| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31066 | μετριότητα | με-τρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του μέτριου: η ~ της φετινής κινηματογραφικής παραγωγής (: έργα μέτριας ποιότητας, περιορισμένης αξίας).|| Το σύστημα αναδεικνύει τις ~ες (: ανθρώπους με ελάχιστες ικανότητες). 2. κατάσταση ή αποτέλεσμα που δεν ξεπερνά τον μέσο όρο: μέσα στη γενική ~. Αρκείται στη ~. Βλ. -ότητα. 3. (στον λόγ. τ. Μετριότης) αναφορά πατριάρχη, αρχιεπισκόπου ή μητροπολίτη στον εαυτό του: η ημετέρα ~ (= ελαχιστότητα, ταπεινότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσή μετριότητα (αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί εμφατ. ότι κάποιος ή κάτι κινείται στα όρια του μετρίου. [< αρχ. μετριότης] | |
| 31067 | μετριοφροσύνη | με-τρι-ο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μετριόφρονα: προσκρούει στη ~ του. Βλ. -οσύνη. Πβ. σεμν-, ταπειν-ότητα. Βλ. έπαρση, υπεροψία. ΑΝΤ. αλαζονεία, ξιπασιά [< μτγν. μετριοφροσύνη] | |
| 31068 | μετριόφρων | , ων, ον με-τρι-ό-φρων επίθ./ουσ. (λόγ.) & μετριόφρονας {μόνο στο αρσ.}: (για πρόσ.) που δεν επιδεικνύει τις ικανότητες και την αξία του: Παραμένει ~ και μετά την αναγνώριση του έργου του.|| (ειρων.) Είμαι όμορφη, έξυπνη και κυρίως ... ~! Πβ. σεμνός, ταπεινόφρων. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. αλαζόνας, υψηλόφρων (2) ● επίρρ.: μετριοφρόνως [< μτγν. μετριόφρων] | |
| 31069 | μέτρο | μέ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. βασική μονάδα μέτρησης του μήκους (συντομ. μ., σύμβ. m)· συνεκδ. επιμήκης ταινία ή όργανο μήκους ενός μέτρου για μέτρηση αποστάσεων, διαστάσεων: το γαλλικό ~. Δύο ~α βάθος/πλάτος/ύψος. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο οκτακοσίων ~ων. Εκατό ~α ύπτιο. Βλ. δεκά-, εκατοστό-, χιλιό-, χιλιοστό-μετρο.|| Μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. Πβ. κορδέλα, μεζούρα, μετροταινία. Βλ. βυθό-, γωνιό-, μικρό-, νανό-, τηλέ-μετρο. 2. (γενικότ.) κάθε μονάδα μέτρησης ενός φυσικού μεγέθους: ~ στερεών/υγρών/χωρητικότητας (βλ. λίτρο).|| (ΓΕΩΜ.) ~ τόξου (: ο θετικός αριθμός που εκφράζει πόσες φορές το τόξο περιέχει τη μοίρα). 3. {συνήθ. στον πληθ., μέτρα} οργανωμένες ενέργειες που γίνονται για συγκεκριμένο σκοπό: αντισυνταγματικά/διοικητικά/διαρθρωτικά/διορθωτικά/δρακόντεια/έκτακτα/επείγοντα/κατασταλτικά/νομοθετικά/οικονομικά/ορθά/πειθαρχικά/περιοριστικά/προληπτικά/πρόσθετα/προσωρινά/προτεινόμενα/ρυθμιστικά/σκληρά/στοχευμένα/συμπληρωματικά/συνοδευτικά ~α. ~α βελτίωσης (των συνθηκών)/δημοσιονομικής εξυγίανσης/ελάφρυνσης (δανειοληπτών)/ελέγχου/λιτότητας/πρόνοιας/προστασίας (του καταναλωτή)/στήριξης (της οικονομίας). Εξαγγελία/λήψη ~ων. Άρση/επιβολή/εφαρμογή/καθιέρωση/κατάργηση/προκήρυξη ενός ~ου. Αυξημένα ~α για τη φοροδιαφυγή/κατά της τρομοκρατίας. Απέδωσαν τα νέα ~α της κυβέρνησης. Αντισταθμιστικό ~ για την υλοποίηση του έργου. ~α-ασπιρίνες.|| (ΝΟΜ.) Προσωρινά και συντηρητικά ~α (: για εξασφάλιση και διατήρηση έννομων δικαιωμάτων αντίστοιχα). Βλ. ημίμετρα. 