| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30962 | μετέλαβα | βλ. μεταλαβαίνω | |
| 30963 | μετέλθει | βλ. μετέρχομαι | |
| 30964 | μετεμμηνοπαυσιακός | , ή, ό με-τεμ-μη-νο-παυ-σι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή παρουσιάζεται στο χρονικό διάστημα μετά την οριστική παύση της έμμηνης ρύσης: ~ή: οστεοπόρωση. Βλ. κλιμακτηριακός. ΑΝΤ. προεμμηνοπαυσιακός [< αγγλ. postmenopausal, 1973] | |
| 30965 | μετεμπρεσιονισμός | βλ. μεταϊμπρεσιονισμός | |
| 30966 | μετεμπρεσιονιστής | βλ. μεταϊμπρεσιονιστής | |
| 30967 | μετεμπρεσιονιστικός | βλ. μεταϊμπρεσιονιστικός | |
| 30968 | μετεμφραγματικός | , ή, ό με-τεμ-φραγ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή παρουσιάζεται στη χρονική περίοδο μετά από έμφραγμα: ~ός: ασθενής. ~ή: στηθάγχη. ~ό: σύνδρομο. | |
| 30969 | μετεμφυλιακός | , ή, ό με-τεμ-φυ-λι-α-κός επίθ.: που υπάρχει ή αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη ενός εμφυλίου πολέμου, κυρ. του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949): ~ή: Ελλάδα/περίοδος. ~ό: καθεστώς/κράτος. Βλ. μεταπολιτευτ-, μετεπαναστατ-ικός. ΣΥΝ. μετεμφυλιοπολεμικός ● επίρρ.: μετεμφυλιακά | |
| 30970 | μετεμφυλιοπολεμικός | , ή, ό με-τεμ-φυ-λι-ο-πο-λε-μι-κός επίθ.: μετεμφυλιακός. | |
| 30971 | μετεμφύτευση | με-τεμ-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταμόσχευση ή εμφύτευση: ~ ιστού/μαλλιών. Λαπαροσκοπική ~ ουρητήρα. | |
| 30972 | μετεμψυχώνεται | με-τεμ-ψυ-χώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {μετεμψυχώ-θηκε, -θεί, -μένος} (+ σε): ΘΡΗΣΚ. μετενσαρκώνεται. [< μτγν. μετεμψυχοῦμαι] | |
| 30973 | μετεμψύχωση | με-τεμ-ψύ-χω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μετενσάρκωση. [< μτγν. μετεμψύχωσις, γαλλ. métempsychose, αγγλ. metempsychosis] | |
| 30974 | μετενέργεια | με-τε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράταση της ισχύος μιας σύμβασης για ορισμένο διάστημα μετά τη λήξη της: Κατάργηση της ~ας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. [< αγγλ. aftereffect] | |
| 30975 | μετενσαρκώνεται | με-τεν-σαρ-κώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {μετενσαρκώ-θηκε, -θεί, -μένος} (+ σε) 1. ΘΡΗΣΚ. για την ψυχή που, μετά τον σωματικό θάνατο, θεωρείται πως μεταφέρεται σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου, φυτού ή άψυχου αντικειμένου. Βλ. βουδ-, ινδου-ισμός. ΣΥΝ. μετεμψυχώνεται 2. (μτφ.-λόγ.) αποκτά νέα υπόσταση: Η συγγνώμη πρέπει να ~θεί σε (= να γίνει) πράξη. | |
| 30976 | μετενσάρκωση | με-τεν-σάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. η πίστη ότι η ψυχή μεταφέρεται, μετά τον σωματικό θάνατο, σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου, φυτού ή άψυχου αντικειμένου· συνεκδ. το ίδιο το σώμα. Βλ. νιρβάνα, σαμσάρα. ΣΥΝ. μετεμψύχωση, μετενσωμάτωση [< γαλλ. réincarnation] | |
| 30977 | μετενσωμάτωση | με-τεν-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μετενσάρκωση, μετεμψύχωση. [< μτγν. μετενσωμάτωσις] | |
| 30978 | μετεξέλιξη | με-τε-ξέ-λι-ξη ουσ. (θηλ.): σταδιακή μεταβολή, συνήθ. προς το καλύτερο: θεσμική/ιδεολογική/ιστορική/κοινωνική/πολιτική/φυσική ~. (Βρίσκεται) σε στάδιο ~ης. ~ ενός κόμματος/ενός μορφωτικού ιδρύματος/της οικονομίας/του ρόλου (των διδασκόντων). Πβ. μετασχηματισμός. | |
| 30979 | μετεξελίσσεται | με-τε-ξε-λίσ-σε-ται ρ. (αμτβ.) {μετεξελί-χθηκε, -χθεί, μετεξελισσ-όμενος, μετεξελι-γμένος}: μεταβάλλεται σταδιακά προς το καλύτερο: Η συνοικία ~χθηκε (πβ. μετα-σχηματίστηκε, -τράπηκε) από εργατική σε εμπορική. ~γμένη: κοινωνία/μορφή. | |
| 30980 | μετεξεταστέος | , α, ο με-τε-ξε-τα-στέ-ος επίθ./ουσ. & (προφ.) μεταξεταστέος 1. (για μαθητή) που πρέπει να εξεταστεί εκ νέου σε ένα ή περισσότερα μαθήματα, για να προβιβαστεί ή να απολυθεί: Τον άφησε ~ο στα Αρχαία. Οι ~οι της Β' Λυκείου. Βλ. απορριπ-, προακ-τέος, επιτυχών. ΣΥΝ. ανεξεταστέος 2. (μτφ.-ειρων.-προφ.) ανεπαρκής ή στάσιμος: ~ ο προϋπολογισμός της χώρας. ~οι στις νέες τεχνολογίες. ● ΦΡ.: μένω μετεξεταστέος: (για μαθητή) υποχρεώνομαι να δώσω εκ νέου εξετάσεις, για να προβιβαστώ ή να απολυθώ: Έχει μείνει ~α σε δύο μαθήματα. Βλ. έμεινε στον τόπο.|| Έμειναν ~οι όσον αφορά τη διοργάνωση των αγώνων. | |
| 30996 | μετεόγραμμα | με-τε-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. γραφική απεικόνιση της χρονικής εξέλιξης των μετεωρολογικών παραμέτρων σε δεδομένη περιοχή: επταήμερο ~ για την Αθήνα. [< αγγλ. meteo(ro)gram, γαλλ. météorogramme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