Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31680-31700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30985μετεπιβιβάζομαιμε-τε-πι-βι-βά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {μετεπιβιβά-στηκα, -στώ, -σμένος, μετεπιβιβαζ-όμενοι, κυρ. στο γ' πρόσ. πληθ.} (επίσ.): επιβιβάζομαι από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: Οι επιβάτες του πλοίου ~στηκαν σώοι σε παραπλέοντα σκάφη. [< αγγλ. reembark]
30986μετεπιβίβασημε-τε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.): επιβίβαση από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο: δωρεάν ~. ~ των επιβατών, π.χ. από λεωφορεία στο μετρό. Σταθμός ~ης. Βλ. ανταπόκριση, μεταφόρτωση. [< αγγλ. reembarkation]
30987μετερίζιμε-τε-ρί-ζι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) θέση από την οποία διεξάγει κάποιος τον αγώνα του: Αγωνίζονται από διαφορετικά ~ια/το ίδιο ~. Εργάτες και αγρότες βρίσκονται στο ίδιο ~ (πβ. στρατόπεδο). Θα υπηρετήσει την πατρίδα από όποιο ~ τού ζητηθεί. 2. (παρωχ.) οχυρωμένη θέση μάχης. Πβ. οχυρό, προμαχώνας, προπύργιο. ΣΥΝ. ταμπούρι (1), τάπια [< μεσν. μετερίζι, μετιρίζι ‘όρυγμα, χαράκωμα’ < τουρκ. meteris]
30988μετέρχομαιμε-τέρ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {μετήλθε, μετέλθει} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (+ αιτ., καταχρ. + γεν.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) χρησιμοποιώ κάτι με συγκεκριμένο σκοπό: ~ονται κάθε μέθοδο/μέσο, προκειμένου να πλήξουν τους αντιπάλους τους. ΣΥΝ. μεταχειρίζομαι (2) 2. επαγγέλλομαι: Μετήλθε (= άσκησε) διάφορα επαγγέλματα. [< αρχ. μετέρχομαι 'ακολουθώ κάτι']
30989μετέστηβλ. μεθίσταται
30990μετέσχονβλ. μετέχω
30991μετετράπηβλ. μετατρέπω
30992μετεφηβείαμε-τε-φη-βεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. περίοδος της ζωής του ανθρώπου αμέσως μετά την εφηβεία, συνήθ. μεταξύ δεκαοκτώ έως είκοσι ενός ετών. ΑΝΤ. προεφηβεία [< αγγλ. postadolescence]
30993μετεφηβικός, ή, ό με-τε-φη-βι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετεφηβεία: ~ή: ηλικία/περίοδος. ~ά: χρόνια. ΑΝΤ. προεφηβικός [< αγγλ. postadolescent, 1908]
30994μετέφηβοςμε-τέ-φη-βος ουσ. (αρσ.) , μετέφηβη (η): πρόσωπο που διανύει τη μετεφηβεία. ΑΝΤ. προέφηβος [< αγγλ. postadolescent, 1936· πβ. μεσν. επίθ. μετέφηβος]
30995μετέχωμε-τέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετείχε (παρατ. κ. σε χρήση αορίστου), (λόγ. γ' πρόσ. αόρ.) μετέσχε, μετάσχει, μτχ. μετέχ-ων, -οντες, -οντας} 1. (+ σε) παίρνω μέρος, συμμετέχω ή έχω μερίδιο σε κάτι: Η εταιρεία ~ει ενεργά (: δραστηριοποιείται) στην προστασία του περιβάλλοντος. Στο πρόγραμμα μετείχαν μαθητές απ' όλο τον νομό. Δήλωσε ότι δεν θα μετάσχει στις επόμενες εκλογές. Οι ~οντες στη διαδικασία/συνεδρίαση. 2. (αρχαιοπρ., + γεν.) φέρω μέσα μου, εμπεριέχω, γίνομαι κοινωνός: Μετείχε της ελληνικής παιδείας. [< αρχ. μετέχω]
