αφηρημένης έννοιας ή έργο που βασίζεται σε αυτόν τον λεκτικό τρόπο: διδακτική/θρησκευτική/ποιητική/πολιτική/φιλοσοφική ~. ~ της εξουσίας/του θανάτου. Συμβολισμοί και ~ες. Βλ. μεταφορά, μύθος, παραβολή. 2. (σπάν.) αόριστη, ασαφής και υπαινικτική έκφραση. Πβ. αοριστολογία. [< μτγν. ἀλληγορία, αγγλ. allegory, γαλλ. allégorie, γερμ. Allegorie]
2194αλληγορικός, ή, ό [ἀλληγορικός] αλ-λη-γο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αλληγορία ή χρησιμοποιεί αλληγορίες: ~ός: λόγος/μύθος. ~ή: γλώσσα/διήγηση/ιστορία/σημασία. ~ό: έργο/περιεχόμενο/ύφος. ~ές: εικόνες (π.χ. ο χάροντας με το δρεπάνι)/έννοιες. Πβ. μεταφορικός, παραβολικός, συμβολικός. ● επίρρ.: αλληγορικά [< μτγν. ἀλληγορικός, αγγλ. allegoric(al), γαλλ. allégorique, γερμ. allegorisch]
2195αλληθωρίζω[ἀλληθωρίζω] αλ-λη-θω-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {αλληθώρι-σα} 1. (για άνθρωπο, τα μάτια του οποίου συγκλίνουν ή αποκλίνουν από τον παράλληλο άξονα) έχω στραβισμό: ~ει από το ένα μάτι. 2. (μτφ.) στρέφομαι σε κάτι που δεν είναι ή δεν θεωρείται αποδεκτό, αναμενόμενο, αποκλίνω από τη βασική γραμμή: Αν και αριστερός, ~ει προς τα δεξιά. 3. (μτφ.) παραβλέπω μια αρνητική κατάσταση: ~ουν μπροστά στη διαφθορά και τα σκάνδαλα. Πβ. εθελοτυφλώ, κάνω τα στραβά μάτια. 4. (μτφ.-προφ.) παίρνω περίεργη έκφραση (εξαιτίας έντονου συναισθήματος, ανάγκης): Την είδε κι ~σε! Είχε ~σει από την πείνα. ● ΦΡ.: με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις βλ. κοιμάμαι
2196αλληθώρισμα[ἀλληθώρισμα] αλ-λη-θώ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ενδιαφέρον, στροφή προς ιδέες και πρακτικές που δεν είναι αποδεκτές ή αναμενόμενες· εσκεμμένη αμέλεια, παράβλεψη: κομματικό/πολιτικό ~. Το ~ της εφημερίδας προς τον κίτρινο Τύπο/στελεχών του κόμματος προς τον λαϊκισμό.|| ~ ως προς την είσπραξη των φόρων. 2. στραβισμός.
2197αλληθωρισμός[ἀλληθωρισμός] αλ-λη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αλληθώρισμα: ιδεολογικός ~.|| ~ των αρμοδίων υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων. Βλ. στρουθοκαμηλισμός. 2. ΙΑΤΡ. στραβισμός. Βλ. μυωπία, πρεσβυωπία, -ισμός.
2198αλλήθωρος[ἀλλήθωρος] αλ-λή-θω-ρος επίθ./ουσ.: που αλληθωρίζει: ~ο: βλέμμα. ~α: μάτια. (κατ' επέκτ.) Φορτηγά με ~α φώτα. Πβ. γκαβός.|| (μτφ.) Υποκριτές και ~οι (: που κάνουν πως δεν βλέπουν). ● επίρρ.: αλλήθωρα: (μτφ.) Eνεργούν κοντόθωρα και ~. ● ΦΡ.: το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) (υβριστ.): ως μομφή σε πρόσωπο που δεν ξέρει τι λέει. [< μεσν. αλλήθωρος - – παλαιότ. ορθογρ. αλλοίθωρος]
2199αλληλασφάλιση[ἀλληλασφάλιση] αλ-λη-λα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλασφάλεια: ΟΙΚΟΝ. αμοιβαία ασφάλιση που ασκείται απευθείας από τους ασφαλισμένους μέσω κεντρικού οργάνου (αλληλασφαλιστικού οργανισμού): ενώσεις/ταμείο ~ης.
2200αλληλασφαλιστικός, ή, ό [ἀλληλασφαλιστικός] αλ-λη-λα-σφα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αλληλασφάλιση: ~ός: συνεταιρισμός. ~οί: φορείς.
