| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30886 | μετατάρσιος | , α, ο με-τα-τάρ-σι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στο μετατάρσιο: ~α: περιοχή. Βλ. μετακάρπιος. ● Ουσ.: μετατάρσια (τα): μετατάρσια οστά. [< γαλλ. métatarsien, αγγλ. metatarsal] | |
| 30887 | μετατάσσω | με-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {μετέτα-ξε, μετατά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί κ. -γεί, -όμενος, μετατα-γμένος, μετατάσσ-οντας, κυρ. μεσοπαθ.} 1. μετακινώ δημόσιο υπάλληλο από μια υπηρεσία σε άλλη ή ειδικότ. στρατιώτη ή αξιωματικό από ένα Σώμα ή Όπλο σε άλλο: Το υπεράριθμο προσωπικό θα ~γεί σε κενές θέσεις του δημόσιου τομέα. Βλ. αποσπώ, μεταθέτω. 2. ΟΙΚΟΝ. μεταβάλλω την κατηγορία στην οποία ανήκει μια εταιρεία. [< αρχ. μετατάσσω, γαλλ. déplacer] | |
| 30888 | μετατίθεμαι | βλ. μεταθέτω | |
| 30889 | μετατοπίζω | με-τα-το-πί-ζω ρ. (μτβ.) {μετατόπι-σα, -σει, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -στεί (λόγ. -σθεί), μετατοπίζ-οντας, -όμενος, μετατοπι-σμένος} 1. (μτφ.) στρέφω κάτι σε διαφορετική κατεύθυνση: Το ενδιαφέρον/το κέντρο βάρους/η προσοχή της κυβέρνησης έχει ~στεί στην ανάπτυξη της περιφέρειας. Πβ. μεταφέρω. ΣΥΝ. μεταθέτω (1) 2. (κυριολ.) μετακινώ από ένα σημείο, τοπικό ή σπανιότ. χρονικό, σε άλλο: Το φορτίο ~στηκε, με αποτέλεσμα το όχημα να ντελαπάρει. Η συνάντηση ~εται (= αναβάλλεται, μετατίθεται) για τις 12.30 μ.μ.|| (επιστ.) ~σμένος: δίσκος/σπόνδυλος. ~σμένη: ισορροπία. [< μεσν. μετατοπίζω, γαλλ. déplacer] | |
| 30890 | μετατόπιση | με-τα-τό-πι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (κυριολ.) μετακίνηση (και εγκατάσταση, τοποθέτηση) από ένα σημείο, τοπικό ή σπανιότ. χρονικό, σε άλλο: κάθετη/κατακόρυφη/οριζόντια/πλάγια ~. ~ ενός δικτύου/του εδάφους/του κέντρου βάρους ενός σώματος/ενός φορτίου (= μετατόπισμα). Γεωγραφικές ~ίσεις πληθυσμών. Η αξονική έδειξε ελαφριά ~ του σπονδύλου.|| Χρονική ~ (= μετάθεση, π.χ. της υλοποίησης ενός προγράμματος).|| (ΓΕΩΛ.) ~ των ηπείρων/τεκτονικών πλακών.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της καμπύλης ζήτησης/προσφοράς προς τα δεξιά (= αύξηση). 2. (μτφ.) στροφή προς διαφορετική κατεύθυνση: εκλογική/ιδεολογική/πολιτική/συντηρητική ~ (των ψηφοφόρων προς ...). Η δημοσκόπηση έδειξε σαφή ~ του ενδιαφέροντος στο ηλεκτρονικό εμπόριο. ~ ευθυνών/προβλημάτων σε τρίτους. Πβ. μετάθεση, μεταστροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική μετακίνηση/μετατόπιση βλ. μετακίνηση [< γαλλ. déplacement] | |
| 30891 | μετατόπισμα | με-τα-τό-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): μετατόπιση. | |
| 30892 | μετατραυματικός | , ή, ό με-τα-τραυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει ύστερα από τραυματισμό ή είναι αποτέλεσμά του: ~ός: καταρράκτης. ~ή: τετραπληγία. ~ό: σοκ. Πέθανε από ~ή επιπλοκή. ● ΣΥΜΠΛ.: μετατραυματικό στρες/σύνδρομο & διαταραχή μετατραυματικού στρες & μετατραυματική αγχώδης διαταραχή & ψυχοτραυματικό στρες: ΨΥΧΙΑΤΡ. που εμφανίζεται μετά από μια πολύ τραυματική εμπειρία, όπως σεξουαλική ή ψυχολογική κακοποίηση, δυστύχημα, πόλεμο ή φυσική καταστροφή και χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος, εκρήξεις θυμού, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη, αισθήματα ενοχής, ψυχοσωματικά συμπτώματα και επαναβίωση του αρνητικού γεγονότος. [< αγγλ. post-traumatic stress disorder, 1980, ~ ~ syndrome] [< αγγλ. post-traumatic, 1904, γαλλ. post-traumatique] | |
