| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30921 | μετάφρασμα | με-τά-φρα-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεταφρασμένο κείμενο ή έργο: Δίπλα στο ~ παραθέτει και το πρωτότυπο. ΣΥΝ. μετάφραση (1) | |
| 30922 | μεταφραστής, μεταφράστρια | με-τα-φρα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη μετάφραση: επίσημος/ορκωτός/πιστοποιημένος ~. Ευαίσθητος/ιδιοφυής/ ικανός/κορυφαίος ~. Πρόλογος/σημείωση του ~ή. Γλωσσικά εργαλεία για ~ές (βλ. λεξικό). Ο ~ ενός βιβλίου. ~ές τεχνικών κειμένων. Βλ. διερμηνέας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. {μόνο στο αρσ.} πρόγραμμα που μεταφράζει προγράμματα από μια γλώσσα προγραμματισμού σε άλλη. Βλ. διερμηνευτής, μεταγλωττιστής, συμβολο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος μεταφραστής: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή που κάνει αυτόματη μετάφραση: (ονλάιν) ~ ~ ιστοσελίδων/κειμένων/λέξεων. ~ ~ από τα Γερμανικά στα Ελληνικά. [< αγγλ. automatic translator] [< 1: μεσν. μεταφραστής, γαλλ. traducteur 2: αγγλ. translator, 1958] | |
| 30923 | μεταφραστικός | , ή, ό με-τα-φρα-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετάφραση ή τον μεταφραστή: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: βιομηχανία/εργασία/εταιρεία/ομάδα (μιας νέας έκδοσης ενός λειτουργικού)/πράξη/προσέγγιση/υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. ~ό: γραφείο. ~ές: επιλογές/σπουδές. ~ά: εργαλεία/λάθη/προβλήματα (της ποίησης).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη (βλ. αυτόματη μετάφραση). ~ό: εγχείρημα/πρόγραμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφραστική ιατρική βλ. ιατρική, μεταφραστικό δάνειο βλ. δάνειο [< μτγν. μεταφραστικός 'που αναφέρεται στην παράφραση', γαλλ. traduction, αγγλ. translation, πβ. translation studies, 1972] | |
| 30924 | μεταφυσική | με-τα-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. (κ. με κεφαλ. Μ) κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τις πρώτες αρχές και αιτίες των όντων, των πραγμάτων και της γνώσης: πλατωνική ~. ~ της ελευθερίας/της κοινωνίας/του φυσικού κόσμου/του χρόνου/του χώρου/της ψυχής. Βλ. γνωσιο-, επιστημο-, κοσμο-, οντο-λογία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δεν μπορεί να συλληφθεί εμπειρικά: ~ της ποίησης. Βλ. αστρολογία, παραψυχολογία. 3. (κατ' επέκτ.) συστηματική αναζήτηση των βάσεων μιας ανθρώπινης δραστηριότητας: ~ του καπιταλισμού. [< μτγν. Μεταφυσική < Αριστοτέλης Μετὰ τὰ Φυσικά < λόγ. λατ. metaphysica, γαλλ. métaphysique, γερμ. Metaphysik, αγγλ. metaphysics] | |
