| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31042 | μέτρημα | μέ-τρη-μα ουσ. (ουδ.): μέτρηση: ~ θερμίδων/φύλλων (βλ. εικοσιμία)/ψήφων (= καταμέτρηση). Μ' ένα πρόχειρο ~ (= υπολογισμό), πρέπει να είναι πάνω από εκατό άτομα. Έκανε λάθος/κλέβει στο ~. ● ΦΡ.: έχω χάσει το μέτρημα (προφ.): δεν μπορώ να υπολογίσω κάτι με ακρίβεια: Έχω δει την ταινία τόσες φορές που πλέον ~ ~. [< μτγν. μέτρημα ‘μετρημένη απόσταση ή ποσότητα, μισθός’] | |
| 31043 | μετρημένος | , η, ο με-τρη-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από σύνεση, έλλειψη υπερβολής: (για πρόσ.) ~ος: χαρακτήρας. Είναι σεμνός και ~ άνθρωπος. Πβ. μετριοπαθής, συνετός, σώφρων, φρόνιμος.|| ~η: απάντηση/συμπεριφορά. ~ες: κινήσεις/κουβέντες. ~α: λόγια. Έζησε ήρεμη και ~η ζωή. Κάνει προσεκτικά και ~α βήματα.|| (που δεν είναι υπερβολικός:) ~η: αισιοδοξία/κατανάλωση (οινοπνεύματος)/χρήση (της τεχνολογίας). Πβ. λελογισμένος, λογικός, συγκρατημένος. 2. που τον έχουν μετρήσει: ~η: απόσταση/διαδρομή/δόση/τιμή. ~ με ακρίβεια. Χρόνος ~ σε δευτερόλεπτα. Μίλησε πενήντα λεπτά ~α (= ακριβώς). Πβ. αριθμημένος, κατα~, υπολογισμένος. 3. ολιγάριθμος: ~ είναι ο κόσμος που ακούει τέτοια μουσική. Οι δύο ομάδες είχαν ~ες ευκαιρίες για γκολ. Πβ. λιγοστός. ΑΝΤ. αμέτρητος ● επίρρ.: μετρημένα ● ΦΡ.: από τα μετρημένα τρώει ο λύκος & ο λύκος από τα μετρημένα τρώει (παροιμ.): για πιθανές απώλειες, παρά τις όποιες προφυλάξεις., μετρημένα τα λόγια σου!: (ως αυστηρή σύσταση, υπόδειξη) να προσέχεις πώς μιλάς!, μετρημένα κουκιά βλ. κουκιά, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες βλ. μέρα, τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του βλ. ψωμί [< μεσν. μετρημένος] | |
| 31044 | μετρημός | με-τρη-μός ουσ. (αρσ.): μέτρηση, απαρίθμηση. Κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν έχει μετρημό (λαϊκό-λογοτ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί: Τα βάσανά του δεν έχουν ~ (: είναι πολλά, απειράριθμα). [< μεσν. μετρημός] | |
| 31046 | μέτρηση | μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): υπολογισμός μεγέθους, ποσότητας ή άλλου στοιχείου, συνήθ. βάσει ορισμένης μετρικής μονάδας: ~ της ακτινοβολίας/της απόστασης/του βάθους/του βάρους/του εμβαδού/της θερμοκρασίας (πβ. θερμο~)/του μήκους/του όγκου/της πίεσης/του σακχάρου/της στάθμης (του νερού)/της ταχύτητας/της υγρασίας/του χρόνου. Μονάδα ~ης. ~ήσεις ακροαματικότητας (ραδιοφώνου)/επισκεψιμότητας/θορύβου/της νοημοσύνης/τηλεθέασης (= τηλε~). Ηλεκτρικές/μετεωρολογικές/περιβαλλοντικές ~ήσεις. Όργανο (βλ. -μετρητής)/σταθμός/συσκευή/σύστημα ~ης. Ακρίβεια/ανάλυση/καταγραφή ~ήσεων. Πβ. κατα~. Βλ. -μετρία, μετρολογία, προ~, υψο~, χωρο~. ΣΥΝ. μέτρημα ● ΣΥΜΠΛ.: αβεβαιότητα (της) μέτρησης βλ. αβεβαιότητα, αντίστροφη μέτρηση βλ. αντίστροφος [< αρχ. μέτρησις, γαλλ. mesure] | |