4. (μτφ.) τα λογικά όρια, ο μέσος όρος: υπέρβαση του ~ου. Στη ζωή χρειάζεται αρμονία και ~. Μη χάνουμε το ~. Αλόγιστη χρήση του υπολογιστή, χωρίς ~. Εγχείρημα που ξεπερνάει τα ανθρώπινα ~α. Το ~ (= το ανώτατο όριο) της ελευθερίας/της δημοκρατίας. Πβ. ρέγουλα. Βλ. ακρότητα. 5. (μτφ.) οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει πρότυπο, βάση, κριτήριο αξιολόγησης: Μην κρίνεις τους άλλους με τα δικά σου ~α. Μαγεύτηκα με αυτό το βιβλίο, αλλά δεν είμαι εγώ το ~. Η κοινωνική θέση των ατόμων δεν δίνει το ~ της αξίας τους. 6. ΜΕΤΡ. σύνολο βραχειών και μακρών συλλαβών (στην αρχαία μετρική) ή άτονων και τονισμένων (στη νεότερη), η επανάληψη του οποίου σχηματίζει τον στίχο· γενικότ. ο στίχος: αρχαίο/δακτυλικό/ελεγειακό/ιαμβικό/τροχαϊκό ~. Πβ. μετρικός πους/πόδας. 7. ΜΟΥΣ. (σε μια σύνθεση) καθένα από τα ισόχρονα μικρά μουσικά μέρη που βρίσκονται μεταξύ δύο διαστολών στο πεντάγραμμο: απλά και σύνθετα ~α. ~ 3/4. Πβ. ρυθμός. 8. βήμα ή κίνηση που γίνεται στον ρυθμό της μουσικής. 9. ΜΑΘ. απόλυτη τιμή κάθε πραγματικού αριθμού. ● μέτρα (τα): διαστάσεις: τα ~ του δωματίου. Κουστούμι ραμμένο ακριβώς στα ~ μου. ● ΣΥΜΠΛ.: αίσθηση του μέτρου βλ. αίσθηση, ασφαλιστικά μέτρα βλ. ασφαλιστικός, κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. κυβικός, μέτρα ασφαλείας βλ. ασφάλεια, μέτρο σύγκρισης βλ. σύγκριση, τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός, τρέχον μέτρο βλ. τρέχων ● ΦΡ.: εν τινι μέτρω (αρχαιοπρ.): ως ένα βαθμό, σημείο., λαμβάνω/παίρνω μέτρα (μτφ.): ενεργώ κατάλληλα για την αντιμετώπιση προβλήματος, την αποτροπή κινδύνου: Ελήφθησαν όλα τα αναγκαία/απαραίτητα ~. Η κυβέρνηση θα πάρει αυστηρά ~ για το ... [< γαλλ. prendre des mesures] , λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου: προνοώ για κάτι ή προφυλάσσομαι από αυτό: Έλαβαν τα ~ τους. Όφειλε να έχει πάρει τα ~ του., με μέτρο: εντός λογικών ορίων, χωρίς υπερβολές: Όλα ~ ~!, μέτρα και σταθμά (μτφ.) : κριτήρια: Δεν μπορούμε να κρίνουμε τους πάντες με τα ίδια ~ ~. Οι ιθύνοντες επιβάλλουν τα δικά τους ~ ~., μέτρον άριστον & παν μέτρον άριστον (αρχ. γνωμ.): το καλύτερο είναι να αποφεύγει κάποιος τα άκρα, την υπερβολή. ΣΥΝ. μηδέν άγαν, παίρνω τα μέτρα (κάποιου): μετρώ τις διαστάσεις του σώματός του: Η μοδίστρα μού πήρε ~.|| (αργκό) Του ~ουν μέτρα (= περιμένουν να πεθάνει)., πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος: ΦΙΛΟΣ. (κριτήριο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος:) για να δηλωθεί ότι αποτελεί την υπέρτατη αξία., στα μέτρα μου/σου/του (μτφ.): για καθετί προσαρμοσμένο στις ανάγκες, στις δυνατότητες, στο συμφέρον κάποιου: Ο ρόλος ήταν κομμένος και ραμμένος ~ της. Η αντίπαλη ομάδα ήταν ~ μας (: μπορούσαμε να την αντιμετωπίσουμε)., στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου): σύμφωνα με τις ανάγκες, επιθυμίες ή δυνατότητές του: πρόγραμμα διατροφής στα μέτρα σας. Θα βοηθήσουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας., στο μέτρο/στον βαθμό που: μέχρι του σημείου που: Τροποποίηση των κανονισμών επιτρέπεται ~ ~ (= εφόσον) αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο., φέρνω κάτι στα μέτρα μου (μτφ.): το διαμορφώνω, το προσαρμόζω στις δικές μου ανάγκες, επιθυμίες, δυνατότητες: Η ομάδα ήταν πολύ καλά προετοιμασμένη και έφερε το παιχνίδι στα ~ της.