| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30901 | μετατρόχιο | με-τα-τρό-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. η απόσταση μεταξύ των κέντρων των πρόσθιων ή οπίσθιων τροχών οχήματος. Βλ. μεταξόνιο. [< γαλλ. voie] | |
| 30902 | μετατρυγικός | , ή, ό με-τα-τρυ-γι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετατρυγικό οξύ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πρόσθετη ύλη που χρησιμοποιείται ως ρυθμιστής οξύτητας σε ορισμένα κρασιά και ως γαλακτωματοποιητής· το Ε353. [< αγγλ. metatartaric acid, γαλλ. acide métatartrique] | |
| 30903 | μετάφαση | με-τά-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η δεύτερη φάση της μίτωσης και της μείωσης κατά την οποία τα χρωμοσώματα διατάσσονται στον ισημερινό της ατράκτου. Βλ. ανά-, μεσό-, πρό-, τελό-φαση. [< γαλλ. métaphase, αγγλ. metaphase] | |
| 30904 | μεταφερτός | , ή, ό με-τα-φερ-τός επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατό να μεταφερθεί: ~ός: εξοπλισμός (πβ. φορητός)/σταθμός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: πρόγραμμα (: που μπορεί να εκτελείται σε διαφορετικού τύπου υπολογιστές). [< γαλλ.-αγγλ. transportable] | |
| 30905 | μεταφέρω | με-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {μετέφερα (προφ.) μετάφερα, μεταφέρ-θηκε (λόγ. μετεφέρθ-η, -ησαν, μτχ. μεταφερ-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, -όμενος, -μένος, -οντας} 1. μετακινώ κάποιον ή κάτι από έναν τόπο, ένα σημείο σε κάποιο άλλο: ~ ασθενείς/τραυματίες. Φορτηγό μετέφερε λαθρομετανάστες. ~θηκε αιμόφυρτος/επειγόντως στο νοσοκομείο. Πβ. διακομίζω.|| ~ αποσκευές/εμπόρευμα/φορτίο. ~ γρήγορα/δωρεάν/με ασφάλεια/στην πλάτη/στα χέρια/στον ώμο. Απαγορεύεται οι επιβάτες να ~ουν εκρηκτικές ή εύφλεκτες ύλες. Με το νέο έτος ~όμαστε (= μετακομίζουμε) στα καινούργια μας γραφεία. Η γύρη ~εται με τον αέρα/με έντομα (πβ. φέρεται). Εύκολα ~όμενο καροτσάκι.|| ~ τα εκλογικά μου δικαιώματα (= κάνω μεταδημότευση). ~θείσες: αρμοδιότητες.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ κεφάλαια σε εταιρεία/λογαριασμό. ~ τα χρήματα σε ομόλογα.|| (ΦΥΣ.) Οι φωτεινές ακτίνες ~ουν ενέργεια.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ τις φωτογραφίες από το κινητό στον υπολογιστή. Τα δεδοµένα ~ονται µέσω του διαδικτύου.|| (ΙΑΤΡ.) Το αίμα ~ει οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς.|| (μτφ.) Η μουσική μάς ~ει (= οδηγεί) νοερά σε άλλους κόσμους. Δεν πρέπει να ~ουμε (= να κουβαλάμε) στο σπίτι τα προβλήματα της δουλειάς. Βλ. τηλε~. 2. (μτφ.) μεταδίδω, μεταβιβάζω: ~ την αισιοδοξία μου/ένα αίτημα/γνώσεις/εμπειρίες/εντολές/τις ευχαριστίες/ευχές/ένα μήνυμα/πληροφορίες/τους προβληματισμούς μου/τα συγχαρητήρια/τους χαιρετισμούς κάποιου. Σας το ~ με κάθε επιφύλαξη. Μετέφερε τα λόγια μου διαστρεβλωμένα. Πβ. ανακοινώνω, γνωστοποιώ, διαβιβάζω. 3. αναβάλλω, μεταθέτω: Η ημερομηνία διεξαγωγής του αγώνα ~θηκε για τις ... Πβ. μετατοπίζω. 4. (μτφ.) διασκευάζω για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ένα λογοτεχνικό συνήθ. έργο: ~ ένα μυθιστόρημα στην οθόνη. Κλασικό παραμύθι ~μένο στο σινεμά. 5. μεταφράζω: Να ~ετε το κείμενο στα λατινικά. 6. (σπάν.) αναπαράγω. [< αρχ. μεταφέρω ‘μετακινώ, μετακομίζω, αλλάζω’] | |