| 31048 | μετρήσιμος | , η, ο με-τρή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να μετρηθεί, να εκφραστεί αριθμητικά: ~ος: δείκτης. ~η: απόδοση/αύξηση (π.χ. της θερμοκρασίας)/ποσότητα. ~ο: αποτέλεσμα/μέγεθος. ~οι: στόχοι. Άμεσα/μη ~α οφέλη. Πβ. μετρητός, υπολογίσιμος. Βλ. αμέτρητος. [< αγγλ. countable, measurable] | |
| 31049 | μετρησιμότητα | με-τρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μετρήσιμου: η ~ των αποτελεσμάτων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. countability, measurability] | |
| 31050 | μετρητά | με-τρη-τά ουσ. (ουδ.) (τα) & (λαϊκό) μετρητό (το): χρήμα άμεσα διαθέσιμο για οικονομικές συναλλαγές: αγορά/πληρωμή με ~ (= τοις μετρητοίς) και όχι με επιταγή. Καταβολή ~ών. Εισέπραξε το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ σε ~. Βλ. πιστωτική/χρεωστική (κάρτα), πλαστικό χρήμα. ΣΥΝ. ρευστό χρήμα ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναλήψεων/μετρητών βλ. κάρτα [< μεσν. μετρητά] | |
| 31051 | μετρητής | με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή συσκευή που υπολογίζει και καταγράφει συνήθ. μεγέθη: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. ~ αποστάσεων (πβ. κοντέρ, χιλιο~)/ηλεκτρικού ρεύματος (= ρολόι, βλ. αμπερόμετρο)/θερμοκρασίας (πβ. θερμόμετρο)/κλήσεων/λίπους/νερού (πβ. υδρόμετρο)/ροής (αέρα)/παλμών (βλ. παλμογράφος)/σακχάρου/ταχύτητας (σύνδεσης στο διαδίκτυο)/υγρασίας. Βλ. παρκό-, πιεσό-, ταξί-, χρονό-μετρο, τηλε~. [< αρχ. μετρητής, γαλλ. mesureur, compteur] | |
| 31053 | μετρητικός | , ή, ό με-τρη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που κάνει μετρήσεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ός: εξοπλισμός/σταθμός. ~ή: διάταξη/συσκευή. ~ά: όργανα (βλ. -μετρο)/προγράμματα/στοιχεία/συστήματα. [< αρχ. μετρητικός] | |
| 31054 | μετρητοίς | [μετρητοῖς] με-τρη-τοίς επίρρ.: κυρ. στις ● ΦΡ.: παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς (μτφ.): (για λόγια) παίρνω κάτι στα σοβαρά: Μην ~εις ~ κάθε του λέξη!, τοις μετρητοίς (λόγ.): με άμεση χρηματική καταβολή: αγορά/εξόφληση ~ ~. Θα πληρώσετε ~ ~ (= με μετρητά) ή με κάρτα; Πβ. κας. ΑΝΤ. βερεσέ, επί πιστώσει [< γαλλ. au comptant] | |
