| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30906 | μεταφιλοσοφία | με-τα-φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. επιστημονική μελέτη της φύσης, των στόχων και μεθόδων της φιλοσοφίας. [< γαλλ. métaphilosophie, 1965, αγγλ. metaphilosophy, 1970] | |
| 30907 | μεταφιλοσοφικός | , ή, ό με-τα-φι-λο-σο-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταφιλοσοφία: ~ός: προβληματισμός/στοχασμός. ~ή: έρευνα. [< γαλλ. métaphilosophique, αγγλ. metaphilosophical, 1942] | |
| 30908 | μεταφιλόσοφος | με-τα-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΦΙΛΟΣ. επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη μεταφιλοσοφία. [< γαλλ. métaphilosophe, αγγλ. metaphilosopher] | |
| 30909 | μεταφορά | με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση από ένα σημείο ή τόπο σε άλλο: ασφαλής/δωρεάν/μαζική ~. ~ ανθρωπιστικής βοήθειας/επίπλων/οστών (πβ. ανα-, μετα-κομιδή)/τροφίμων/υλικών/φορτίων (πβ. κουβάλημα). ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/πλοίο. Το βάζο έσπασε κατά τη ~. ~ νερού προς τα άνυδρα νησιά. Διασυνοριακή ~ αποβλήτων. Έξοδα/θήκη/σάκος/συσκευασία ~άς.|| ~ της έδρας μιας εταιρείας. ~ εκλογικών δικαιωμάτων (πβ. μεταδημότευση). ~ προσωπικού σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου (πβ. μετάταξη).|| (για πρόσ.) ~ ασθενών (πβ. διακομιδή)/λαθρομεταναστών (πβ. διακίνηση)/μαθητών (με σχολικά λεωφορεία)/στρατευμάτων. Ταξιδιωτικό πακέτο για διαμονή και ~ κατ' άτομο.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ανοδική ~ του αέρα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου (σε άλλη τράπεζα)/κεφαλαίων/ποσού/υπολοίπου (σε άλλο λογαριασμό). Τραπεζική ~ χρημάτων (πβ. έμβασμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων από το κινητό στον υπολογιστή. Πρωτόκολλο ~άς Υπερκειμένου (= HTTP).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ γραμμής/σύνδεσης/τηλεφώνου. ~ κλήσης σε διαφορετική τηλεφωνική γραμμή ή αριθμό (βλ. εκτροπή). Βλ. τηλε~. 2. αναβολή, μετάθεση σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο: ~ αργίας/ημερομηνίας εξετάσεων στις ... ~ μαθημάτων στην εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Πβ. μετατόπιση. 3. ανακοίνωση, γνωστοποίηση, μετάδοση: ~ μηνυμάτων/πληροφοριών. Πβ. δια-, μετα-βίβαση. 4. ΓΛΩΣΣ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη ή φράση χρησιμοποιείται με διαφορετική από την κυριολεκτική της σημασία, σε ορισμένο γλωσσικό περιβάλλον, προκειμένου να καταστεί πιο αισθητό, εκφραστικό το νόημα· βασίζεται σε μια λανθάνουσα αναλογία ή ομοιότητα ανάμεσα στη λέξη που λέγεται και σε αυτή που εννοείται: π.χ. παγερό βλέμμα. Τολμηρή ~. || Νεκρή ~ (: αυτή που μέσω της κατάχρησης έχει χάσει τη μεταφορική της αξία, π.χ. διαπλεκόμενα συμφέροντα). Βλ. παρομοίωση. ΑΝΤ. κυριολεξία 5. προσαρμογή, διασκευή λογοτεχνικού συνήθ. έργου, προκειμένου να παρουσιαστεί με άλλο καλλιτεχνικό κυρ. μέσο: θεατρική/κινηματογραφική/τηλεοπτική ~ βιβλίου. Ελεύθερη/πιστή/ρεαλιστική ~ του μυθιστορήματος στην οθόνη. ~ παραμυθιού επί σκηνής. ~ της ζωής (κάποιου) σε ταινία. ~ ενός μύθου στη σύγχρονη εποχή. 