|| (σπάν. για πρόσ.) Προσπαθεί να τη φέρει στα ~ του, αλλά τίποτα. Πβ. φέρνω κάποιον στα νερά μου., δύο μέτρα και δύο σταθμά βλ. σταθμά, κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού βλ. δυνατός, στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα βλ. στήνω, στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού βλ. εφικτός, στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί βλ. βαθμός [< αρχ. μέτρον, γαλλ. mètre, mesure, αγγλ. measure] | |
| 31070 | μετρό | με-τρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ηλεκτροκίνητος σιδηρόδρομος μεγαλούπολης, μερικώς ή ολικώς υπόγειος: (συνήθ. με κεφαλ. Μ) το Αττικό ~. Δίκτυο/δρομολόγια/επέκταση/σταθμοί/συρμοί/χάρτης του ~. Ανταπόκριση/σύνδεση με τη γραμμή 3 του ~. Παίρνω το ~. Πηγαίνω στη δουλειά με το ~. Βλ. αεροπλάνο, ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, λεωφορείο, πλοίο, ταξί, τραμ, τρόλεϊ. ΣΥΝ. μητροπολιτικός σιδηρόδρομος [< γαλλ. métro, 1891 < (chemin de fer) métropolitain, αγγλ. metro(politan), 1904] | |
| 31072 | μετρολογία | με-τρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ΜΕΤΡΟΛ. η επιστήμη των μετρήσεων: βιομηχανική/νομική ~. Πβ. μετροτεχνία. Βλ. -λογία. [< μτγν. μετρολογία 'η θεωρία των αναλογιών', γαλλ. métrologie, αγγλ. metrology] | |
| 31073 | μετρολογικός | , ή, ό με-τρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΡΟΛ. που αναφέρεται στη μετρολογία: ~ός: έλεγχος (οργάνων). ~ό: εργαστήριο. ~ά: χαρακτηριστικά. Πβ. μετροτεχνικός. [< γαλλ. métrologique, αγγλ. metrological] | |
| 31074 | μετρολόγος | με-τρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη μετρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. métrologiste, αγγλ. metrologist] | |
| 31075 | μετρονιδαζόλη | με-τρο-νι-δα-ζό-λη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιβιοτικό (σύμβ. C6H9N3O3)που χρησιμοποιείται κυρ. στη θεραπεία της τριχομονάδωσης. Βλ. -όλη. [< αγγλ. metronidazole, 1960] | |
| 31076 | μετρονομία | με-τρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. τήρηση του μέτρου κατά την εκτέλεση μουσικού κομματιού. Βλ. -νομία. [< γαλλ. métronomie, αγγλ. metronomy] | |
| 31077 | μετρονομικός | , ή, ό με-τρο-νο-μι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη μετρονομία ή τον μετρονόμο: ~ή: ακρίβεια/ένδειξη. [< γαλλ. métronomique, 1903, αγγλ. metronomic(al)] | |
| 31078 | μετρονόμος | με-τρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. όργανο που κρατά το μέτρο κατά την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, που προσδιορίζει την ταχύτητα της ρυθμικής αγωγής: ηλεκτρονικός/μηχανικός/ψηφιακός ~. Κουρδιστήρια-~οι. Βλ. χρονόμετρο. [< αρχ. μετρονόμοι 'ελεγκτές μέτρων και σταθμών', γαλλ. métronome, αγγλ. metronome] | |