| 30893 | μετατρεπτικός | , ή, ό με-τα-τρε-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετατροπή ή συντελεί σε αυτή: (ΒΙΟΧ.) ~ό ένζυμο αγγειοτενσίνης.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή διαταραχή (= διαταραχή μετατροπής, πβ. υστερία). [< αγγλ. converting] | |
| 30894 | μετατρέπω | με-τα-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {μετέτρε-ψα, μετατρέ-ψει, μετατράπ-ηκε (λόγ. μετετράπ-η, μτχ. μετατραπ-είς, -είσα, -έν), μετατραπ-εί, μετατρεπ-όμενος, -οντας}: κάνω κάποιον ή κάτι διαφορετικό, αλλάζω: ~ μια αποθήκη σε γραφείο. ~ τη σύνταξη μιας πρότασης από ενεργητική σε παθητική. Το ερειπωμένο σπίτι ~ηκε σε όμορφο μουσείο. Οι ακτές έχουν ~εί σε σκουπιδότοπους. Ποινή φυλάκισης ~είσα σε χρηματική. Κοινωφελές ίδρυμα, ~έν σε ΝΠΔΔ.|| Εκπομπές που ~ουν τον ανθρώπινο πόνο σε θέαμα. ~ψε τη λύπη μου σε χαρά. Η διαδήλωση ~ηκε σε πεδίο μάχης.|| ~ δολάρια σε ευρώ.|| (για πρόσ.) Από θύμα ~ηκε σε θύτη. Με αυτή τη δουλειά έχω ~εί σε ρομπότ (πβ. γίνομαι). ΣΥΝ. μεταβάλλω [< αρχ. μετατρέπω, γαλλ. convertir] | |
| 30895 | μετατρέψιμος | , η, ο με-τα-τρέ-ψι-μος επίθ.: που μπορεί να μετατραπεί: (κυρ. ΟΙΚΟΝ.) ~ο: νόμισμα/ομολογιακό δάνειο. ~ες: μετοχές/ομολογίες.|| ~η ποινή (πβ. εξαγοράσιμη).|| Κάθισμα ~ο σε κρεβάτι. Πβ. τροποποιήσιμος. ΑΝΤ. αμετάτρεπτος [< γαλλ. convertible] | |
| 30896 | μετατρεψιμότητα | με-τα-τρε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα του μετατρέψιμου: (μη) ~ ενός νομίσματος σε χρυσό. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. convertibilité] | |
| 30897 | μετατροπέας | με-τα-τρο-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {μετατροπ-έα | -είς, -έων} (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΕΧΝΟΛ.): συσκευή, διάταξη ή υπολογιστικό πρόγραμμα που μετατρέπει κάτι από μια μορφή σε άλλη: ~ αναλογικού σήματος σε ψηφιακό (= μεταλλάκτης)/αρχείων/εικόνας/μονάδων μέτρησης/νομισμάτων (: για μετατροπή ενός ποσού από μία νομισματική μονάδα σε άλλη)/σήματος (βλ. ηχείο)/(τάσης) ρεύματος από 220V σε 110V. Βλ. αναστροφ-, ηχοβολ-έας, μετασχηματ-, ψαλιδ-ιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: καταλυτικός μετατροπέας: ΤΕΧΝΟΛ. καταλύτης., υδραυλικός μετατροπέας ροπής: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που χρησιμοποιείται σε αυτόματα κιβώτια ταχυτήτων, λειτουργεί υδραυλικά και παίζει τον ρόλο του συμπλέκτη. [< γαλλ. convertisseur de couple hydraulique] [< γαλλ. convertisseur] | |
| 30898 | μετατροπή | με-τα-τρο-πή ουσ. (θηλ.): τροποποίηση, μεταβολή, αλλαγή: ~ δεδομένων/δεκαδικού αριθμού σε κλάσμα/της θερμικής ενέργειας σε ηλεκτρική/νομισμάτων/συναλλάγματος (από ευρώ σε δολάρια· βλ. ισοδυναμία). Πρόγραμμα ~ής αρχείων (βίντεο)/εικόνας. Δικαίωμα ~ής ομολογιών σε μετοχές. ~ ποινής φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία (βλ. εξαγορά). ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή μετατροπής & μετατρεπτική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. είδος νεύρωσης που χαρακτηρίζεται από ακούσια απώλεια ή μεταβολή σωματικής ή αισθητηριακής λειτουργίας, όπως παράλυση ή αναισθησία κάποιου μέλους του σώματος (π.χ. χέρι), τύφλωση, κώφωση ή αφωνία, χωρίς να υπάρχει οργανική αιτία. Πβ. υστερία. [< αγγλ. conversion disorder, 1980, conversion hysteria, 1912] [< αρχ. μετατροπή, γαλλ.-αγγλ. conversion] | |
| 30899 | μετατροπία | με-τα-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μεταβολή της τονικότητας κατά τη σύνθεση ή εκτέλεση έργου: διατονική/εναρμόνια ~. [< αρχ. μετατροπία 'μεταστροφή της τύχης', γαλλ. modulation] | |
