Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31680-31700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31002μετέωρομε-τέ-ω-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. κάθε φαινόμενο που συμβαίνει στην ατμόσφαιρα της Γης: υδατώδη ~α (= υδρομετέωρα). Βλ. αστραπή, θύελλα, καταιγίδα, κεραυνός, ουράνιο τόξο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. κάθε ουράνιο σώμα το οποίο, όταν εισέλθει στην ατμόσφαιρα της Γης, εξαερώνεται, εκπέμποντας φωτεινή ακτινοβολία. Βλ. αστεροειδής, βολίδα, διάττων αστέρας, μετεωρίτης, μετεωροειδές. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτεινό μετέωρο (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι έχει λαμπρή, καθοδηγητική δράση: Η πόλη αποτελεί ~ ~ της εθνικής ιστορίας. [< αρχ. μετέωρα (τά) 'ουράνια φαινόμενα', γαλλ. météore, αγγλ. meteor]
31003μετεωρογράφοςμε-τε-ω-ρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο που καταγράφει αυτόματα τη μεταβολή της ατμοσφαιρικής πίεσης, της θερμοκρασίας και της υγρασίας. Πβ. υγρογράφος. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. météorographe, αγγλ. meteorograph]
31004μετεωροειδή[μετεωροειδῆ] με-τε-ω-ρο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μετεωροειδές}: ΑΣΤΡΟΝ. μικροσκοπικά κομμάτια από σκόνη κομητών, τα οποία περιφέρονται στο Διάστημα με πολύ υψηλές ταχύτητες: βροχή ~ών στη Γη/Σελήνη. Βλ. αστερο-, πλανητο-ειδής. [< αγγλ. meteoroids]
31005μετεωρόλιθοςμε-τε-ω-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. μετεωρίτης. ΣΥΝ. αερόλιθος [< γαλλ. météorolithe, αγγλ. meteorolite]
31006μετεωρολογίαμε-τε-ω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ΜΕΤΕΩΡ. επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των ατμοσφαιρικών φαινομένων, όπως θερμοκρασία, πίεση, υγρασία του εδάφους και του αέρα, ταχύτητα των ανέμων, εξάτμιση, κατακρημνίσματα: γενική/γεωργική (= αγρο~)/δυναμική/ιατρική/ναυτική/περιγραφική/πρακτική/συνοπτική/φυσική ~. Βλ. βιο~, μικρο~, υδρο~, αερο-, κλιματο-, υδρο-λογία, γεωφυσική. [< αρχ. μετεωρολογία 'μελέτη των ουράνιων σωμάτων ή ατμοσφαιρικών φαινομένων', γαλλ. météorologie, αγγλ. meteorology]
31007μετεωρολογικός, ή, ό με-τε-ω-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που αναφέρεται στη μετεωρολογία και κατ' επέκτ. στον καιρό: ~ός: δορυφόρος/σταθμός. ~ές: παράμετροι (π.χ. θερμοκρασία, άνεμος, σχετική υγρασία, ατμοσφαιρική πίεση, νέφη)/παρατηρήσεις/προβλέψεις/προγνώσεις. ~ά: δεδομένα/μοντέλα/όργανα (βλ. ανεμό-, βαρό-, θερμό-, υγρό-μετρο)/φαινόμενα (= καιρικά, βλ. βροχή, καταιγίδα, χαλάζι, χιονόπτωση). Βλ. κλιματολογικός, υδρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: (Εθνική) Μετεωρολογική Υπηρεσία (συντομ. ΕΜΥ): κρατική υπηρεσία με κύριο έργο την πρόγνωση του καιρού., μετεωρολογική βόμβα (μτφ.): βαρομετρικό χαμηλό που συνοδεύεται από σφοδρότατους ανέμους και ισχυρές βροχοπτώσεις. Βλ. κυκλώνας., μετεωρολογικός κλωβός: άσπρο ξύλινο κιβώτιο το οποίο στηρίζεται σε μεταλλική συνήθ. βάση, ύψους ενάμισι περίπου μέτρου από το έδαφος, και βρίσκεται εγκατεστημένο σε εξωτερικό χώρο, μέσα στο οποίο προφυλάσσονται από τον ήλιο και τη βροχή διάφορα μετεωρολογικά όργανα., μετεωρολογικός χάρτης: γεωγραφικός χάρτης μικρής κλίμακας στον οποίο σημειώνονται οι θέσεις και τα όρια των μετεωρολογικών σταθμών και περιοχών αντιστοίχως και αναγράφονται, με διεθνή σύμβολα και αριθμούς, οι εκάστοτε επικρατούσες καιρικές συνθήκες: ~ ~ της Ελλάδας., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο [< αρχ. μετεωρολογικός, γαλλ. météorologique, αγγλ. meteorological]
