| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30981 | μετεπαναστατικός | , ή, ό με-τε-πα-να-στα-τι-κός & μεταεπαναστατικός επίθ.: που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα που ακολουθεί μια επανάσταση: ~ή: Ελλάδα/κοινωνία/περίοδος. Κατά τα/στα (πρώτα) ~ά χρόνια ... ΑΝΤ. προεπαναστατικός [< αγγλ. post-revolutionary] | |
| 30982 | μετέπειτα | με-τέ-πει-τα επίρρ. (λόγ.) 1. (ως έναρθρο, συνήθ., επίθ. ή σπάν. αρσ. ουσ. στον πληθ.) που έπεται, που ακολουθεί χρονικά, μελλοντικά: η ~ εξέλιξη/ζωή/πορεία. Για ~ χρήση. Στα ~ χρόνια (: στα επόμενα χρόνια, στα χρόνια που ακολούθησαν, στο μέλλον).|| Οι ~ (= οι απόγονοι, μεταγενέστεροι). ΣΥΝ. ακόλουθος (1), κατοπινός ΑΝΤ. προγενέστερος, προηγούμενος, πρωτύτερος 2. έπειτα, ύστερα, αργότερα, στη συνέχεια: Η οδός ~ ονομάστηκε ... Υπηρέτησε ως δάσκαλος και ~ διευθυντής του σχολείου. ΣΥΝ. ακολούθως (1), κατόπιν (2) ΑΝΤ. προηγουμένως, πρωτύτερα [< αρχ. μετέπειτα] | |
| 30983 | μετεπεξεργασία | με-τε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. λειτουργία προγράμματος υπολογιστή στα δεδομένα εξόδου ενός άλλου προγράμματος, όπως μορφοποίηση, απόρριψη ανεπιθύμητων στοιχείων: ~ αποτελεσμάτων. 2. περαιτέρω επεξεργασία, κατεργασία: ~ καυσαερίων. [< αγγλ. post-processing, 1966] | |
| 30984 | μετεπεξεργαστής | με-τε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα υπολογιστή που σχετίζεται με τη μετεπεξεργασία. [< αγγλ. post-processor, 1967] | |
| 30985 | μετεπιβιβάζομαι | με-τε-πι-βι-βά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {μετεπιβιβά-στηκα, -στώ, -σμένος, μετεπιβιβαζ-όμενοι, κυρ. στο γ' πρόσ. πληθ.} (επίσ.): επιβιβάζομαι από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: Οι επιβάτες του πλοίου ~στηκαν σώοι σε παραπλέοντα σκάφη. [< αγγλ. reembark] | |
| 30986 | μετεπιβίβαση | με-τε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.): επιβίβαση από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: δωρεάν ~. ~ των επιβατών, π.χ. από λεωφορεία στο μετρό. Σταθμός ~ης. Βλ. ανταπόκριση, μεταφόρτωση. [< αγγλ. reembarkation] | |
| 30987 | μετερίζι | με-τε-ρί-ζι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) θέση από την οποία διεξάγει κάποιος τον αγώνα του: Αγωνίζονται από διαφορετικά ~ια/το ίδιο ~. Εργάτες και αγρότες βρίσκονται στο ίδιο ~ (πβ. στρατόπεδο). Θα υπηρετήσει την πατρίδα από όποιο ~ τού ζητηθεί. 2. (παρωχ.) οχυρωμένη θέση μάχης. Πβ. οχυρό, προμαχώνας, προπύργιο. ΣΥΝ. ταμπούρι (1), τάπια [< μεσν. μετερίζι, μετιρίζι ‘όρυγμα, χαράκωμα’ < τουρκ. meteris] | |
| 30988 | μετέρχομαι | με-τέρ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {μετήλθε, μετέλθει} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (+ αιτ., καταχρ. + γεν.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) χρησιμοποιώ κάτι με συγκεκριμένο σκοπό: ~ονται κάθε μέθοδο/μέσο, προκειμένου να πλήξουν τους αντιπάλους τους. ΣΥΝ. μεταχειρίζομαι (2) 2. επαγγέλλομαι: Μετήλθε (= άσκησε) διάφορα επαγγέλματα. [< αρχ. μετέρχομαι 'ακολουθώ κάτι'] | |
| 30989 | μετέστη | βλ. μεθίσταται | |