| 30906 | μεταφιλοσοφία | με-τα-φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. επιστημονική μελέτη της φύσης, των στόχων και μεθόδων της φιλοσοφίας. [< γαλλ. métaphilosophie, 1965, αγγλ. metaphilosophy, 1970] | |
| 30907 | μεταφιλοσοφικός | , ή, ό με-τα-φι-λο-σο-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταφιλοσοφία: ~ός: προβληματισμός/στοχασμός. ~ή: έρευνα. [< γαλλ. métaphilosophique, αγγλ. metaphilosophical, 1942] | |
| 30908 | μεταφιλόσοφος | με-τα-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΦΙΛΟΣ. επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη μεταφιλοσοφία. [< γαλλ. métaphilosophe, αγγλ. metaphilosopher] | |
| 30909 | μεταφορά | με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση από ένα σημείο ή τόπο σε άλλο: ασφαλής/δωρεάν/μαζική ~. ~ ανθρωπιστικής βοήθειας/επίπλων/οστών (πβ. ανα-, μετα-κομιδή)/τροφίμων/υλικών/φορτίων (πβ. κουβάλημα). ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/πλοίο. Το βάζο έσπασε κατά τη ~. ~ νερού προς τα άνυδρα νησιά. Διασυνοριακή ~ αποβλήτων. Έξοδα/θήκη/σάκος/συσκευασία ~άς.|| ~ της έδρας μιας εταιρείας. ~ εκλογικών δικαιωμάτων (πβ. μεταδημότευση). ~ προσωπικού σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου (πβ. μετάταξη).|| (για πρόσ.) ~ ασθενών (πβ. διακομιδή)/λαθρομεταναστών (πβ. διακίνηση)/μαθητών (με σχολικά λεωφορεία)/στρατευμάτων. Ταξιδιωτικό πακέτο για διαμονή και ~ κατ' άτομο.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ανοδική ~ του αέρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου (σε άλλη τράπεζα)/κεφαλαίων/ποσού/υπολοίπου (σε άλλο λογαριασμό). Τραπεζική ~ χρημάτων (πβ. έμβασμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων από το κινητό στον υπολογιστή. Πρωτόκολλο ~άς Υπερκειμένου (= HTTP).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ γραμμής/σύνδεσης/τηλεφώνου. ~ κλήσης σε διαφορετική τηλεφωνική γραμμή ή αριθμό (βλ. εκτροπή). Βλ. τηλε~. 2. αναβολή, μετάθεση σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο: ~ αργίας/ημερομηνίας εξετάσεων στις ... ~ μαθημάτων στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Πβ. μετατόπιση. 3. ανακοίνωση, γνωστοποίηση, μετάδοση: ~ μηνυμάτων/πληροφοριών. Πβ. δια-, μετα-βίβαση. 4. ΓΛΩΣΣ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη ή φράση χρησιμοποιείται με διαφορετική από την κυριολεκτική της σημασία, σε ορισμένο γλωσσικό περιβάλλον, προκειμένου να καταστεί πιο αισθητό, εκφραστικό το νόημα· βασίζεται σε μια λανθάνουσα αναλογία ή ομοιότητα ανάμεσα στη λέξη που λέγεται και σε αυτή που εννοείται: π.χ. παγερό βλέμμα. Τολμηρή ~. || Νεκρή ~ (: αυτή που μέσω της κατάχρησης έχει χάσει τη μεταφορική της αξία, π.χ. διαπλεκόμενα συμφέροντα). Βλ. παρομοίωση. ΑΝΤ. κυριολεξία 5. προσαρμογή, διασκευή λογοτεχνικού συνήθ. έργου, προκειμένου να παρουσιαστεί με άλλο καλλιτεχνικό κυρ. μέσο: θεατρική/κινηματογραφική/τηλεοπτική ~ βιβλίου. Ελεύθερη/πιστή/ρεαλιστική ~ του μυθιστορήματος στην οθόνη. ~ παραμυθιού επί σκηνής. ~ της ζωής (κάποιου) σε ταινία. ~ ενός μύθου στη σύγχρονη εποχή. 