6. μετάφραση: ~ ξένου έργου/όρου στα Ελληνικά. Πβ. απόδοση, μεταγλώττιση. 7. ΜΟΥΣ. εκτέλεση μουσικής σύνθεσης σε άλλον τόνο, χαμηλότερο ή υψηλότερο: ~ μελωδίας από το κλειδί του σολ στο κλειδί του φα. Πβ. τρανσπόρτο. 8. ΦΥΣ. ροή θερμικής ή ηλεκτρικής ενέργειας από ένα σύστημα σε άλλο: ~ μάζας/ρεύματος. Μετάδοση της θερμότητας με ~ στα υγρά και τα αέρια. ● μεταφορές (οι): τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει το σύνολο των μέσων και των τρόπων με τους οποίους γίνεται η μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών: ακτοπλοϊκές/αστικές/διεθνείς/εθνικές/εμπορευματικές/εναέριες/επιβατικές/θαλάσσιες/οδικές/σιδηροδρομικές/συνδυασμένες (: με δύο ή περισσότερα διαφορετικά μέσα μεταφοράς)/σχολικές/χερσαίες ~. Δίκτυο/εταιρεία ~ών. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική/ενεργός μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία που απαιτεί κατανάλωση ενέργειας για τη μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης. [< αγγλ. active transport, 1937] , εννοιολογική μεταφορά: ΓΛΩΣΣ. γλωσσικός μηχανισμός που επιτρέπει την απόδοση μιας αφηρημένης έννοιας (υποκειμενικής εμπειρίας) μέσω μιας απτής και συγκεκριμένης (αισθησιοκινητικής εμπειρίας): π.χ. έρχονται δύσκολα χρόνια, πέρασε η ώρα (: σύλληψη του χρόνου ως κινούμενου αντικειμένου σε σχέση με τον ομιλητή). [< αγγλ. conceptual metaphor] , Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς (συντομ. ΜΜΜ) & Μέσα (Μαζικής) Συγκοινωνίας: λεωφορεία, μετρό, τρόλεϊ, τραμ, τρένα, πλοία και αεροπλάνα που χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση του επιβατικού κοινού: ηλεκτροκίνητα ~ ~. Βλ. μέσα σταθερής τροχιάς., παθητική μεταφορά: ΒΙΟΧ. διεργασία κατά την οποία γίνεται μετακίνηση μορίων ή ιόντων μέσω κυτταρικής μεμβράνης, χωρίς κατανάλωση ενέργειας, δηλ. με διάχυση ή όσμωση. [< αγγλ. passive transport, 1953] , γραμμή μεταφοράς βλ. γραμμή, μεταφορά τεχνολογίας βλ. τεχνολογία ● ΦΡ.: εις μεταφοράν/εκ μεταφοράς: ΛΟΓΙΣΤ. (για αθροιστικό ποσό που καταγράφεται σε λογιστικό βιβλίο) που πρόκειται να μεταφερθεί στην επόμενη σελίδα ή μεταφέρθηκε από την προηγούμενη, αντίστοιχα. [< 1,4: μτγν. μεταφορά, γαλλ. transport, αγγλ. transfer 4: αρχ. ~, γαλλ. métaphore, αγγλ. metaphor] | |
| 30910 | μεταφορέας | με-τα-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): επιχείρηση, οργανισμός, επαγγελματίας ή μέσο, συνήθ. μηχάνημα ή όχημα, που μεταφέρει ανθρώπους ή/και πράγματα, προϊόντα: διεθνής/εθνικός/εναέριος (= αερο~)/θαλάσσιος/τοπικός ~. Οδικός ~ εμπορευμάτων. ~ καυσίμων (πβ. πετρελαιοφόρος). Βλ. δια~.|| ~ ασθενών (πβ. τραυματιοφορέας).|| Ερπυστριοφόρος ~. Βλ. ταχυ~. [< γαλλ. transporteur] | |
