| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30927 | μεταφυτεύω | με-τα-φυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεταφύτ-εψα κ. -ευσα, -έψω κ. εύσω, -εύθηκε κ. -εύτηκε, -ευθεί κ. -ευτεί, -ευμένος, μεταφυτεύ-οντας} 1. φυτεύω φυτό ή τμήμα του σε διαφορετικό σημείο από το αρχικό: ~εψα τον βασιλικό σε μεγαλύτερη γλάστρα. 2. (μτφ.-λόγ.) διαδίδω ιδέες, αξίες, γνώσεις ή γενικότ. πολιτισμό σε διαφορετικό περιβάλλον: ~ει την παράδοση από γενιά σε γενιά. Δεν είναι γνωστό από πού ~εύθηκε το έθιμο αυτό. ΣΥΝ. μετακενώνω, μεταλαμπαδεύω (1) 3. (σπάν.) μεταμοσχεύω: ~ευμένα: κύτταρα/μαλλιά. [< 1,2: μτγν. μεταφυτεύω] | |
| 30928 | μεταχαρακτήρας | με-τα-χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. σε γλώσσες προγραμματισμού ή λειτουργικά συστήματα) ειδικός χαρακτήρας που περιγράφει άλλους χαρακτήρες ή χρησιμοποιείται στη θέση τους: ~ες αρχείων. Βλ. κανονική έκφραση. [< αγγλ. metacharacter] | |
| 30929 | μεταχαρακτηρισμός | με-τα-χα-ρα-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. μεταγραφή κειμένων από τη μεγαλογράμματη στη μικρογράμματη γραφή στις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. 2. (σπάν.) απόδοση διαφορετικού χαρακτηρισμού: ~ ενός αδικήματος από κακούργημα σε πλημμέλημα. Πβ. μεταβάπτιση. Βλ. -ισμός, μετονομασία. [< μτγν. μεταχαρακτηρισμός ‘αλλαγή της μορφής’] | |
| 8722 | μεταχειρίζομαι | , η, ο βα-ρύ-θυ-μος επίθ. (λόγ.): δύσθυμος. ● επίρρ.: βαρύθυμα [< αρχ. βαρύθυμος ‘θλιμμένος’] | |
| 30930 | μεταχειρίζομαι | με-τα-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μεταχειρί-στηκα (λόγ. -σθηκα), -στώ (λόγ. -σθώ), μεταχειριζ-όμενος, μεταχειρι-σμένος} 1. (για πρόσ.) συμπεριφέρομαι σε κάποιον με συγκεκριμένο, συνήθ. αρνητικό, τρόπο: Μας ~στηκαν (= αντιμετώπισαν, φέρθηκαν) άσχημα/με επιείκεια/σαν ζώα. 2. χρησιμοποιώ κάτι για ορισμένο σκοπό: ~εται οποιοδήποτε μέσο, για να πετυχαίνει τον στόχο του. ΣΥΝ. μετέρχομαι (1) [< αρχ. μεταχειρίζομαι ‘παίρνω στα χέρια μου, εξασκώ’] | |
| 30931 | μεταχείριση | με-τα-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο φέρεται κάποιος σε κάποιον άλλο: άδικη/διακριτική/δίκαιη/δικαστική/δυσμενής/επιλεκτική/ισότιμη/ποινική/προνομιακή ~. (ΝΟΜ.) Η αρχή της ίσης ~ης (π.χ. των εργαζομένων, βλ. διακρίσεις, ρατσισμός). Καταδίκη (μιας χώρας) για άνιση/απάνθρωπη/βάναυση/εξευτελιστική/σκληρή ~ κρατουμένων. Κοινοτικό σχέδιο δράσης για καλή/ορθή ~ των ζώων. Δήλωσε ότι δεν θέλει ειδική ~. Δεν έτυχε ευνοϊκής ~ης. Πβ. συμπεριφορά, φέρσιμο, χειρισμός.|| (κατ' επέκτ.) Φορολογική ~ εισοδημάτων. Βλ. κακο~. ΣΥΝ. αντιμετώπιση (2) 2. χρήση, χρησιμοποίηση, επεξεργασία: ασφαλής/σωστή ~ τροφίμων. Μετασυλλεκτική ~ καρπών και λαχανικών. [< μτγν. μεταχείρισις ‘αντιμετώπιση, πραγμάτευση’, γαλλ. traitement] | |
| 30932 | μεταχείρισμα | με-τα-χεί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): χρήση, χρησιμοποίηση: ~ της γλώσσας/του στίχου. | |