6. μετάφραση: ~ ξένου έργου/όρου στα Ελληνικά. Πβ. απόδοση, μεταγλώττιση. 7. ΜΟΥΣ. εκτέλεση μουσικής σύνθεσης σε άλλον τόνο, χαμηλότερο ή υψηλότερο: ~ μελωδίας από το κλειδί του σολ στο κλειδί του φα. Πβ. τρανσπόρτο. 8. ΦΥΣ. ροή θερμικής ή ηλεκτρικής ενέργειας από ένα σύστημα σε άλλο: ~ μάζας/ρεύματος. Μετάδοση της θερμότητας με ~ στα υγρά και τα αέρια. ● μεταφορές (οι): τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει το σύνολο των μέσων και των τρόπων με τους οποίους γίνεται η μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών: ακτοπλοϊκές/αστικές/διεθνείς/εθνικές/εμπορευματικές/εναέριες/επιβατικές/θαλάσσιες/οδικές/σιδηροδρομικές/συνδυασμένες (: με δύο ή περισσότερα διαφορετικά μέσα μεταφοράς)/σχολικές/χερσαίες ~. Δίκτυο/εταιρεία ~ών. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργός μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία που απαιτεί κατανάλωση ενέργειας για τη μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης. [< αγγλ. active transport, 1937] , εννοιολογική μεταφορά: ΓΛΩΣΣ. γλωσσικός μηχανισμός που επιτρέπει την απόδοση μιας αφηρημένης έννοιας (υποκειμενικής εμπειρίας) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας): π.χ. έρχονται δύσκολα χρόνια, πέρασε η ώρα (: σύλληψη του χρόνου ως κινούμενου αντικειμένου σε σχέση με τον ομιλητή). [< αγγλ. conceptual metaphor] , Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς (συντομ. ΜΜΜ) & Μέσα (Μαζικής) Συγκοινωνίας: λεωφορεία, μετρό, τρόλεϊ, τραμ, τρένα, πλοία και αεροπλάνα που χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση του επιβατικού κοινού: ηλεκτροκίνητα ~ ~. Βλ. μέσα σταθερής τροχιάς., παθητική μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία κατά την οποία γίνεται μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης, χωρίς κατανάλωση ενέργειας, δηλ. με διάχυση ή όσμωση. [< αγγλ. passive transport, 1953] , γραμμή μεταφοράς βλ. γραμμή, μεταφορά τεχνολογίας βλ. τεχνολογία ● ΦΡ.: εις μεταφοράν/εκ μεταφοράς: ΛΟΓΙΣΤ. (για αθροιστικό ποσό που καταγράφεται σε λογιστικό βιβλίο) που πρόκειται να μεταφερθεί στην επόμενη σελίδα ή μεταφέρθηκε από την προηγούμενη, αντίστοιχα. [< 1,4: μτγν. μεταφορά, γαλλ. transport, αγγλ. transfer 4: αρχ. ~, γαλλ. métaphore, αγγλ. metaphor] | |
| 30910 | μεταφορέας | με-τα-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): επιχείρηση, οργανισμός, επαγγελματίας ή μέσο, συνήθ. μηχάνημα ή όχημα, που μεταφέρει ανθρώπους ή/και πράγματα, προϊόντα: διεθνής/εθνικός/εναέριος (= αερο~)/θαλάσσιος/τοπικός ~. Οδικός ~ εμπορευμάτων. ~ καυσίμων (πβ. πετρελαιοφόρος). Βλ. δια~.|| ~ ασθενών (πβ. τραυματιοφορέας).|| Ερπυστριοφόρος ~. Βλ. ταχυ~. [< γαλλ. transporteur] | |