30997μετεωρίζομαιμε-τε-ω-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {μετεωρί-στηκε, -στεί, -σμένος, μετεωριζ-όμενος} (λόγ.): αιωρούμαι, είμαι μετέωρος: Μεγάλα σύννεφα μετεωρίζονταν πάνω από την πόλη.|| ~εται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Το έργο ~εται (= κινείται) ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Πβ. αμφιταλαντεύομαι, επαμφοτερίζω, παλαντζάρω. [< αρχ. μετεωρίζω ‘σηκώνω, υψώνω’]
30998μετεωρικός, ή, ό με-τε-ω-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο μετέωρο ή τον μετεωρίτη: ~ός: κρατήρας (: που σχηματίστηκε από πτώση μετεωρίτη). ~ή: βροχή (βλ. διάττων αστέρας)/ύλη (: το σύνολο των μετεώρων). 2. (μτφ.) απότομος, ραγδαίος: ~ή: άνοδος/πορεία. [< γαλλ. météorique, αγγλ. meteoric]
30999μετεώρισημε-τε-ώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ανύψωση και αιώρηση αντικειμένου συνήθ. ή ανθρώπου: ~ ελικοπτέρου.|| (ΦΥΣ.) Μαγνητική ~. ΣΥΝ. μετεωρισμός (3) [< μτγν. μετεώρισις, γαλλ. lévitation]
31000μετεωρισμόςμε-τε-ω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. τυμπανισμός, φούσκωμα της κοιλιάς: δυσάρεστο αίσθημα ~ού. Βλ. -ισμός. 2. (μτφ.) αμφιταλάντευση: ~ ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. 3. (σπάν.) μετεώριση. [< 1: γαλλ. météorisme 2,3: αρχ. μετεωρισμός]
31001μετεωρίτηςμε-τε-ω-ρί-της ουσ. (αρσ.) {μετεωριτ-ών}: ΑΣΤΡΟΝ. αστρικό αντικείμενο ή θραύσμα του που πέφτει στη Γη ή σε άλλον πλανήτη: πρόσκρουση/πτώση ~η. Σχηματισμός κρατήρα από ~η. Βροχή ~ών. Το νέο έσκασε σαν ~ (: αναπάντεχα, ξαφνικά). Βλ. διάττων αστέρας, πεφταστέρι, -ίτης2. ΣΥΝ. αερόλιθος, μετεωρόλιθος [< γαλλ. météorite, αγγλ. meteorite]
31002μετέωρομε-τέ-ω-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. κάθε φαινόμενο που συμβαίνει στην ατμόσφαιρα της Γης: υδατώδη ~α (= υδρομετέωρα). Βλ. αστραπή, θύελλα, καταιγίδα, κεραυνός, ουράνιο τόξο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. κάθε ουράνιο σώμα το οποίο, όταν εισέλθει στην ατμόσφαιρα της Γης, εξαερώνεται, εκπέμποντας φωτεινή ακτινοβολία. Βλ. αστεροειδής, βολίδα, διάττων αστέρας, μετεωρίτης, μετεωροειδές. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτεινό μετέωρο (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι έχει λαμπρή, καθοδηγητική δράση: Η πόλη αποτελεί ~ ~ της εθνικής ιστορίας. [< αρχ. μετέωρα (τά) 'ουράνια φαινόμενα', γαλλ. météore, αγγλ. meteor]
31003μετεωρογράφοςμε-τε-ω-ρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο που καταγράφει αυτόματα τη μεταβολή της ατμοσφαιρικής πίεσης, της θερμοκρασίας και της υγρασίας. Πβ. υγρογράφος. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. météorographe, αγγλ. meteorograph]
31004μετεωροειδή[μετεωροειδῆ] με-τε-ω-ρο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μετεωροειδές}: ΑΣΤΡΟΝ. μικροσκοπικά κομμάτια από σκόνη κομητών, τα οποία περιφέρονται στο Διάστημα με πολύ υψηλές ταχύτητες: βροχή ~ών στη Γη/Σελήνη. Βλ. αστερο-, πλανητο-ειδής. [< αγγλ. meteoroids]
31005μετεωρόλιθοςμε-τε-ω-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. μετεωρίτης. ΣΥΝ. αερόλιθος [< γαλλ. météorolithe, αγγλ. meteorolite]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.