| 30900 | μετατροπικός | , ή, ό με-τα-τρο-πι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στη μετατροπία. | |
| 30901 | μετατρόχιο | με-τα-τρό-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. η απόσταση μεταξύ των κέντρων των πρόσθιων ή οπίσθιων τροχών οχήματος. Βλ. μεταξόνιο. [< γαλλ. voie] | |
| 30902 | μετατρυγικός | , ή, ό με-τα-τρυ-γι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετατρυγικό οξύ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πρόσθετη ύλη που χρησιμοποιείται ως ρυθμιστής οξύτητας σε ορισμένα κρασιά και ως γαλακτωματοποιητής· το Ε353. [< αγγλ. metatartaric acid, γαλλ. acide métatartrique] | |
| 30903 | μετάφαση | με-τά-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η δεύτερη φάση της μίτωσης και της μείωσης κατά την οποία τα χρωμοσώματα διατάσσονται στον ισημερινό της ατράκτου. Βλ. ανά-, μεσό-, πρό-, τελό-φαση. [< γαλλ. métaphase, αγγλ. metaphase] | |
| 30904 | μεταφερτός | , ή, ό με-τα-φερ-τός επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατό να μεταφερθεί: ~ός: εξοπλισμός (πβ. φορητός)/σταθμός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: πρόγραμμα (: που μπορεί να εκτελείται σε διαφορετικού τύπου υπολογιστές). [< γαλλ.-αγγλ. transportable] | |
| 30905 | μεταφέρω | με-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {μετέφερα (προφ.) μετάφερα, μεταφέρ-θηκε (λόγ. μετεφέρθ-η, -ησαν, μτχ. μεταφερ-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, -όμενος, -μένος, -οντας} 1. μετακινώ κάποιον ή κάτι από έναν τόπο, ένα σημείο σε κάποιο άλλο: ~ ασθενείς/τραυματίες. Φορτηγό μετέφερε λαθρομετανάστες. ~θηκε αιμόφυρτος/επειγόντως στο νοσοκομείο. Πβ. διακομίζω.|| ~ αποσκευές/εμπόρευμα/φορτίο. ~ γρήγορα/δωρεάν/με ασφάλεια/στην πλάτη/στα χέρια/στον ώμο. Απαγορεύεται οι επιβάτες να ~ουν εκρηκτικές ή εύφλεκτες ύλες. Με το νέο έτος ~όμαστε (= μετακομίζουμε) στα καινούργια μας γραφεία. Η γύρη ~εται με τον αέρα/με έντομα (πβ. φέρεται). Εύκολα ~όμενο καροτσάκι.|| ~ τα εκλογικά μου δικαιώματα (= κάνω μεταδημότευση). ~θείσες: αρμοδιότητες.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ κεφάλαια σε εταιρεία/λογαριασμό. ~ τα χρήματα σε ομόλογα.|| (ΦΥΣ.) Οι φωτεινές ακτίνες ~ουν ενέργεια.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ τις φωτογραφίες από το κινητό στον υπολογιστή. Τα δεδοµένα ~ονται µέσω του διαδικτύου.|| (ΙΑΤΡ.) Το αίμα ~ει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς.|| (μτφ.) Η μουσική μάς ~ει (= οδηγεί) νοερά σε άλλους κόσμους. Δεν πρέπει να ~ουμε (= να κουβαλάμε) στο σπίτι τα προβλήματα της δουλειάς. Βλ. τηλε~. 2. (μτφ.) μεταδίδω, μεταβιβάζω: ~ την αισιοδοξία μου/ένα αίτημα/γνώσεις/εμπειρίες/εντολές/τις ευχαριστίες/ευχές/ένα μήνυμα/πληροφορίες/τους προβληματισμούς μου/τα συγχαρητήρια/τους χαιρετισμούς κάποιου. Σας το ~ με κάθε επιφύλαξη. Μετέφερε τα λόγια μου διαστρεβλωμένα. Πβ. ανακοινώνω, γνωστοποιώ, διαβιβάζω. 3. αναβάλλω, μεταθέτω: Η ημερομηνία διεξαγωγής του αγώνα ~θηκε για τις ... Πβ. μετατοπίζω. 4. (μτφ.) διασκευάζω για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ένα λογοτεχνικό συνήθ. έργο: ~ ένα μυθιστόρημα στην οθόνη. Κλασικό παραμύθι ~μένο στο σινεμά. 5. μεταφράζω: Να ~ετε το κείμενο στα λατινικά. 6. (σπάν.) αναπαράγω. [< αρχ. μεταφέρω ‘μετακινώ, μετακομίζω, αλλάζω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