| 30911 | μεταφορικός | , ή, ό με-τα-φο-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στη μεταφορά ανθρώπων ή/και πραγμάτων, προϊόντων: ~ός: εξοπλισμός/κόμβος (π.χ. ένα νησί)/στόλος. ~ή: εταιρεία (πβ. μετακομιστική)/ικανότητα (ενός πλοίου)/ταινία (= ταινιόδρομος)/υποδομή. ~ό: αεροσκάφος/κόστος/όχημα. ~ά: έξοδα/συστήματα. Το ~ό έργο του ομίλου ανήλθε σε ... εκατομμύρια επιβάτες. Βλ. δια~.|| (ΦΥΣ.) Η ~ή κίνηση ενός σώματος. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη μεταφορά ως σχήμα λόγου: ~ός: λόγος. ~ή: γλώσσα/έννοια/λειτουργία. ~ή: ερμηνεία/σημασία/χρήση λέξεων και εκφράσεων. Πβ. αλληγορ-, παραβολ-, συμβολ-ικός. Βλ. μετωνυμ-, συνεκδοχ-ικός. ΑΝΤ. κυριολεκτικός (1) ● Ουσ.: μεταφορικά (τα): ενν. έξοδα (για εμπορεύματα): Το αγόρασα τριακόσια ευρώ μαζί με τα ~. Τα ~ βαρύνουν τον παραλήπτη/πελάτη. Πβ. κόμιστρο, ναύλα. ● επίρρ.: μεταφορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφορικό Αρ-Εν-Έι (RNA): ΒΙΟΧ. είδος του Αρ-Εν-Έι που μεταφέρει αμινοξέα στα ριβοσώματα για τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Βλ. αγγελιοφόρο Αρ-Εν-Έι. [< αγγλ. transfer RNA, 1961] , μέσα μεταφοράς/(μεταφορικά) μέσα βλ. μέσο [< 2: μτγν. μεταφορικός, γαλλ. métaphorique, αγγλ. metaphorical] | |
| 30912 | μεταφορτώνω | με-τα-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταφόρτω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, συνηθέστ. μεσοπαθ.} 1. μεταφέρω συνήθ. εμπορεύματα, προϊόντα από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: Το φορτίο ~θηκε σε μικρότερα οχήματα. Βλ. εκ-, ξε-φορτώνω. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κατεβάζω ή σπανιότ. ανεβάζω: Η αίτηση/το αρχείο/το πρόγραμμα μπορεί να ~θεί από το διαδίκτυο.|| Οι χρήστες καλούνται να ~σουν και δικές τους εικόνες στην ιστοσελίδα. 3. (σπάν.-μτφ.) μεταθέτω, μετατοπίζω: ~ει σε τρίτους τις δικές του αποτυχίες/ευθύνες. [< 1: γαλλ. transborder 2: αγγλ. download, 1975, upload, 1977] | |
| 30913 | μεταφόρτωση | με-τα-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μεταφορά εμπορευμάτων, προϊόντων από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: ~ πετρελαίου. Βλ. εκφόρτωση, μετεπιβίβαση, ξεφόρτωμα. || Σταθμός ~ης απορριμμάτων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κατέβασμα ή σπανιότ. ανέβασμα: ~ υποτίτλων/φωτογραφιών. Σφάλμα κατά τη ~. Ο ιστότοπος επιτρέπει τη ~ αρχείων. Πβ. τηλεφόρτωση. [< 1: γαλλ. transbordement 2: αγγλ. download, 1977, upload, 1979] | |
| 30914 | μεταφράζω | με-τα-φρά-ζω ρ. (μτβ.) {μετέφρα-σα, μεταφρά-σω, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, μεταφραζ-όμενος, μεταφρα-σμένος, μεταφράζ-οντας} 1. αποδίδω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα ή μορφή της ίδιας γλώσσας: ~ ελεύθερα/πιστά (κατά λέξη, λέξη, προς λέξη). Τα βιβλία του έχουν ~στεί σε πολλές γλώσσες. Έχει ~σει αρχαίους και λατίνους συγγραφείς. Πώς ~εται ο όρος "..." στα ελληνικά (βλ. αμετάφραστος); (ως κατηγορία σε βιβλιοπωλεία) Ξένη/~σμένη λογοτεχνία. Πβ. μεταγράφω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα που ~ει από τα Αγγλικά στα Γαλλικά και αντίστροφα (: μεταφραστής). ΣΥΝ. μεταγλωττίζω (1), μεταφέρω (5) 2. ΠΛΗΡΟΦ. μετατρέπω ένα πρόγραμμα από μία γλώσσα προγραμματισμού σε άλλη ή δεδομένα από ένα κώδικα σε άλλον. ~σμένο αρχείο. 3. (μτφ.-προφ.) εξηγώ: Δεν καταλάβα γρι, για μετάφρασέ το! ● μεταφράζεται (μτφ.): ισοδυναμεί, σημαίνει, συνεπάγεται: Η μείωση των πωλήσεων ~ σε απώλειες πολλών εκατομμυρίων ευρώ. [< γαλλ. se traduire] [< 1,3: μτγν. μεταφράζω, αγγλ. translate 2: αγγλ. transcode, 1962] | |