| 31079 | μετροπόντικας | με-τρο-πό-ντι-κας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικός εκσκαφέας για διάνοιξη σήραγγας κατά την κατασκευή μετρό. | |
| 31081 | μετροσέξουαλ | με-τρο-σέ-ξου-αλ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): ετεροφυλόφιλος άντρας, κάτοικος συνήθ. αστικής περιοχής, που προσέχει πολύ την εξωτερική του εμφάνιση. Βλ. δανδής. ΑΝΤ. μάτσο2 [< αμερικ. metrosexual, 1994 < metro(politan) + (hetero)sexual, γαλλ. métrosexuel, 2003] | |
| 31082 | μετροταινία | με-τρο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης αποστάσεων ή διαστάσεων αποτελούμενο από ταινία η οποία υποδιαιρείται σε μέτρα και τυλίγεται σε θήκη: μεταλλική/ψηφιακή ~. ~ μήκους δέκα μέτρων/τσέπης. Πβ. μεζούρα, μέτρο. [< γαλλ. mètre (à) ruban, αγγλ. tape measure, measuring tape] | |
| 31083 | μετροτεχνία | με-τρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τις μετρήσεις, τα σχετικά όργανα, τον τρόπο χρήσης και την αξιολόγηση της ακρίβειάς τους. Πβ. μετρολογία. Βλ. -τεχνία. | |
| 31084 | μετροτεχνικός | , ή, ό με-τρο-τε-χνι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη μετροτεχνία: ~ός: έλεγχος (ποιότητας). ~ή: ανάλυση. ~ό: εργαστήριο. Πβ. μετρολογικός. | |
| 31085 | μετροτράπεζα | με-τρο-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. όργανο που αποτελείται από πίνακα σχεδίασης και γωνιόμετρο. Βλ. εξάντας, θεοδόλιχος. | |
| 31086 | μετροφωνία | με-τρο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) απεικόνιση μέλους ή παραλλαγής σε διάγραμμα, στον κάθετο άξονα του οποίου μετριέται η συχνότητα του μουσικού φθόγγου, ενώ στον οριζόντιο ο χρόνος. Βλ. -φωνία. | |
| 31087 | μετρώ | [μετρῶ] με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μετρ-ά κ. -άει ... | μέτρ-ησα, -ήσει, -ιέται (σπανιότ.) -άται κ. -είται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & μετράω 1. καθορίζω, υπολογίζω τον συνολικό αριθμό: ~ τις απουσίες/τα κέρδη/τον πληθυσμό (πβ. απογράφω)/τα ρέστα/τους τραυματίες/τα φύλλα της τράπουλας/τα χρήματα/τις ψήφους. ~ ένα-ένα/με τα δάχτυλα/λάθος/σωστά. ~ησα σαράντα άτομα. Να ~ηθούμε να δούμε πόσοι είμαστε. Πβ. κατα~.|| (μτφ.) Είκοσι χρόνια ~άει στο τραγούδι ο γνωστός τραγουδοποιός. ~ούν τέσσερις συνεχόμενες εντός έδρας νίκες. Το συγκρότημα ~άει (= απαριθμεί) πολλές επιτυχίες. Πβ. αριθμώ. 2. υπολογίζω το μέγεθος, την ποσότητα, τον βαθμό, συνήθ. με ειδικό όργανο ή βάσει κάποιας μονάδας μέτρησης: ~ (με ακρίβεια) την απόσταση (μεταξύ δύο σημείων)/το βάρος/τις διαστάσεις (του χώρου)/την ένταση του ήχου/τη θερμοκρασία/την ισχύ/τη μάζα/τον όγκο/την τάση/την ταχύτητα/την υγρασία/το ύψος. ~ με τη μεζούρα. ~ τους σφυγμούς/τους χτύπους της καρδιάς. Ο χρυσός ~ιέται σε καράτια. Οι γωνίες ~ούνται με/σε μοίρες. ~ήθηκαν τα επίπεδα λιπιδίων του αίματος. (προφ.) Με ~ησε ο γιατρός και έχω πίεση (= μου ~ησε, μου πήρε την πίεση).