| 30990 | μετέσχον | βλ. μετέχω | |
| 30991 | μετετράπη | βλ. μετατρέπω | |
| 30992 | μετεφηβεία | με-τε-φη-βεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. περίοδος της ζωής του ανθρώπου αμέσως μετά την εφηβεία, συνήθ. μεταξύ δεκαοκτώ έως είκοσι ενός ετών. ΑΝΤ. προεφηβεία [< αγγλ. postadolescence] | |
| 30993 | μετεφηβικός | , ή, ό με-τε-φη-βι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετεφηβεία: ~ή: ηλικία/περίοδος. ~ά: χρόνια. ΑΝΤ. προεφηβικός [< αγγλ. postadolescent, 1908] | |
| 30994 | μετέφηβος | με-τέ-φη-βος ουσ. (αρσ.) , μετέφηβη (η): πρόσωπο που διανύει τη μετεφηβεία. ΑΝΤ. προέφηβος [< αγγλ. postadolescent, 1936· πβ. μεσν. επίθ. μετέφηβος] | |
| 30995 | μετέχω | με-τέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετείχε (παρατ. κ. σε χρήση αορίστου), (λόγ. γ' πρόσ. αόρ.) μετέσχε, μετάσχει, μτχ. μετέχ-ων, -οντες, -οντας} 1. (+ σε) παίρνω μέρος, συμμετέχω ή έχω μερίδιο σε κάτι: Η εταιρεία ~ει ενεργά (: δραστηριοποιείται) στην προστασία του περιβάλλοντος. Στο πρόγραμμα μετείχαν μαθητές απ' όλο τον νομό. Δήλωσε ότι δεν θα μετάσχει στις επόμενες εκλογές. Οι ~οντες στη διαδικασία/συνεδρίαση. 2. (αρχαιοπρ., + γεν.) φέρω μέσα μου, εμπεριέχω, γίνομαι κοινωνός: Μετείχε της ελληνικής παιδείας. [< αρχ. μετέχω] | |
| 30997 | μετεωρίζομαι | με-τε-ω-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μετεωρί-στηκε, -στεί, -σμένος, μετεωριζ-όμενος} (λόγ.): αιωρούμαι, είμαι μετέωρος: Μεγάλα σύννεφα μετεωρίζονταν πάνω από την πόλη.|| ~εται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Το έργο ~εται (= κινείται) ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Πβ. αμφιταλαντεύομαι, επαμφοτερίζω, παλαντζάρω. [< αρχ. μετεωρίζω ‘σηκώνω, υψώνω’] | |
| 30998 | μετεωρικός | , ή, ό με-τε-ω-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο μετέωρο ή τον μετεωρίτη: ~ός: κρατήρας (: που σχηματίστηκε από πτώση μετεωρίτη). ~ή: βροχή (βλ. διάττων αστέρας)/ύλη (: το σύνολο των μετεώρων). 2. (μτφ.) απότομος, ραγδαίος: ~ή: άνοδος/πορεία. [< γαλλ. météorique, αγγλ. meteoric] | |
| 30999 | μετεώριση | με-τε-ώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ανύψωση και αιώρηση αντικειμένου συνήθ. ή ανθρώπου: ~ ελικοπτέρου.|| (ΦΥΣ.) Μαγνητική ~. ΣΥΝ. μετεωρισμός (3) [< μτγν. μετεώρισις, γαλλ. lévitation] | |
| 31000 | μετεωρισμός | με-τε-ω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. τυμπανισμός, φούσκωμα της κοιλιάς: δυσάρεστο αίσθημα ~ού. Βλ. -ισμός. 2. (μτφ.) αμφιταλάντευση: ~ ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. 3. (σπάν.) μετεώριση. [< 1: γαλλ. météorisme 2,3: αρχ. μετεωρισμός] | |
| 31001 | μετεωρίτης | με-τε-ω-ρί-της ουσ. (αρσ.) {μετεωριτ-ών}: ΑΣΤΡΟΝ. αστρικό αντικείμενο ή θραύσμα του που πέφτει στη Γη ή σε άλλον πλανήτη: πρόσκρουση/πτώση ~η. Σχηματισμός κρατήρα από ~η. Βροχή ~ών. Το νέο έσκασε σαν ~ (: αναπάντεχα, ξαφνικά). Βλ. διάττων αστέρας, πεφταστέρι, -ίτης2. ΣΥΝ. αερόλιθος, μετεωρόλιθος [< γαλλ. météorite, αγγλ. meteorite] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