| 30915 | μεταφρασεολογία | με-τα-φρα-σε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τις θεωρητικές, περιγραφικές και εφαρμοσμένες πτυχές της μετάφρασης και της διερμηνείας. Πβ. μεταφραστικές σπουδές. Βλ. -λογία. [< γαλλ. traductologie, 1972] | |
| 30916 | μεταφρασεολογικός | , ή, ό με-τα-φρα-σε-ο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταφρασεολογία: ~ή: ανάλυση/έρευνα. ~ές: αρχές/σπουδές. [< γαλλ. traductologique] | |
| 30917 | μεταφρασεολόγος | με-τα-φρα-σε-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη μεταφρασεολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. traductologue] | |
| 30918 | μετάφραση | με-τά-φρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία απόδοσης προφορικού ή γραπτού λόγου σε άλλη γλώσσα ή μορφή της ίδιας γλώσσας· κυρ. συνεκδ. το αποτέλεσμά της που μπορεί να είναι κείμενο, πρόταση, φράση, λέξη ή όρος: ~ από και προς τα Ισπανικά. Επίσημη ~ στα Ελληνικά ξένων τίτλων σπουδών (: από αρμόδια Αρχή του Υπουργείου Εξωτερικών, προξενείο, δικηγόρο). Ευθεία ή αντίστροφη ~ (: από ξένη ή νεκρή σε φυσική γλώσσα ή το αντίστροφο)/διαγλωσσική/κατά λέξη ή πιστή ~. Βραβείο λογοτεχνικής ~ης. Διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από ~ (βλ. πρωτότυπο). Πβ. διερμηνεία, μεταγλώττιση.|| Η ~ των Εβδομήκοντα (: της Παλαιάς Διαθήκης από την εβραϊκή στην ελληνιστική κοινή). ~άσεις έργων του ... Πβ. μεταγραφή, μετάφρασμα. 2. ΒΙΟΛ. σύνθεση πρωτεΐνης στα κυτταρικά ριβοσώματα, με αποκωδικοποίηση της πληροφορίας του αγγελιοφόρου Αρ-Εν-Έι (mRNA). 3. ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή προγράμματος από μία γλώσσα προγραμματισμού σε άλλη ή δεδομένων από έναν κώδικα σε άλλον. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη μετάφραση & μηχανική μετάφραση: που γίνεται μέσω ειδικού λογισμικού. [< γαλλ. traduction automatique, αγγλ. machine translation, 1949], ελεύθερη μετάφραση/απόδοση: που δίνει τη γενική ιδέα ενός κειμένου, μιας πρότασης ή φράσης: σε ~ ~. Βλ. διασκευή, παράφραση. [< γαλλ. traduction libre], ενδογλωσσική μετάφραση βλ. ενδογλωσσικός ● ΦΡ.: χάθηκε στη μετάφραση: (κυριολ. & κατ΄επέκτ.): υπήρξε ασυνεννοησία. [< 1: μτγν. μετάφρασις ‘παράφραση, εξήγηση’, γαλλ. traduction 2: αγγλ. translation, 1963 3: αγγλ. transcoding, 1962] | |
| 30919 | μεταφράσιμος | , η, ο με-τα-φρά-σι-μος επίθ.: που μπορεί να μεταφραστεί: ~ος: όρος/στίχος/τίτλος. ~η: λέξη. ~ο: κείμενο. ΑΝΤ. αμετάφραστος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο πρόγραμμα.|| (ΒΙΟΛ.) Μη ~η περιοχή του γονιδίου. [< αγγλ. translatable] | |
| 30920 | μεταφρασιμότητα | με-τα-φρα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεταφράσιμου: το ζήτημα/τα όρια της ~ας των μεταφορών/της ποίησης. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. translatability] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