| 30911 | μεταφορικός | , ή, ό με-τα-φο-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στη μεταφορά ανθρώπων ή/και πραγμάτων, προϊόντων: ~ός: εξοπλισμός/κόμβος (π.χ. ένα νησί)/στόλος. ~ή: εταιρεία (πβ. μετακομιστική)/ικανότητα (ενός πλοίου)/ταινία (= ταινιόδρομος)/υποδομή. ~ό: αεροσκάφος/κόστος/όχημα. ~ά: έξοδα/συστήματα. Το ~ό έργο του ομίλου ανήλθε σε ... εκατομμύρια επιβάτες. Βλ. δια~.|| (ΦΥΣ.) Η ~ή κίνηση ενός σώματος. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη μεταφορά ως σχήμα λόγου: ~ός: λόγος. ~ή: γλώσσα/έννοια/λειτουργία. ~ή: ερμηνεία/σημασία/χρήση λέξεων και εκφράσεων. Πβ. αλληγορ-, παραβολ-, συμβολ-ικός. Βλ. μετωνυμ-, συνεκδοχ-ικός. ΑΝΤ. κυριολεκτικός (1) ● Ουσ.: μεταφορικά (τα): ενν. έξοδα (για εμπορεύματα): Το αγόρασα τριακόσια ευρώ μαζί με τα ~. Τα ~ βαρύνουν τον παραλήπτη/πελάτη. Πβ. κόμιστρο, ναύλα. ● επίρρ.: μεταφορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφορικό Αρ-Εν-Έι (RNA): ΒΙΟΧ. είδος του Αρ-Εν-Έι που μεταφέρει αμινοξέα στα ριβοσώματα για τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Βλ. αγγελιοφόρο Αρ-Εν-Έι. [< αγγλ. transfer RNA, 1961] , μέσα μεταφοράς/(μεταφορικά) μέσα βλ. μέσο [< 2: μτγν. μεταφορικός, γαλλ. métaphorique, αγγλ. metaphorical] | |
| 30912 | μεταφορτώνω | με-τα-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταφόρτω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, συνηθέστ. μεσοπαθ.} 1. μεταφέρω συνήθ. εμπορεύματα, προϊόντα από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: Το φορτίο ~θηκε σε μικρότερα οχήματα. Βλ. εκ-, ξε-φορτώνω. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κατεβάζω ή σπανιότ. ανεβάζω: Η αίτηση/το αρχείο/το πρόγραμμα μπορεί να ~θεί από το διαδίκτυο.|| Οι χρήστες καλούνται να ~σουν και δικές τους εικόνες στην ιστοσελίδα. 3. (σπάν.-μτφ.) μεταθέτω, μετατοπίζω: ~ει σε τρίτους τις δικές του αποτυχίες/ευθύνες. [< 1: γαλλ. transborder 2: αγγλ. download, 1975, upload, 1977] | |
| 30913 | μεταφόρτωση | με-τα-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. μεταφορά εμπορευμάτων, προϊόντων από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: ~ πετρελαίου. Βλ. εκφόρτωση, μετεπιβίβαση, ξεφόρτωμα. || Σταθμός ~ης απορριμμάτων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κατέβασμα ή σπανιότ. ανέβασμα: ~ υποτίτλων/φωτογραφιών. Σφάλμα κατά τη ~. Ο ιστότοπος επιτρέπει τη ~ αρχείων. Πβ. τηλεφόρτωση. [< 1: γαλλ. transbordement 2: αγγλ. download, 1977, upload, 1979] | |
| 30915 | μεταφρασεολογία | με-τα-φρα-σε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τις θεωρητικές, περιγραφικές και εφαρμοσμένες πτυχές της μετάφρασης και της διερμηνείας. Πβ. μεταφραστικές σπουδές. Βλ. -λογία. [< γαλλ. traductologie, 1972] | |
| 30916 | μεταφρασεολογικός | , ή, ό με-τα-φρα-σε-ο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταφρασεολογία: ~ή: ανάλυση/έρευνα. ~ές: αρχές/σπουδές. [< γαλλ. traductologique] | |
| 30917 | μεταφρασεολόγος | με-τα-φρα-σε-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη μεταφρασεολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. traductologue] | |
