| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31026 | μετόπισθεν | με-τό-πι-σθεν ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των δυνάμεων, υπηρεσιών και μέσων που βρίσκονται πίσω από τη γραμμή του πυρός· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος και ο άμαχος πληθυσμός του. Πβ. οπισθοφυλακή. Βλ. εμπροσθοφυλακή, μέτωπο, πρώτη γραμμή. ΣΥΝ. νώτα (2) 2. (μτφ.) η αμυντική γραμμή αθλητικής ομάδας: Ο προπονητής ζήτησε επιπλέον αλλαγές/ενίσχυση στα ~. [< αρχ. επίρρ. μετόπισθεν ‘προς τα πίσω’] | |
| 31027 | μετουσιώνω | με-του-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μετουσίω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μετουσιών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μεταβάλλω κάτι ως προς την υπόσταση, τη φύση του: ~ει (= μεταπλάθει) τα προσωπικά του βιώματα σε υψηλή τέχνη. Ελπίζουμε οι σκέψεις να ~θούν σε πράξεις. Η υπεροχή των γηπεδούχων δεν ~θηκε (= μετατράπηκε) σε γκολ. Πβ. μετα-μορφώνω, -σχηματίζω. ● Παθ.: μετουσιώνεται: ΕΚΚΛΗΣ. (για τον άρτο και οίνο της Θείας Ευχαριστίας) μεταβάλλεται σε Σώμα και Αίμα Χριστού. [< μεσν. μετουσιώ] | |
| 31028 | μετουσίωση | με-του-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αλλαγή της υπόστασης, της φύσης: ~ μιας θεωρίας σε πράξη/ενός οράματος σε πραγματικότητα. Πβ. μετα-μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή. 2. ΒΙΟΧ. αλλοίωση των ιδιοτήτων ενός μορίου, υπό την επίδραση θερμικού ή χημικού παράγοντα, ή μιας ουσίας με προσθήκη άλλης, καθιστώντας την πρώτη ακατάλληλη για χρήση: ~ πρωτεϊνών.|| ~ της αιθυλικής αλκοόλης. 3. ΕΚΚΛΗΣ. η μεταβολή του άρτου και οίνου της Θείας Ευχαριστίας σε Σώμα και Αίμα Χριστού. [< 1,3: μεσν. μετουσίωση 2: γαλλ. dénaturation] | |
| 31029 | μετουσιωτικός | , ή, ό με-του-σι-ω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μετουσίωση ή την προκαλεί: η ~ή (= μεταμορφωτική) δύναμη της τέχνης.|| (κυρ. στη ΒΙΟΧ., ως ουδ. ουσ.) ~ό της αιθυλικής αλκοόλης (: ουσία που προστίθεται σε άλλη ως ~ παράγοντας, βλ. μεθανόλη). [< γαλλ. dénaturant] | |
| 31030 | μετοχή | με-το-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπευτικός τίτλος μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρείας που παρέχει στον κάτοχό της δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη της επιχείρησης και στη διοίκησή της: ανοδική/καθοδική ~ (: της οποίας η αξία έχει ανοδική ή καθοδική τάση αντίστοιχα). Αναβάθμιση/ανάκαμψη/(λογιστική/ονομαστική/πραγματική/χρηματιστηριακή) αξία/δείκτης/διαπραγμάτευση/(ημερήσιο) κλείσιμο/κυριότητα/μεταβίβαση/πορεία/σύμβολο/τιμή/τύπος ~ής. ~ές επικαρπίας. Εκποίηση/ενίσχυση/πακέτο/στοιχεία ~ών. Άνοδο/(αρνητική/θετική) απόδοση/αύξηση/μείωση/πτώση παρουσίασε/σημείωσε η ~ ... Στα ύψη (έφτασε) η ~ ... Προσωρινή αναστολή των ~ών μιας εταιρείας. Μέρισμα ... ευρώ ανά ~. Μετατροπή ομολογιών σε ~ές. Αγοράζω/πουλώ ~ές. Εισαγωγές νέων ~ών στο χρηματιστήριο.