Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31620-31640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30941μεταψυχολογίαμε-τα-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΑΝ. γενική και θεωρητική ερμηνεία των ψυχικών διεργασιών και κατ' επέκτ. κάθε είδος ψυχολογικής θεωρίας, το αντικείμενο της οποίας βρίσκεται πέρα από τα δεδομένα της εμπειρίας: φροϋδική ~. [< γερμ. Metapsychologie, περ. 1898, αγγλ. metapsychology, γαλλ. métapsychologie, 1916]
30942μεταψυχολογικός, ή, ό με-τα-ψυ-χο-λο-γι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. που αναφέρεται στη μεταψυχολογία: ~ές: έννοιες/υποθέσεις. [< αγγλ. metapsychological, γαλλ. métapsychologique]
30943μεταψυχροπολεμικός, ή, ό με-τα-ψυ-χρο-πο-λε-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: ~ή: εποχή. [< αγγλ. post-cold war]
30944μετέβαλαβλ. μεταβάλλω
30945μετεγγραφήμε-τεγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. εγγραφή ατόμου σε άλλο σχολείο, ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή τμήμα: αμοιβαία/παράνομη ~. Αίτηση/προϋποθέσεις για ~. ~ές μαθητών/σπουδαστών. ~ για οικονομικούς λόγους/για λόγους υγείας. Φοιτητές από ~. 2. μεταγραφή (σημ. 1): (ΑΘΛ.) ~ στο εξωτερικό (: σε ξένη ομάδα). Ο νέος παίκτης παραχωρήθηκε με ελεύθερη ~.|| ~ές τηλεστάρ. [< μεσν. μετεγγραφή]
30946μετεγγραφικός, ή, ό με-τεγ-γρα-φι-κός επίθ.: μεταγραφικός. ● Ουσ.: μετεγγραφικά (τα): ενν. θέματα: στασιμότητα στα ~.
30948μετεγγράφωμε-τεγ-γρά-φω ρ. (μτβ.) {θα/να μετεγγρά-ψει, μετεγγρά-φηκε, -φεί (μτχ. μετεγγραφείς), μετεγγραφ-όμενος} 1. (για μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές ή επαγγελματίες αθλητές) εγγράφω σε άλλο σχολείο ή ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή τμήμα ή αθλητικό σύλλογο: Αναγνώριση μαθημάτων σε όσους ~ονται.|| ~ηκε σε ομάδα του εξωτερικού. 2. ΝΟΜ. (σπάν.) μεταγράφω. [< αρχ. μετεγγράφω ‘εγγράφω σε νέο κατάλογο, ξαναγράφω’]
30949μετεγκαθιστώ[μετεγκαθιστῶ] με-τε-γκα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {μετεγκατέστη-σε, μετεγκαταστή-σει, μετεγκαθίστα-ται, μετεγκαταστά-θηκε, συνήθ. μεσοπαθ.}: εγκαθιστώ κάποιον ή κάτι από ένα μέρος ή χώρο σε άλλο: Η επιχείρηση ~θηκε σε νέο κτίριο/στο εξωτερικό.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Οι χρήστες μπορούν να ~σουν δεδομένα από και προς το σύστημα.
30950μετεγκατάστασημε-τε-γκα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.): μεταφορά και εγκατάσταση από ένα μέρος ή χώρο σε άλλο: ~ μιας οικογένειας/προσφύγων/σεισμόπληκτων οικισμών (πβ. μετοίκηση)/υπηρεσιών. Πρόγραμμα ~ης. Κίνητρα για ~ βιομηχανιών/εταιρειών στην επαρχία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων.
30951μετεγκέφαλοςμε-τε-γκέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. τμήμα του εμβρυϊκού εγκεφάλου από το οποίο προκύπτει η παρεγκεφαλίδα και η γέφυρα. Βλ. μεσεγκέφαλος. [< αγγλ. metencephalon, γαλλ. métencéphale, 1924]
30952μετεγχειρητικός, ή, ό με-τεγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που υπάρχει, γίνεται ή προκαλείται ύστερα από εγχείρηση: ~ός: πόνος. ~ή: αγωγή/ανάρρωση/παρακολούθηση. ~ό: οίδημα/στάδιο. ~ές: επιπλοκές/συμφύσεις. Ομαλά εξελίσσεται η ~ή κατάσταση/πορεία της υγείας του ασθενούς. ΑΝΤ. προεγχειρητικός ● επίρρ.: μετεγχειρητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. postopératoire]
30953μετέδωσαβλ. μεταδίδω
30954μετείκασμαμε-τεί-κα-σμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. -ΦΥΣ. η οπτική εικόνα που παραμένει στον αμφιβληστροειδή για περ. 1/10 του δευτερολέπτου μετά την παύση του εξωτερικού ερεθίσματος που την προκαλεί: Ο κινηματογράφος βασίζεται στο ~.|| (κατ' επέκτ.) Ακουστικό ~. ΣΥΝ. μεταίσθημα [< γερμ. Nachbild]
30955μετείχαβλ. μετέχω
30956μετεκλογικός, ή, ό με-τε-κλο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα μετά τις εκλογές: ~ή: δημοσκόπηση/περίοδος. ~ό: σκηνικό/τοπίο. Δεν αποκλείεται η ~ή συνεργασία των δύο κομμάτων. ΑΝΤ. προεκλογικός ● επίρρ.: μετεκλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
30957μετεκπαίδευσημε-τεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): εξειδικευμένη εκπαίδευση που ακολουθεί και συμπληρώνει τη βασική: διετής/επιδοτούμενη/πιστοποιημένη/συνεχής ~ (βλ. διά βίου μάθηση/εκπαίδευση). ~ εκπαιδευτικών/εργαζομένων/υπαλλήλων. ~ στον τουρισμό. Έκανε ~/πήγε για ~ στο εξωτερικό. Άδεια/υποτροφία για ~. Πβ. επιμόρφωση, κατάρτιση. Βλ. μεταπτυχιακό, σεμινάριο. [πβ. αγγλ. in-service training, retraining]
30958μετεκπαιδευτικός, ή, ό με-τεκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετεκπαίδευση: ~ή: άδεια (πβ. εκπαιδευτική άδεια)/ημερίδα/υποτροφία. ~ό: κέντρο/πρόγραμμα/σεμινάριο. ~ά: μαθήματα. Πβ. επιμορφωτικός.
30959μετεκπαιδεύωμε-τεκ-παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μετεκπαίδευ-σα, -σει, -τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος, -μένος, συνήθ. στο γ' μεσοπαθητ. πρόσ.}: παρέχω σε κάποιον μετεκπαίδευση: Η μονάδα μεταμόσχευσης έχει ~σει γιατρούς από διάφορα νοσοκομεία της χώρας. Το προσωπικό της εταιρείας ~εται συνεχώς. ~τηκε σε θέματα ειδικής αγωγής/στις νέες τεχνολογίες/στο εξωτερικό/στο πανεπιστήμιο ... Πβ. επιμορφώνω, καταρτίζω.
30960μετεκτύπωσημε-τε-κτύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. διαδικασία κατά την οποία το εκτυπωμένο προϊόν υπόκειται σε περαιτέρω επεξεργασία, όπως κοπή, δίπλωση, βιβλιοδεσία, πλαστικοποίηση, συσκευασία. Βλ. προεκτύπωση. [< αγγλ. post-print]
30961μετεκτυπωτικός, ή, ό με-τε-κτυ-πω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μετεκτύπωση: ~ές: εργασίες/υπηρεσίες. ~ά: μηχανήματα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.