Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31660-31680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30967μετεμπρεσιονιστικόςβλ. μεταϊμπρεσιονιστικός
30968μετεμφραγματικός, ή, ό με-τεμ-φραγ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή παρουσιάζεται στη χρονική περίοδο μετά από έμφραγμα: ~ός: ασθενής. ~ή: στηθάγχη. ~ό: σύνδρομο.
30969μετεμφυλιακός, ή, ό με-τεμ-φυ-λι-α-κός επίθ.: που υπάρχει ή αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη ενός εμφυλίου πολέμου, κυρ. του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949): ~ή: Ελλάδα/περίοδος. ~ό: καθεστώς/κράτος. Βλ. μεταπολιτευτ-, μετεπαναστατ-ικός. ΣΥΝ. μετεμφυλιοπολεμικός ● επίρρ.: μετεμφυλιακά
30970μετεμφυλιοπολεμικός, ή, ό με-τεμ-φυ-λι-ο-πο-λε-μι-κός επίθ.: μετεμφυλιακός.
30971μετεμφύτευσημε-τεμ-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταμόσχευση ή εμφύτευση: ~ ιστού/μαλλιών. Λαπαροσκοπική ~ ουρητήρα.
30972μετεμψυχώνεταιμε-τεμ-ψυ-χώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {μετεμψυχώ-θηκε, -θεί, -μένος} (+ σε): ΘΡΗΣΚ. μετενσαρκώνεται. [< μτγν. μετεμψυχοῦμαι]
30973μετεμψύχωσημε-τεμ-ψύ-χω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μετενσάρκωση. [< μτγν. μετεμψύχωσις, γαλλ. métempsychose, αγγλ. metempsychosis]
30974μετενέργειαμε-τε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράταση της ισχύος μιας σύμβασης για ορισμένο διάστημα μετά τη λήξη της: Κατάργηση της ~ας των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. [< αγγλ. aftereffect]
30975μετενσαρκώνεταιμε-τεν-σαρ-κώ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {μετενσαρκώ-θηκε, -θεί, -μένος} (+ σε) 1. ΘΡΗΣΚ. για την ψυχή που, μετά τον σωματικό θάνατο, θεωρείται πως μεταφέρεται σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου, φυτού ή άψυχου αντικειμένου. Βλ. βουδ-, ινδου-ισμός. ΣΥΝ. μετεμψυχώνεται 2. (μτφ.-λόγ.) αποκτά νέα υπόσταση: Η συγγνώμη πρέπει να ~θεί σε (= να γίνει) πράξη.
30976μετενσάρκωσημε-τεν-σάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. η πίστη ότι η ψυχή μεταφέρεται, μετά τον σωματικό θάνατο, σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου, φυτού ή άψυχου αντικειμένου· συνεκδ. το ίδιο το σώμα. Βλ. νιρβάνα, σαμσάρα. ΣΥΝ. μετεμψύχωση, μετενσωμάτωση [< γαλλ. réincarnation]
30977μετενσωμάτωσημε-τεν-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μετενσάρκωση, μετεμψύχωση. [< μτγν. μετενσωμάτωσις]
30978μετεξέλιξημε-τε-ξέ-λι-ξη ουσ. (θηλ.): σταδιακή μεταβολή, συνήθ. προς το καλύτερο: θεσμική/ιδεολογική/ιστορική/κοινωνική/πολιτική/φυσική ~. (Βρίσκεται) σε στάδιο ~ης. ~ ενός κόμματος/ενός μορφωτικού ιδρύματος/της οικονομίας/του ρόλου (των διδασκόντων). Πβ. μετασχηματισμός.
30979μετεξελίσσεταιμε-τε-ξε-λίσ-σε-ται ρ. (αμτβ.) {μετεξελί-χθηκε, -χθεί, μετεξελισσ-όμενος, μετεξελι-γμένος}: μεταβάλλεται σταδιακά προς το καλύτερο: Η συνοικία ~χθηκε (πβ. μετα-σχηματίστηκε, -τράπηκε) από εργατική σε εμπορική. ~γμένη: κοινωνία/μορφή.