|| ~ές αργύρου/χρυσού. Πβ. χαρτί, χρηματιστηριακός τίτλος. Βλ. αξιόγραφο. 2. ΓΡΑΜΜ. μέρος του λόγου που έχει συγχρόνως ιδιότητες ονόματος και ρήματος: ενεργητική/παθητική ~. Αναφορική/τροπική/υποθετική/χρονική ~. ~ ενεστώτα/μεσοπαθητικού παρακειμένου. Κλίση/συντακτικός ρόλος/σχηματισμός ~ής. Βλ. γερούνδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώνυμη μετοχή: ΟΙΚΟΝ. της οποίας κύριος θεωρείται ο εκάστοτε κομιστής., διασπορά μετοχών: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία τα μετοχικά κεφάλαια μιας ανώνυμης εταιρείας είναι διαμοιρασμένα σε πολλούς μετόχους., κοινή μετοχή: ΟΙΚΟΝ. απλή μετοχή που περιλαμβάνει όλα τα βασικά δικαιώματα ενός μετόχου, αλλά δεν παραχωρεί κανένα προνόμιο, σε αντιδιαστολή προς την προνομιούχο μετοχή., ονομαστική μετοχή: ΟΙΚΟΝ. που φέρει το όνομα του κατόχου της και για τη μετάβασή της απαιτείται ειδική διαδικασία., προνομιούχος μετοχή: ΟΙΚΟΝ. που προσφέρει ορισμένο πλεονέκτημα στους κατόχους της έναντι των κοινών μετοχών, όσον αφορά τη λήψη μερίσματος και του προϊόντος της εκκαθάρισης, σε περίπτωση διάλυσης της επιχείρησης., αιτιολογική μετοχή βλ. αιτιολογικός, αμυντικές μετοχές βλ. αμυντικός, απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο βλ. απόλυτος ● ΦΡ.: ανεβαίνουν/πέφτουν οι μετοχές κάποιου: (μτφ.) ενισχύεται/μειώνεται η αξία, το κύρος του: Από τότε που κέρδισε στον διαγωνισμό, ανέβηκαν οι μετοχές της., μετά/άνευ ψήφου μετοχές & μετοχές με/χωρίς δικαίωμα ψήφου: ΟΙΚΟΝ. που επιτρέπουν ή δεν επιτρέπουν, αντίστοιχα, στους κατόχους να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση των μετόχων. [< αρχ. μετοχή 'συμμετοχή' 1: αγγλ. share 2: μτγν. μετοχή] | |
| 31031 | μετόχι | με-τό-χι ουσ. (ουδ.) & μετόχιο: κτήμα με Μονή ή ναό, που βρίσκεται μακριά από το μοναστήρι στο οποίο ανήκει· (κυρ. συνεκδ.) η Μονή αυτή ή ο ναός αυτός: αγιορείτικα ~ια. ~ του Παναγίου Τάφου. [< μεσν. μετόχιον] | |
| 31032 | μετοχικός | , ή, ό με-το-χι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με μετοχές ή μετόχους: ~ός: δείκτης/τίτλος (βλ. αξιόγραφο). ~ή: αξία/εταιρεία (πβ. ανώνυμη εταιρεία)/συμμετοχή/συνεργασία ή σχέση (π.χ. δύο τραπεζών). ~ό: κεφάλαιο/μερίδιο. Η ~ή δομή/σύνθεση ενός ομίλου. Η ~ή τιμή της επιχείρησης στο χρηματιστήριο ενισχύθηκε κατά 2,9%. Βλ. πολυ~, συμ~. 2. ΓΡΑΜΜ. που εκφέρεται με μετοχή: ~ή: πρόταση/φράση. ● επίρρ.: μετοχικά ● ΣΥΜΠΛ.: Μετοχικό Ταμείο: ΟΙΚΟΝ. ονομασία ασφαλιστικού ταμείου: ~ ~ Αεροπορίας/Ναυτικού/Στρατού. Βλ. επικουρικός. [< 2: μτγν. μετοχικός] | |