|| Τεστ που ~ά τη νοημοσύνη.|| Ο χρόνος ~άει από τώρα. Κάθε καλάθι ~άει για (= ισοδυναμεί με) δύο πόντους (πβ. πιάνεται). Η ψήφος του προέδρου ~άει διπλά.|| ~ήθηκα (= ζυγίστηκα) και είμαι 62 κιλά. 3. λέω αριθμούς στη σειρά: ~ από το ένα ως το εκατό. Μέτρα ως το δέκα. ~ ανάποδα/αντίστροφα. 4. εξετάζω, εκτιμώ, σταθμίζω: ~ την απόδοση/τις απώλειες/τις δυνάμεις (μου)/τα λάθη μου/τα οφέλη/τις πληγές. Δεν μπορείς να ~άς την αξία κάποιου με οικονομικά κριτήρια.|| ~ιέται η αγάπη; Η συμβολή της στη λογοτεχνία δεν μπορεί να ~ηθεί (= είναι ανεκτίμητη). Πβ. αποτιμώ, ελέγχω, ζυγιάζω, ζυγίζω, λογαριάζω. 5. (μτφ.) αξίζω, θεωρούμαι ή αποδεικνύομαι σημαντικός: Η γνώμη σου/ο λόγος του ~άει πολύ για μένα. Δεν ~άει μόνο η ηλικία στο ... Η κίνηση/σκέψη ~άει και όχι η τιμή του δώρου. Το αποτέλεσμα/η προσπάθεια ~άει. Ξεπέρασε τον κίνδυνο κι αυτό είναι που ~άει. Κάθε λεπτό ~άει. ~ησε η εμπειρία και η καλή άμυνα της ομάδας μας. Τι ~ησε για τη/στη λήψη αυτής της απόφασης; 6. συμπεριλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε ένα σύνολο ή συνυπολογίζομαι: ~ησες και τον φίλο μου στους καλεσμένους; Πβ. προσ~, συγκαταλέγω.|| Η εργασία είναι προαιρετική και ~ά θετικά στον τελικό βαθμό. ~ησε ο βαθμός πτυχίου στον διορισμό του. ● μετράει: είναι έγκυρο: Το γκολ/ρεκόρ/τρίποντο δεν ~ησε (= ακυρώθηκε). Η πρώτη προσπάθεια δεν ~άει. ● Παθ.: μετριέμαι: ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι ή συγκρίνομαι με κάποιον ως προς κάτι: ~ηθήκαμε στα ίσια. Έλα να ~θούμε, αν τολμάς! Πβ. ανα~, παραβγαίνω.|| Η χαρά της δημιουργίας δεν ~ιέται με τίποτα άλλο. ● ΦΡ.: μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες 1. (συνήθ. σε περιπτώσεις απόλυσης ή αποπομπής από ένα αξίωμα, θέση ή ολοκλήρωσης μιας θητείας) περιμένω να συμβεί κάτι σύντομα: ~άει ώρες στον πάγκο της Εθνικής/στον προεδρικό θώκο/στον στρατό. 2. (κυρ. για θανατοποινίτη) {στο γ' πρόσ.} πρόκειται να πεθάνει σε μικρό χρονικό διάστημα., μετράω σε κάποιον κάτι (παλαιότ.-προφ., συνήθ. για χρηματικό ποσό): δίνω σε κάποιον ένα σύνολο ομοειδών πραγμάτων, υπολογίζοντας το πλήθος τους επακριβώς ενώπιόν του: Ο αγοραστής τού μέτρησε (: πλήρωσε τοις μετρητοίς) τρεις χιλιάδες ευρώ., μετράω τα λόγια μου (μτφ.): μιλώ συνετά, προσέχω τι λέω: Να ~άς (= μετρημένα) ~ σου. Έχει ευγένεια, ήθος και πάντα ~άει ~ του. Βλ. λίγα λόγια και καλά., μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια (προφ.): κατρακυλώ σε σκάλα: Γλίστρησε και ~ησε ~., μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες: ανυπομονώ να περάσει ο καιρός: ~ει ~ (μέχρι) να βγει από τη φυλακή/να επιστρέψει/να την ξαναδεί. Πβ. αδημονώ. ΣΥΝ. δεν βλέπω την ώρα να ..., μετράω το κόστος (μτφ.): λαμβάνω υπόψη μου τις συνέπειες: ~ ~ των πράξεών μου., (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο βλ. μεζούρα, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο [< αρχ. μετρῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