31008μετεωρολόγοςμε-τε-ω-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στη μετεωρολογία. Βλ. -λόγος. [< αρχ. μετεωρολόγος 'αστρονόμος', γαλλ. météorologue, météorologiste, αγγλ. meteorologist]
31009μετέωρος, η, ο με-τέ-ω-ρος επίθ. 1. που αιωρείται ή δίνει αυτή την εντύπωση: Προς στιγμήν βρέθηκε ~ στον αέρα/στο κενό. Απότομοι βράχοι, ~οι πάνω από τη βαθιά θάλασσα. Πβ. αιωρούμενος. 2. (κυρ. μτφ.) που βρίσκεται σε αβεβαιότητα, αναμονή ή εκκρεμότητα· αβοήθητος, εκτεθειμένος: ~η: πορεία/υπόθεση. ~η παραμένει η κατάσταση στην εμπόλεμη ζώνη. ~ο το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ιδέα έμεινε ~η (= δεν υλοποιήθηκε). Πβ. αβέβαιος, ατακτοποίητος, εκκρεμής.|| (για πρόσ.) Η ξαφνική του φυγή μάς άφησε ~ους. Ο νέος νόμος αφήνει ~ο πλήθος εργαζομένων. Πβ. ξεκρέμαστος. 3. (μτφ., για πρόσ.) που αμφιταλαντεύεται: Είναι/μένει/στέκει ~η (= μετεωρίζεται) ανάμεσα στα θέλω της και στα πρέπει. Πβ. αναποφάσιστος, διστακτικός. ΑΝΤ. αποφασισμένος ● ΦΡ.: το μετέωρο βήμα βλ. βήμα [< αρχ. μετέωρος]
31010μετεωροσκοπείο[μετεωροσκοπεῖο] με-τε-ω-ρο-σκο-πεί-ο ουσ. (ουδ.): επιστημονικό ίδρυμα στο οποίο γίνονται κυρ. μετεωρολογικές παρατηρήσεις και έρευνες. Βλ. αστεροσκοπείο. [< μτγν. μετεωροσκοπεῖον 'μαθηματικό όργανο για τη μέτρηση της απόστασης των άστρων', γαλλ. observatoire météorologique]
31011μέτζα βότσεμέ-τζα βό-τσε επίρρ.: ΜΟΥΣ. (ένδειξη μουσικής ερμηνείας) με μέση ένταση φωνής, ούτε υψηλή ούτε χαμηλή. [< ιταλ. mezza voce]
31012μετζάναμε-τζά-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ο ιστός της πρύμνης και συνεκδ. το αντίστοιχο, τριγωνικό συνήθ., πανί. Βλ. μαΐστρα, μπούμα, ράντα1, φλόκος. [< μεσν. με(ν)τζάνα < βεν. mezana]
31013μετζεσόλαμε-τζε-σό-λα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): η εσωτερική σόλα του παπουτσιού. [< ιταλ. mezze suole]
31014μετζίτιμε-τζί-τι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό) : παλιό τουρκικό νόμισμα: αργυρό/χρυσό ~. Βλ. γρόσι, παράς. [< τουρκ. mecidiye]
31015μέτζο σοπράνομέ-τζο σο-πρά-νο ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (προφ.) μετζοσοπράνο & μέτζο: ΜΟΥΣ. μεσόφωνος. Βλ. άλτο, σοπράνο. [< ιταλ. mezzo soprano]
31016μετήγαγαβλ. μετάγω
31017μετήλθαβλ. μετέρχομαι
31018μετοικεσίαμε-τοι-κε-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μετοίκηση: πιστοποιητικό ~ας. [< μτγν. μετοικεσία]
31019μετοίκησημε-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) & μετοίκιση & (σπάν.) μετοικισμός (λόγ.): αλλαγή τόπου μόνιμης διαμονής ή κατοικίας: ~ λόγω σπουδών/στο εξωτερικό. (ΝΟΜ.) ~ συζύγου (από την οικογενειακή στέγη). Μεταγραφή αθλητή με ~. Πβ. μετ-ακόμιση, -εγκατάσταση.|| Μαζική ~ πληθυσμών (= μετανάστευση). ΣΥΝ. μετοικεσία [< αρχ. μετοίκησις]
31020μετοικίζωμε-τοι-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {μετοίκι-σα, μετοικί-σω, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): μετοικώ. Βλ. αποικίζω. [< αρχ. μετοικίζω]
31021μέτοικοςμέ-τοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΑΡΧ. ξένος μόνιμα εγκατεστημένος σε πόλη-κράτος, κυρ. στην αρχαία Αθήνα, χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Βλ. δούλος, πάροικος. 2. μετανάστης. [< αρχ. μέτοικος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.