2201αλληλεγγύη[ἀλληλεγγύη] αλ-λη-λεγ-γύ-η ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συνείδηση αμοιβαιότητας, συνήθ. ανάμεσα στα μέλη ενός συνόλου, η οποία οδηγεί στην ηθική υποχρέωση παροχής βοήθειας· κατ' επέκτ. αλληλοβοήθεια, αλληλοϋποστήριξη: διεθνής/έμπρακτη/επαγγελματική/εργατική/κοινοτική (: μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/πολιτική/συναδελφική/χριστιανική ~. Ανθρωπιά και ~. Η ~ ανάμεσα στους λαούς/(μεταξύ) των ανθρώπων (πβ. συνοχή). ~ ενάντια στον ρατσισμό. Κίνημα/μήνυμα/πνεύμα/πράξη ~ης (πβ. αδελφικ-, συντροφικ-ότητα). Ταμείο ~ης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (: για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών). Εισφορά/καλάθι/κουμπαράς/φόρος ~ης. Εκδήλωση σε ένδειξη ~ης προς τους πληγέντες/στους πρόσφυγες. Δείχνω/εκφράζω την ~ μου προς/σε κάποιον (πβ. συμπαράσταση). (Δεν) έχουν/υπάρχει ~ μεταξύ τους. 2. ΝΟΜ. νομική σχέση που προσδίδει σε μια υποχρέωση τον χαρακτήρα της αμοιβαιότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική αλληλεγγύη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σχέσεις και δεσμοί αμοιβαίας στήριξης και συμπαράστασης που αναπτύσσουν τα μέλη μιας κοινωνίας και ο βαθμός ενσωμάτωσής τους μέσα στο σύνολο: Κοινοτικό πρόγραμμα για την απασχόληση και την ~ ~. (Εθνικό) Κέντρο/πολιτική/(Ειδικό) Ταμείο ~ής ~ης. Επίδομα ~ής ~ης Συνταξιούχων (= ΕΚΑΣ). Βλ. ΕΚΚΑ. [< γαλλ. solidarité sociale] , απεργία αλληλεγγύης βλ. απεργία, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία [< μτγν. ἀλληλεγγύη ‘αμοιβαία εγγύηση’, γαλλ. solidarité]
2202αλληλέγγυος, α/ος, ο [ἀλληλέγγυος] αλ-λη-λέγ-γυ-ος επίθ. 1. (λόγ.) που εκφράζει διάθεση στήριξης και συμπαράστασης: ~α: πρωτοβουλία/στάση. Δήλωσαν/τάχθηκαν ~οι στους πρόσφυγες. Αισθάνονται ~οι προς τους πληγέντες από τον σεισμό. 2. ΝΟΜ. που χαρακτηρίζεται μαζί με άλλον από κοινή υποχρέωση ή ευθύνη, συνυπεύθυνος: ~α: ενοχή (= ~α ευθύνη). ● επίρρ.: αλληλέγγυα ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλέγγυα ευθύνη: ΝΟΜ. που βαρύνει από κοινού και εξολοκλήρου δύο ή περισσότερα άτομα ή μέρη: ~ ~ για την καταβολή του φόρου. [< γαλλ. obligation, responsabilité solidaire] , εναλλακτικό και αλληλέγγυο εμπόριο βλ. εμπόριο, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία [< μτγν. ἀλληλέγγυος ‘αμοιβαία υπόχρεος έναντι του νόμου’]
2203αλληλένδετος, η, ο [ἀλληλένδετος] αλ-λη-λέν-δε-τος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): που εξαρτάται, συνδέεται αμοιβαία, στενά με κάποιον ή κάτι άλλο, συνδεδεμένος: (μτφ.) ~ες: σχέσεις. ~α: ερωτήματα/φαινόμενα. Έννοιες ~ες μεταξύ τους. Η κατάσταση της υγείας είναι ~η με τον τρόπο διατροφής. Ποιότητα ζωής και προστασία του περιβάλλοντος είναι δύο ~οι στόχοι.|| (κυριολ.) ~οι: κρίκοι. ΑΝΤ. ανεξάρτητος (3) ● επίρρ.: αλληλένδετα [< μτγν. ἀλληλένδετος]
2204αλληλεξάρτηση[ἀλληλεξάρτηση] αλ-λη-λε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλοεξάρτηση: αμοιβαία εξάρτηση: άμεση/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/στενή ~. Βαθμός/σχέση ~ης μεταξύ δύο χωρών/του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. ~ επιμέρους κλάδων της οικονομίας. [< γαλλ. interdépendance]
2206αλληλεπίδραση[ἀλληλεπίδραση] αλ-λη-λε-πί-δρα-ση ουσ. (θηλ.) & αλληλοεπίδραση 1. αμοιβαία επίδραση: αποτελεσματική/αρνητική/επικοινωνιακή/θετική/κοινωνική/παιδαγωγική/πολιτισμική ~.~ ανάμεσα σε/μεταξύ … ~ ωκεανού-ατμόσφαιρας. Η ~ των μαθητών με τον καθηγητή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνολογίες ~ης ανθρώπου-υπολογιστή (βλ. διεπαφή). 2. ΦΑΡΜΑΚ. χημική ή φυσιολογική αντίδραση που προκαλείται, όταν λαμβάνονται μαζί δύο διαφορετικά φάρμακα: ~άσεις φαρμάκων φυτικής προέλευσης. 3. ΦΥΣ. διαδικασία κατά την οποία ένα στοιχειώδες σωματίδιο διασπάται, εξαϋλώνεται ή αντιδρά σε μια δύναμη εξαιτίας της παρουσίας άλλου (π.χ. σε μια σύγκρουση): θεμελιώδεις ~άσεις της ύλης: βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική, ισχυρή (πυρηνική δύναμη) και ασθενής (ραδιενέργεια και διάσπαση). [< γερμ. Wechselwirkung, Interaktion, γαλλ.-αγγλ. interaction]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.