| 30933 | μεταχειρισμένος | , η, ο με-τα-χει-ρι-σμέ-νος επίθ.: που τον έχουν χρησιμοποιήσει, που δεν είναι καινούργιος: ~ος: εξοπλισμός/υπολογιστής. ~η: συσκευή. Το κατάστημα πουλάει ~α ανταλλακτικά/αυτοκίνητα/βιβλία/κινητά/μηχανήματα/μουσικά όργανα/προϊόντα.|| (ως ουδ. ουσ. στον πληθ.) Αγορά/εισαγωγή/εμπορία ~ων. Πβ. από δεύτερο χέρι. ΣΥΝ. χρησιμοποιημένος (1) ΑΝΤ. αμεταχείριστος, αχρησιμοποίητος | |
| 30934 | μεταχθεί | βλ. μετάγω | |
| 30935 | μεταχρονολόγηση | με-τα-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταχρονολογώ: (ΟΙΚΟΝ.) ~ επιταγής.|| (σπάν.-μτφ.) ~ προβλημάτων. ΑΝΤ. προχρονολόγηση [< γαλλ. postdate] | |
| 30936 | μεταχρονολογώ | [μεταχρονολογῶ] με-τα-χρο-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {μεταχρονολογ-είς ... | μεταχρονολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΝ. σημειώνω χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική: ~ημένη: επιταγή. ΑΝΤ. προχρονολογώ 2. (σπάν.-μτφ.) μεταθέτω: Η πρόβα τζενεράλε ~ήθηκε για τις ... του μηνός. [< γαλλ. postdater] | |
| 30937 | μεταχρωματίζεται | με-τα-χρω-μα-τί-ζε-ται ρ. (αμτβ.) {μεταχρωματί-στηκε, -στεί, -σμένος} (+ σε): (για φυτά, συχνά ως ένδειξη ασθένειας) αλλάζει χρώμα: ~σμένο: ξύλο. Οι καρποί του ~ονται σε μαύρους κατά την ωρίμανση. [< μεσν. μεταχρωματίζομαι] | |
| 30938 | μεταχρωματισμός | με-τα-χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): (για φυτά, συχνά ως ένδειξη ασθένειας) αλλαγή χρώματος ή το αποτέλεσμά της, κηλίδα: καστανός ~ του καρπού/ξύλου. Εμφανίστηκαν ερυθροί ~οί στους μίσχους/στα φύλλα (βλ. τροφοπενία). Βλ. -ισμός. | |
| 30939 | μεταψυχική | με-τα-ψυ-χι-κή ουσ. (θηλ.): παραψυχολογία. [< γαλλ. métapsychique , 1905, αγγλ. metapsychics] | |
| 30940 | μεταψυχικός | , ή, ό με-τα-ψυ-χι-κός επίθ.: παραψυχολογικός. [< γαλλ. métapsychique, 1905, αγγλ. metapsychic(al)] | |
| 30941 | μεταψυχολογία | με-τα-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΑΝ. γενική και θεωρητική ερμηνεία των ψυχικών διεργασιών και κατ' επέκτ. κάθε είδος ψυχολογικής θεωρίας, το αντικείμενο της οποίας βρίσκεται πέρα από τα δεδομένα της εμπειρίας: φροϋδική ~. [< γερμ. Metapsychologie, περ. 1898, αγγλ. metapsychology, γαλλ. métapsychologie, 1916] | |
| 30942 | μεταψυχολογικός | , ή, ό με-τα-ψυ-χο-λο-γι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. που αναφέρεται στη μεταψυχολογία: ~ές: έννοιες/υποθέσεις. [< αγγλ. metapsychological, γαλλ. métapsychologique] | |
| 30943 | μεταψυχροπολεμικός | , ή, ό με-τα-ψυ-χρο-πο-λε-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: ~ή: εποχή. [< αγγλ. post-cold war] | |
| 30944 | μετέβαλα | βλ. μεταβάλλω | |
| 30945 | μετεγγραφή | με-τεγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. εγγραφή ατόμου σε άλλο σχολείο, ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή τμήμα: αμοιβαία/παράνομη ~. Αίτηση/προϋποθέσεις για ~. ~ές μαθητών/σπουδαστών. ~ για οικονομικούς λόγους/για λόγους υγείας. Φοιτητές από ~. 2. μεταγραφή (σημ. 1): (ΑΘΛ.) ~ στο εξωτερικό (: σε ξένη ομάδα). Ο νέος παίκτης παραχωρήθηκε με ελεύθερη ~.|| ~ές τηλεστάρ. [< μεσν. μετεγγραφή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