| 30925 | μεταφυσικός | , ή, ό με-τα-φυ-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ό,τι δεν μπορεί να συλληφθεί εμπειρικά, να εξηγηθεί λογικά: ~ός: κόσμος/προβληματισμός/φόβος. ~ή: αγωνία/διάσταση (π.χ. της τέχνης)/εμπειρία/ποίηση. ~ό: θρίλερ. ~ά: ερωτήματα (για την ύπαρξη του Θεού)/θέματα/φαινόμενα. Πβ. υπερ-αισθητός, -βατικός, -φυσικός. 2. ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταφυσική: ~ός: φιλόσοφος. ~ές: θεωρίες. ● Ουσ.: μεταφυσικό (το): οτιδήποτε δεν μπορεί να συλληφθεί και να εξηγηθεί με βάση τις αισθήσεις και τη λογική: η σχέση του ανθρώπου με το ~ό., μεταφυσικός (ο/η) 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το μεταφυσικό ή πιστεύει σε αυτό. 2. μεταφυσικός φιλόσοφος. [< γαλλ. métaphysicien] ● επίρρ.: μεταφυσικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφυσική ζωγραφική: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής που άνθισε στην Ιταλία στις αρχές του 20ού αι., με κύριο χαρακτηριστικό την αναζήτηση της αινιγματικής πλευράς της πραγματικότητας. [< ιταλ. pittura metafisica] [< μεσν. μεταφυσικός, γαλλ. métaphysique, αγγλ. metaphysical] | |
| 30926 | μεταφύτευση | με-τα-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. φύτευση φυτού ή τμήματός του σε διαφορετικό από το αρχικό του σημείο: ~ δενδρυλλίων/ελαιόδεντρων/θάμνων. ~ σε νέα γλάστρα. Η άνοιξη είναι συνήθως η πιο κατάλληλη εποχή για ~εύσεις. Βλ. δενδροφύτευση. 2. (μτφ.) διάδοση ιδεών, αξιών, γνώσεων ή γενικότ. πολιτισμού σε διαφορετικό περιβάλλον. ΣΥΝ. μετακένωση, μεταλαμπάδευση (1) 3. (σπανιότ.) μεταμόσχευση συνήθ. μαλλιών. [< 1,2: μτγν. μεταφύτευσις] | |
| 30927 | μεταφυτεύω | με-τα-φυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεταφύτ-εψα κ. -ευσα, -έψω κ. εύσω, -εύθηκε κ. -εύτηκε, -ευθεί κ. -ευτεί, -ευμένος, μεταφυτεύ-οντας} 1. φυτεύω φυτό ή τμήμα του σε διαφορετικό σημείο από το αρχικό: ~εψα τον βασιλικό σε μεγαλύτερη γλάστρα. 2. (μτφ.-λόγ.) διαδίδω ιδέες, αξίες, γνώσεις ή γενικότ. πολιτισμό σε διαφορετικό περιβάλλον: ~ει την παράδοση από γενιά σε γενιά. Δεν είναι γνωστό από πού ~εύθηκε το έθιμο αυτό. ΣΥΝ. μετακενώνω, μεταλαμπαδεύω (1) 3. (σπάν.) μεταμοσχεύω: ~ευμένα: κύτταρα/μαλλιά. [< 1,2: μτγν. μεταφυτεύω] | |
| 30928 | μεταχαρακτήρας | με-τα-χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. σε γλώσσες προγραμματισμού ή λειτουργικά συστήματα) ειδικός χαρακτήρας που περιγράφει άλλους χαρακτήρες ή χρησιμοποιείται στη θέση τους: ~ες αρχείων. Βλ. κανονική έκφραση. [< αγγλ. metacharacter] | |
| 30929 | μεταχαρακτηρισμός | με-τα-χα-ρα-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. μεταγραφή κειμένων από τη μεγαλογράμματη στη μικρογράμματη γραφή στις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. 2. (σπάν.) απόδοση διαφορετικού χαρακτηρισμού: ~ ενός αδικήματος από κακούργημα σε πλημμέλημα. Πβ. μεταβάπτιση. Βλ. -ισμός, μετονομασία. [< μτγν. μεταχαρακτηρισμός ‘αλλαγή της μορφής’] | |
| 30930 | μεταχειρίζομαι | με-τα-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μεταχειρί-στηκα (λόγ. -σθηκα), -στώ (λόγ. -σθώ), μεταχειριζ-όμενος, μεταχειρι-σμένος} 1. (για πρόσ.) συμπεριφέρομαι σε κάποιον με συγκεκριμένο, συνήθ. αρνητικό, τρόπο: Μας ~στηκαν (= αντιμετώπισαν, φέρθηκαν) άσχημα/με επιείκεια/σαν ζώα. 2. χρησιμοποιώ κάτι για ορισμένο σκοπό: ~εται οποιοδήποτε μέσο, για να πετυχαίνει τον στόχο του. ΣΥΝ. μετέρχομαι (1) [< αρχ. μεταχειρίζομαι ‘παίρνω στα χέρια μου, εξασκώ’] | |