| 31055 | μετρητός | , ή, ό με-τρη-τός επίθ. (σπάν.): που μπορεί να μετρηθεί ή δημιουργείται με μέτρηση: ~ό: χρήμα. Πβ. μετρήσιμος. ΑΝΤ. αμέτρητος, αναρίθμητος.|| ~ό: κέντημα (βλ. ξομπλιαστός). [< αρχ. μετρητός] | |
| 31057 | μετριάζω | με-τρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {μετρία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, μετριάζ-οντας}: μειώνω κάτι, κυρ. ως προς την ποσότητα, την ένταση, την οξύτητα ή την αυστηρότητα: ~ τις αντιδράσεις (του κόσμου)/την απογοήτευση/τον ενθουσιασμό/τις εντυπώσεις/τις επιπτώσεις/τον πόνο (πβ. απαλύνω, μαλακώνω)/τη χαρά. Η εταιρεία ~σε τις απώλειές/τα κέρδη της. Ζήτησε συγγνώμη και η ποινή του ~στηκε. ΣΥΝ. αμβλύνω (1), ελαττώνω, λιγοστεύω, περιορίζω (1) ΑΝΤ. αυξάνω, διογκώνω (1), εντείνω [< αρχ. μετριάζω] | |
| 31058 | μετρίαση | με-τρί-α-ση ουσ. (θηλ.): μετριασμός. [< μεσν. μετρίασις] | |
| 31059 | μετριασμός | με-τρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετριάζω: ~ των (αρνητικών) επιπτώσεων/των κλιματικών αλλαγών/του πόνου (πβ. ανακούφιση, απάλυνση, καταπράυνση)/ενός προβλήματος (βλ. διόγκωση, όξυνση)/των συνεπειών (π.χ. της ξηρασίας)/σχολίων (σε μπλογκ). Δράσεις/μέτρα ~ού (του κινδύνου). Πβ. ύφεση. ΣΥΝ. άμβλυνση, ελάττωση, περιορισμός (1) ΑΝΤ. αύξηση (1), ένταση (1) [< μτγν. μετριασμός] | |
| 31060 | μετριαστικός | , ή, ό με-τρι-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συμβάλλει στον μετριασμό: Η στάση του κατηγορούμενου λήφθηκε υπόψη ως ~ παράγοντας (πβ. ελαφρυντικός, βλ. επιβαρυντικός). ● επίρρ.: μετριαστικά [< μτγν. μετριαστικός] | |
| 31061 | μετρικός | , ή, ό με-τρι-κός επίθ. 1. (λόγ.) που αναφέρεται στο μέτρο ή συντελεί στη μέτρηση: ~ή: μονάδα. ~ό: σύστημα (βλ. δεκαδικό σύστημα, Διεθνές Σύστημα Μονάδων). ~ά: όργανα. Βλ. τηλε~, υψο~, χωρο~.|| (ΜΑΘ.) ~ός: τανυστής/χώρος. ~ή: γεωμετρία. Βλ. γωνιο~, παρα~, συμ~. 2. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με το ποιητικό μέτρο: ~ή: ανάλυση. ~ές: ανάγκες. ~ά: σχήματα. ● Ουσ.: μετρική (η): ΦΙΛΟΛ. σύνολο κανόνων που αφορούν τα ποιητικά μέτρα ή/και ο επιστημονικός κλάδος που τα μελετά: αρχαία ελληνική/λατινική/νεοελληνική ~. Βλ. προσωδία, τονισμός. [< αρχ. μετρική] ● επίρρ.: μετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μετρικός τόνος: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα βάρους ίση με χίλια κιλά: Η τιμή του προϊόντος υποχώρησε στα ... ευρώ ανά ~ό ~ο. [< αγγλ. metric ton, 1924] , μετρικός πους/πόδας βλ. πους [< 1: μτγν. μετρικός, γαλλ. métrique, αγγλ. metric(al) 2: αρχ. ~] | |