| 31033 | μετοχοδάνειο | με-το-χο-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. δάνειο που χορηγείται σε βασικό μέτοχο εισηγμένης εταιρείας, προκειμένου να καλύψει τη δική του συμμετοχή στη μεγάλη αύξηση κεφαλαίου που πραγματοποίησε η εταιρεία. | |
| 31034 | μετοχολόγιο | με-το-χο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. κατάλογος των μετόχων εταιρείας εισηγμένης στο χρηματιστήριο, που περιλαμβάνει τα πλήρη στοιχεία τους και τον αριθμό των μετοχών που αυτοί κατέχουν σε δεδομένη χρονική στιγμή. Βλ. -λόγιο. | |
| 31035 | μετοχοποίηση | με-το-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΝ. 1. διαίρεση του κεφαλαίου επιχείρησης ή οργανισμού σε μετοχές, ώστε να εισαχθεί στο χρηματιστήριο: ~ των ΔΕΚΟ. Πβ. αποκρατικο-, ιδιωτικο-ποίηση. 2. ολική ή μερική μετατροπή του χρέους εταιρείας σε επιπρόσθετο μετοχικό κεφάλαιο: ~ δανείων. | |
| 31036 | μετοχοποιώ | [μετοχοποιῶ] με-το-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μετοχοποι-εί, -ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. (για κυβέρνηση) προβαίνω σε μετοχοποίηση. Πβ. αποκρατικο-, ιδιωτικο-ποιώ. | |
| 31037 | μέτοχος | μέ-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μετόχ-ου| -ων, -ους} 1. ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του μετοχές ή εταιρικά μερίδια: αποκλειστικός/ιδιώτης/κύριος/μειοψηφών/μοναδικός/πλειοψηφών ~. Μέρισμα των ~ων. (συνήθ. με κεφαλ. Μ) Η Γενική Συνέλευση (των) ~ων. Βλ. μεγαλο~, μικρο~. ΣΥΝ. μερισματούχος 2. (λόγ., + γεν.) αυτός που συμμετέχει σε κάτι: ~ του πόνου/της χαράς. ΣΥΝ. κοινωνός, συμμέτοχος ΑΝΤ. αμέτοχος ● ΣΥΜΠΛ.: βασικός μέτοχος: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, είτε βάσει του αριθμού των μετοχών που έχει στην κυριότητά του είτε βάσει των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον τρόπο διοίκησης και την εν γένει λειτουργία μιας επιχείρησης. [< 1: αγγλ. shareholder 2: αρχ. μέτοχος] | |
| 31038 | μετρ | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. επαγγελματίας που θεωρείται δάσκαλος, αυθεντία στον τομέα του: ~ της κομμωτικής/της μόδας/της υψηλής ραπτικής (= μόδιστρος). Τα μυστικά της κουζίνας από τον ~ του είδους ... Πβ. μαέστρος, μάστορας. 2. επικεφαλής προσωπικού ξενοδοχείου, εστιατορίου, κέντρου διασκέδασης. ● ΣΥΜΠΛ.: γκραν μετρ: ΑΘΛ. τίτλος σκακιστών διεθνούς επιπέδου και η αντίστοιχη κατηγορία: ~ ~ ανδρών/γυναικών.|| Σημείωσε νόρμα ~ ~. [< γαλλ. maître] | |
| 31039 | μέτρα | βλ. μέτρο | |
| 31040 | μετράω | βλ. μετρώ | |
| 31041 | μετρέσα | με-τρέ-σα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ερωμένη. Βλ. -έσα. [< γαλλ. maîtresse] | |