| 30931 | μεταχείριση | με-τα-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο φέρεται κάποιος σε κάποιον άλλο: άδικη/διακριτική/δίκαιη/δικαστική/δυσμενής/επιλεκτική/ισότιμη/ποινική/προνομιακή ~. (ΝΟΜ.) Η αρχή της ίσης ~ης (π.χ. των εργαζομένων, βλ. διακρίσεις, ρατσισμός). Καταδίκη (μιας χώρας) για άνιση/απάνθρωπη/βάναυση/εξευτελιστική/σκληρή ~ κρατουμένων. Κοινοτικό σχέδιο δράσης για καλή/ορθή ~ των ζώων. Δήλωσε ότι δεν θέλει ειδική ~. Δεν έτυχε ευνοϊκής ~ης. Πβ. συμπεριφορά, φέρσιμο, χειρισμός.|| (κατ' επέκτ.) Φορολογική ~ εισοδημάτων. Βλ. κακο~. ΣΥΝ. αντιμετώπιση (2) 2. χρήση, χρησιμοποίηση, επεξεργασία: ασφαλής/σωστή ~ τροφίμων. Μετασυλλεκτική ~ καρπών και λαχανικών. [< μτγν. μεταχείρισις ‘αντιμετώπιση, πραγμάτευση’, γαλλ. traitement] | |
| 30932 | μεταχείρισμα | με-τα-χεί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): χρήση, χρησιμοποίηση: ~ της γλώσσας/του στίχου. | |
| 30933 | μεταχειρισμένος | , η, ο με-τα-χει-ρι-σμέ-νος επίθ.: που τον έχουν χρησιμοποιήσει, που δεν είναι καινούργιος: ~ος: εξοπλισμός/υπολογιστής. ~η: συσκευή. Το κατάστημα πουλάει ~α ανταλλακτικά/αυτοκίνητα/βιβλία/κινητά/μηχανήματα/μουσικά όργανα/προϊόντα.|| (ως ουδ. ουσ. στον πληθ.) Αγορά/εισαγωγή/εμπορία ~ων. Πβ. από δεύτερο χέρι. ΣΥΝ. χρησιμοποιημένος (1) ΑΝΤ. αμεταχείριστος, αχρησιμοποίητος | |
| 30934 | μεταχθεί | βλ. μετάγω | |
| 30935 | μεταχρονολόγηση | με-τα-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταχρονολογώ: (ΟΙΚΟΝ.) ~ επιταγής.|| (σπάν.-μτφ.) ~ προβλημάτων. ΑΝΤ. προχρονολόγηση [< γαλλ. postdate] | |
| 30936 | μεταχρονολογώ | [μεταχρονολογῶ] με-τα-χρο-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {μεταχρονολογ-είς ... | μεταχρονολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΝ. σημειώνω χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική: ~ημένη: επιταγή. ΑΝΤ. προχρονολογώ 2. (σπάν.-μτφ.) μεταθέτω: Η πρόβα τζενεράλε ~ήθηκε για τις ... του μηνός. [< γαλλ. postdater] | |
| 30937 | μεταχρωματίζεται | με-τα-χρω-μα-τί-ζε-ται ρ. (αμτβ.) {μεταχρωματί-στηκε, -στεί, -σμένος} (+ σε): (για φυτά, συχνά ως ένδειξη ασθένειας) αλλάζει χρώμα: ~σμένο: ξύλο. Οι καρποί του ~ονται σε μαύρους κατά την ωρίμανση. [< μεσν. μεταχρωματίζομαι] | |
| 30938 | μεταχρωματισμός | με-τα-χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): (για φυτά, συχνά ως ένδειξη ασθένειας) αλλαγή χρώματος ή το αποτέλεσμά της, κηλίδα: καστανός ~ του καρπού/ξύλου. Εμφανίστηκαν ερυθροί ~οί στους μίσχους/στα φύλλα (βλ. τροφοπενία). Βλ. -ισμός. | |
| 30939 | μεταψυχική | με-τα-ψυ-χι-κή ουσ. (θηλ.): παραψυχολογία. [< γαλλ. métapsychique , 1905, αγγλ. metapsychics] | |
| 30940 | μεταψυχικός | , ή, ό με-τα-ψυ-χι-κός επίθ.: παραψυχολογικός. [< γαλλ. métapsychique, 1905, αγγλ. metapsychic(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