| 31062 | μετριοκρατία | με-τρι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία των μετρίων σε έναν χώρο. Βλ. αναξιοκρατία, -κρατία. [< γαλλ. médiocratie, αγγλ. mediocracy, 1909] | |
| 31063 | μετριοπάθεια | με-τρι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη υπερβολής, αποφυγή ακροτήτων στις απόψεις ή γενικότ. στη συμπεριφορά, στον χαρακτήρα: κλίμα/πνεύμα ~ας. Επέδειξε σύνεση και ~ (ΑΝΤ. αδιαλλαξία, ακαμψία). Πβ. διαλλακτικ-, συμβιβαστικ-ότητα. Βλ. -πάθεια. [< μτγν. μετριοπάθεια] | |
| 31064 | μετριοπαθής | , ής, ές με-τρι-ο-πα-θής επίθ. {μετριοπαθέστ-ερος, -ατος}: (για πρόσ. ή γνώμη, ιδεολογία) που διακρίνεται από μετριοπάθεια: ~ής: πολιτικός/χαρακτήρας (ΑΝΤ. αδιάλλακτος, ακραίος, ανυποχώρητος, ασυμβίβαστος). ~ής: κυβέρνηση. ~ές: πρόγραμμα (κόμματος)/προφίλ. ~είς: απόψεις/θέσεις. Κράτησε μια μάλλον ~ή στάση. Πβ. διαλλακτ-, συμβιβαστ-, συναινετ-, υποχωρητ-ικός. Βλ. -παθής. ● επίρρ.: μετριοπαθώς [-ῶς] [< μτγν. μετριοπαθής] | |
| 31065 | μέτριος | , α, ο μέ-τρι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (ως προς το μέγεθος, την ποσότητα, την ένταση, τη διάρκεια) που δεν είναι ούτε μικρός ούτε μεγάλος, ούτε λίγος ούτε πολύς: ~ος: πόνος/ρυθμός ανάπτυξης. ~α: αντοχή (στο ψύχος)/αύξηση (των τιμών παραγωγού)/βαθμολογία/βελτίωση (των συμπτωμάτων)/δόση/θερμοκρασία/κατανάλωση (π.χ. ζάχαρης)/κλίση. ~ο: βάρος/εισόδημα/μήκος/ποσοστό/ύψος. ~ες: διαστάσεις/τιμές. Είναι ~ίου αναστήματος. Ασθενείς ~ίου κινδύνου. Γρίπη ~ας βαρύτητας. Άσκηση/διαδρομή ~ας δυσκολίας. Το μαγειρεύουμε σε ~α φωτιά/το ψήνουμε σε ~ο φούρνο (: 170-180 βαθμοί Κελσίου). Οι άνεμοι θα πνέουν βόρειοι ~οι έως ισχυροί. Πβ. κανονικός, μεσαίος, μέσος, συνήθης. Βλ. ά-, υπέρ-μετρος, υπερβολικός.|| Με έναν ~ο (= πρόχειρο) υπολογισμό, θα μας κοστίσει ... ευρώ.|| (για καφέ που δεν είναι ούτε γλυκός ούτε πικρός:) Έναν ~ο ελληνικό με γάλα. 2. (αρνητ. συνυποδ., ως προς την ποιότητα) που δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός: (για πρόσ.) ~ος: καθηγητής/μαθητής/παίκτης/συγγραφέας/τραγουδιστής. Είναι ένας αμυντικός ~ίου επιπέδου. Είναι ~ στα μαθήματα. Βλ. άριστος.|| ~α: γνώση (π.χ. μιας ξένης γλώσσας)/εμφάνιση/ερμηνεία/ομάδα/παράσταση/ταινία. ~ο: αποτέλεσμα/μυαλό. Η ομάδα βρέθηκε σε ~α μέρα. Το νέο του άλμπουμ είναι μάλλον ~ο. Το παιχνίδι ήταν ~ο. ● επίρρ.: μέτρια & (λόγ.) μετρίως ● ΦΡ.: κάτω του μετρίου: χαμηλού επιπέδου: απόδοση ~ ~ (: κάτω του μέσου όρου). Η εικόνα της ομάδας στον αγώνα ήταν (αρκετά/πολύ) ~ ~ (: κάτω από το αναμενόμενο). [< αρχ. μέτριος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