| 30918 | μετάφραση | με-τά-φρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία απόδοσης προφορικού ή γραπτού λόγου σε άλλη γλώσσα ή μορφή της ίδιας γλώσσας· κυρ. συνεκδ. το αποτέλεσμά της που μπορεί να είναι κείμενο, πρόταση, φράση, λέξη ή όρος: ~ από και προς τα Ισπανικά. Επίσημη ~ στα Ελληνικά ξένων τίτλων σπουδών (: από αρμόδια Αρχή του Υπουργείου Εξωτερικών, προξενείο, δικηγόρο). Ευθεία ή αντίστροφη ~ (: από ξένη ή νεκρή σε φυσική γλώσσα ή το αντίστροφο)/διαγλωσσική/κατά λέξη ή πιστή ~. Βραβείο λογοτεχνικής ~ης. Διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από ~ (βλ. πρωτότυπο). Πβ. διερμηνεία, μεταγλώττιση.|| Η ~ των Εβδομήκοντα (: της Παλαιάς Διαθήκης από την εβραϊκή στην ελληνιστική κοινή). ~άσεις έργων του ... Πβ. μεταγραφή, μετάφρασμα. 2. ΒΙΟΛ. σύνθεση πρωτεΐνης στα κυτταρικά ριβοσώματα, με αποκωδικοποίηση της πληροφορίας του αγγελιοφόρου Αρ-Εν-Έι (mRNA). 3. ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή προγράμματος από μία γλώσσα προγραμματισμού σε άλλη ή δεδομένων από έναν κώδικα σε άλλον. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη μετάφραση & μηχανική μετάφραση: που γίνεται μέσω ειδικού λογισμικού. [< γαλλ. traduction automatique, αγγλ. machine translation, 1949], ελεύθερη μετάφραση/απόδοση: που δίνει τη γενική ιδέα ενός κειμένου, μιας πρότασης ή φράσης: σε ~ ~. Βλ. διασκευή, παράφραση. [< γαλλ. traduction libre], ενδογλωσσική μετάφραση βλ. ενδογλωσσικός ● ΦΡ.: χάθηκε στη μετάφραση: (κυριολ. & κατ΄επέκτ.): υπήρξε ασυνεννοησία. [< 1: μτγν. μετάφρασις ‘παράφραση, εξήγηση’, γαλλ. traduction 2: αγγλ. translation, 1963 3: αγγλ. transcoding, 1962] | |
| 30919 | μεταφράσιμος | , η, ο με-τα-φρά-σι-μος επίθ.: που μπορεί να μεταφραστεί: ~ος: όρος/στίχος/τίτλος. ~η: λέξη. ~ο: κείμενο. ΑΝΤ. αμετάφραστος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο πρόγραμμα.|| (ΒΙΟΛ.) Μη ~η περιοχή του γονιδίου. [< αγγλ. translatable] | |
| 30920 | μεταφρασιμότητα | με-τα-φρα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεταφράσιμου: το ζήτημα/τα όρια της ~ας των μεταφορών/της ποίησης. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. translatability] | |
| 30921 | μετάφρασμα | με-τά-φρα-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεταφρασμένο κείμενο ή έργο: Δίπλα στο ~ παραθέτει και το πρωτότυπο. ΣΥΝ. μετάφραση (1) | |
| 30922 | μεταφραστής, μεταφράστρια | με-τα-φρα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη μετάφραση: επίσημος/ορκωτός/πιστοποιημένος ~. Ευαίσθητος/ιδιοφυής/ ικανός/κορυφαίος ~. Πρόλογος/σημείωση του ~ή. Γλωσσικά εργαλεία για ~ές (βλ. λεξικό). Ο ~ ενός βιβλίου. ~ές τεχνικών κειμένων. Βλ. διερμηνέας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. {μόνο στο αρσ.} πρόγραμμα που μεταφράζει προγράμματα από μια γλώσσα προγραμματισμού σε άλλη. Βλ. διερμηνευτής, μεταγλωττιστής, συμβολο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος μεταφραστής: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή που κάνει αυτόματη μετάφραση: (ονλάιν) ~ ~ ιστοσελίδων/κειμένων/λέξεων. ~ ~ από τα Γερμανικά στα Ελληνικά. [< αγγλ. automatic translator] [< 1: μεσν. μεταφραστής, γαλλ. traducteur 2: αγγλ. translator, 1958] | |