16834μετεξελίσσω

[ἐξελίσσομαι] ε-ξε-λίσ-σο-μαι ρ. (μτβ.) {εξελί-χθηκα, -χθεί, -γμένος, εξελισσ-όμενος, -οντας} 1. υφίσταμαι εξέλιξη, μεταβάλλομαι ή αναπτύσσομαι σταδιακά, συνήθ. προς το καλύτερο: Η κατάσταση ~εται απρόβλεπτα/αρνητικά/άσχημα/γρήγορα/διαρκώς/δραματικά/δυναμικά/θετικά/ικανοποιητικά/ταχύτατα. Ομαλά ~εται η υγεία του ασθενούς. Tα γεγονότα ~χθηκαν διαφορετικά απ' ό,τι περιμέναμε. Ραγδαία ~όμενος τομέας (ΣΥΝ. δυναμικός, ΑΝΤ. στατικός). Πβ. αλλάζω.|| (+ σε) Η συζήτηση ~χθηκε σε καβγά. Η μικρή χώρα ~χθηκε σε (= έγινε) σημαντική οικονομική δύναμη. Πβ. μετατρέπομαι.|| Ωριμάζω και ~ ως άνθρωπος. Η επιστήμη/η τεχνολογία ~εται με ταχύτατους ρυθμούς. Πβ. πάω/πηγαίνω μπροστά, προκόβω, προοδεύω, προχωρώ. ΑΝΤ. παρακμάζω 2. ανέρχομαι στην επαγγελματική κυρ. ιεραρχία: ~ βαθμολογικά. ~χθηκε γρήγορα χάρη στις ικανότητές του. Πβ. ανελίσσομαι, προάγομαι.εξελίσσω {εξέλι-ξα, εξελίσσ-οντας} (σπανιότ.): μεταβάλλω προς το καλύτερο, βελτιώνω: ~ τις δεξιότητές/τη θεωρία/τις μεθόδους/το ταλέντο/την τεχνική μου. Γεγονός που ~ει την πλοκή (: στη μυθοπλασία). Η εταιρεία θα ~ξει το μοντέλο/το προϊόν/την τεχνολογία της/τις υπηρεσίες της (ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές). Πβ. τελειοποιώ. ● βλ. εξελιγμένος [< μτγν. ἐξελίσσω, γαλλ. évoluer, αγγλ. evolve]

30980μετεξεταστέος, α, ο με-τε-ξε-τα-στέ-ος επίθ./ουσ. & (προφ.) μεταξεταστέος 1. (για μαθητή) που πρέπει να εξεταστεί εκ νέου σε ένα ή περισσότερα μαθήματα, για να προβιβαστεί ή να απολυθεί: Τον άφησε ~ο στα Αρχαία. Οι ~οι της Β' Λυκείου. Βλ. απορριπ-, προακ-τέος, επιτυχών. ΣΥΝ. ανεξεταστέος 2. (μτφ.-ειρων.-προφ.) ανεπαρκής ή στάσιμος: ~ ο προϋπολογισμός της χώρας. ~οι στις νέες τεχνολογίες. ● ΦΡ.: μένω μετεξεταστέος: (για μαθητή) υποχρεώνομαι να δώσω εκ νέου εξετάσεις, για να προβιβαστώ ή να απολυθώ: Έχει μείνει ~α σε δύο μαθήματα. Βλ. έμεινε στον τόπο.|| Έμειναν ~οι όσον αφορά τη διοργάνωση των αγώνων.
30996μετεόγραμμαμε-τε-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. γραφική απεικόνιση της χρονικής εξέλιξης των μετεωρολογικών παραμέτρων σε δεδομένη περιοχή: επταήμερο ~ για την Αθήνα. [< αγγλ. meteo(ro)gram, γαλλ. météorogramme]
30981μετεπαναστατικός, ή, ό με-τε-πα-να-στα-τι-κός & μεταεπαναστατικός επίθ.: που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα που ακολουθεί μια επανάσταση: ~ή: Ελλάδα/κοινωνία/περίοδος. Κατά τα/στα (πρώτα) ~ά χρόνια ... ΑΝΤ. προεπαναστατικός [< αγγλ. post-revolutionary]
30982μετέπειταμε-τέ-πει-τα επίρρ. (λόγ.) 1. (ως έναρθρο, συνήθ., επίθ. ή σπάν. αρσ. ουσ. στον πληθ.) που έπεται, που ακολουθεί χρονικά, μελλοντικά: η ~ εξέλιξη/ζωή/πορεία. Για ~ χρήση. Στα ~ χρόνια (: στα επόμενα χρόνια, στα χρόνια που ακολούθησαν, στο μέλλον).|| Οι ~ (= οι απόγονοι, μεταγενέστεροι). ΣΥΝ. ακόλουθος (1), κατοπινός ΑΝΤ. προγενέστερος, προηγούμενος, πρωτύτερος 2. έπειτα, ύστερα, αργότερα, στη συνέχεια: Η οδός ~ ονομάστηκε ... Υπηρέτησε ως δάσκαλος και ~ διευθυντής του σχολείου. ΣΥΝ. ακολούθως (1), κατόπιν (2) ΑΝΤ. προηγουμένως, πρωτύτερα [< αρχ. μετέπειτα]
30983μετεπεξεργασίαμε-τε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. λειτουργία προγράμματος υπολογιστή στα δεδομένα εξόδου ενός άλλου προγράμματος, όπως μορφοποίηση, απόρριψη ανεπιθύμητων στοιχείων: ~ αποτελεσμάτων. 2. περαιτέρω επεξεργασία, κατεργασία: ~ καυσαερίων. [< αγγλ. post-processing, 1966]
30984μετεπεξεργαστήςμε-τε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα υπολογιστή που σχετίζεται με τη μετεπεξεργασία. [< αγγλ. post-processor, 1967]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.