| 31042 | μέτρημα | μέ-τρη-μα ουσ. (ουδ.): μέτρηση: ~ θερμίδων/φύλλων (βλ. εικοσιμία)/ψήφων (= καταμέτρηση). Μ' ένα πρόχειρο ~ (= υπολογισμό), πρέπει να είναι πάνω από εκατό άτομα. Έκανε λάθος/κλέβει στο ~. ● ΦΡ.: έχω χάσει το μέτρημα (προφ.): δεν μπορώ να υπολογίσω κάτι με ακρίβεια: Έχω δει την ταινία τόσες φορές που πλέον ~ ~. [< μτγν. μέτρημα ‘μετρημένη απόσταση ή ποσότητα, μισθός’] | |
| 31043 | μετρημένος | , η, ο με-τρη-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από σύνεση, έλλειψη υπερβολής: (για πρόσ.) ~ος: χαρακτήρας. Είναι σεμνός και ~ άνθρωπος. Πβ. μετριοπαθής, συνετός, σώφρων, φρόνιμος.|| ~η: απάντηση/συμπεριφορά. ~ες: κινήσεις/κουβέντες. ~α: λόγια. Έζησε ήρεμη και ~η ζωή. Κάνει προσεκτικά και ~α βήματα.|| (που δεν είναι υπερβολικός:) ~η: αισιοδοξία/κατανάλωση (οινοπνεύματος)/χρήση (της τεχνολογίας). Πβ. λελογισμένος, λογικός, συγκρατημένος. 2. που τον έχουν μετρήσει: ~η: απόσταση/διαδρομή/δόση/τιμή. ~ με ακρίβεια. Χρόνος ~ σε δευτερόλεπτα. Μίλησε πενήντα λεπτά ~α (= ακριβώς). Πβ. αριθμημένος, κατα~, υπολογισμένος. 3. ολιγάριθμος: ~ είναι ο κόσμος που ακούει τέτοια μουσική. Οι δύο ομάδες είχαν ~ες ευκαιρίες για γκολ. Πβ. λιγοστός. ΑΝΤ. αμέτρητος ● επίρρ.: μετρημένα ● ΦΡ.: από τα μετρημένα τρώει ο λύκος & ο λύκος από τα μετρημένα τρώει (παροιμ.): για πιθανές απώλειες, παρά τις όποιες προφυλάξεις., μετρημένα τα λόγια σου!: (ως αυστηρή σύσταση, υπόδειξη) να προσέχεις πώς μιλάς!, μετρημένα κουκιά βλ. κουκιά, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες βλ. μέρα, τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του βλ. ψωμί [< μεσν. μετρημένος] | |
| 31044 | μετρημός | με-τρη-μός ουσ. (αρσ.): μέτρηση, απαρίθμηση. Κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν έχει μετρημό (λαϊκό-λογοτ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί: Τα βάσανά του δεν έχουν ~ (: είναι πολλά, απειράριθμα). [< μεσν. μετρημός] | |
| 31046 | μέτρηση | μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): υπολογισμός μεγέθους, ποσότητας ή άλλου στοιχείου, συνήθ. βάσει ορισμένης μετρικής μονάδας: ~ της ακτινοβολίας/της απόστασης/του βάθους/του βάρους/του εμβαδού/της θερμοκρασίας (πβ. θερμο~)/του μήκους/του όγκου/της πίεσης/του σακχάρου/της στάθμης (του νερού)/της ταχύτητας/της υγρασίας/του χρόνου. Μονάδα ~ης. ~ήσεις ακροαματικότητας (ραδιοφώνου)/επισκεψιμότητας/θορύβου/της νοημοσύνης/τηλεθέασης (= τηλε~). Ηλεκτρικές/μετεωρολογικές/περιβαλλοντικές ~ήσεις. Όργανο (βλ. -μετρητής)/σταθμός/συσκευή/σύστημα ~ης. Ακρίβεια/ανάλυση/καταγραφή ~ήσεων. Πβ. κατα~. Βλ. -μετρία, μετρολογία, προ~, υψο~, χωρο~. ΣΥΝ. μέτρημα ● ΣΥΜΠΛ.: αβεβαιότητα (της) μέτρησης βλ. αβεβαιότητα, αντίστροφη μέτρηση βλ. αντίστροφος [< αρχ. μέτρησις, γαλλ. mesure] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