| 30923 | μεταφραστικός | , ή, ό με-τα-φρα-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετάφραση ή τον μεταφραστή: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: βιομηχανία/εργασία/εταιρεία/ομάδα (μιας νέας έκδοσης ενός λειτουργικού)/πράξη/προσέγγιση/υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. ~ό: γραφείο. ~ές: επιλογές/σπουδές. ~ά: εργαλεία/λάθη/προβλήματα (της ποίησης).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη (βλ. αυτόματη μετάφραση). ~ό: εγχείρημα/πρόγραμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφραστική ιατρική βλ. ιατρική, μεταφραστικό δάνειο βλ. δάνειο [< μτγν. μεταφραστικός 'που αναφέρεται στην παράφραση', γαλλ. traduction, αγγλ. translation, πβ. translation studies, 1972] | |
| 30924 | μεταφυσική | με-τα-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. (κ. με κεφαλ. Μ) κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τις πρώτες αρχές και αιτίες των όντων, των πραγμάτων και της γνώσης: πλατωνική ~. ~ της ελευθερίας/της κοινωνίας/του φυσικού κόσμου/του χρόνου/του χώρου/της ψυχής. Βλ. γνωσιο-, επιστημο-, κοσμο-, οντο-λογία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δεν μπορεί να συλληφθεί εμπειρικά: ~ της ποίησης. Βλ. αστρολογία, παραψυχολογία. 3. (κατ' επέκτ.) συστηματική αναζήτηση των βάσεων μιας ανθρώπινης δραστηριότητας: ~ του καπιταλισμού. [< μτγν. Μεταφυσική < Αριστοτέλης Μετὰ τὰ Φυσικά < λόγ. λατ. metaphysica, γαλλ. métaphysique, γερμ. Metaphysik, αγγλ. metaphysics] | |
| 30925 | μεταφυσικός | , ή, ό με-τα-φυ-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ό,τι δεν μπορεί να συλληφθεί εμπειρικά, να εξηγηθεί λογικά: ~ός: κόσμος/προβληματισμός/φόβος. ~ή: αγωνία/διάσταση (π.χ. της τέχνης)/εμπειρία/ποίηση. ~ό: θρίλερ. ~ά: ερωτήματα (για την ύπαρξη του Θεού)/θέματα/φαινόμενα. Πβ. υπερ-αισθητός, -βατικός, -φυσικός. 2. ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταφυσική: ~ός: φιλόσοφος. ~ές: θεωρίες. ● Ουσ.: μεταφυσικό (το): οτιδήποτε δεν μπορεί να συλληφθεί και να εξηγηθεί με βάση τις αισθήσεις και τη λογική: η σχέση του ανθρώπου με το ~ό., μεταφυσικός (ο/η) 1. πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το μεταφυσικό ή πιστεύει σε αυτό. 2. μεταφυσικός φιλόσοφος. [< γαλλ. métaphysicien] ● επίρρ.: μεταφυσικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μεταφυσική ζωγραφική: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής που άνθισε στην Ιταλία στις αρχές του 20ού αι., με κύριο χαρακτηριστικό την αναζήτηση της αινιγματικής πλευράς της πραγματικότητας. [< ιταλ. pittura metafisica] [< μεσν. μεταφυσικός, γαλλ. métaphysique, αγγλ. metaphysical] | |
| 30926 | μεταφύτευση | με-τα-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. φύτευση φυτού ή τμήματός του σε διαφορετικό από το αρχικό του σημείο: ~ δενδρυλλίων/ελαιόδεντρων/θάμνων. ~ σε νέα γλάστρα. Η άνοιξη είναι συνήθως η πιο κατάλληλη εποχή για ~εύσεις. Βλ. δενδροφύτευση. 2. (μτφ.) διάδοση ιδεών, αξιών, γνώσεων ή γενικότ. πολιτισμού σε διαφορετικό περιβάλλον. ΣΥΝ. μετακένωση, μεταλαμπάδευση (1) 3. (σπανιότ.) μεταμόσχευση συνήθ. μαλλιών. [< 1,2: μτγν. μεταφύτευσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