| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31048 | μετρήσιμος | , η, ο με-τρή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να μετρηθεί, να εκφραστεί αριθμητικά: ~ος: δείκτης. ~η: απόδοση/αύξηση (π.χ. της θερμοκρασίας)/ποσότητα. ~ο: αποτέλεσμα/μέγεθος. ~οι: στόχοι. Άμεσα/μη ~α οφέλη. Πβ. μετρητός, υπολογίσιμος. Βλ. αμέτρητος. [< αγγλ. countable, measurable] | |
| 31049 | μετρησιμότητα | με-τρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μετρήσιμου: η ~ των αποτελεσμάτων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. countability, measurability] | |
| 31050 | μετρητά | με-τρη-τά ουσ. (ουδ.) (τα) & (λαϊκό) μετρητό (το): χρήμα άμεσα διαθέσιμο για οικονομικές συναλλαγές: αγορά/πληρωμή με ~ (= τοις μετρητοίς) και όχι με επιταγή. Καταβολή ~ών. Εισέπραξε το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ σε ~. Βλ. πιστωτική/χρεωστική (κάρτα), πλαστικό χρήμα. ΣΥΝ. ρευστό χρήμα ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναλήψεων/μετρητών βλ. κάρτα [< μεσν. μετρητά] | |
| 31051 | μετρητής | με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή συσκευή που υπολογίζει και καταγράφει συνήθ. μεγέθη: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. ~ αποστάσεων (πβ. κοντέρ, χιλιο~)/ηλεκτρικού ρεύματος (= ρολόι, βλ. αμπερόμετρο)/θερμοκρασίας (πβ. θερμόμετρο)/κλήσεων/λίπους/νερού (πβ. υδρόμετρο)/ροής (αέρα)/παλμών (βλ. παλμογράφος)/σακχάρου/ταχύτητας (σύνδεσης στο διαδίκτυο)/υγρασίας. Βλ. παρκό-, πιεσό-, ταξί-, χρονό-μετρο, τηλε~. [< αρχ. μετρητής, γαλλ. mesureur, compteur] | |
| 31053 | μετρητικός | , ή, ό με-τρη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που κάνει μετρήσεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ός: εξοπλισμός/σταθμός. ~ή: διάταξη/συσκευή. ~ά: όργανα (βλ. -μετρο)/προγράμματα/στοιχεία/συστήματα. [< αρχ. μετρητικός] | |
| 31054 | μετρητοίς | [μετρητοῖς] με-τρη-τοίς επίρρ.: κυρ. στις ● ΦΡ.: παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς (μτφ.): (για λόγια) παίρνω κάτι στα σοβαρά: Μην ~εις ~ κάθε του λέξη!, τοις μετρητοίς (λόγ.): με άμεση χρηματική καταβολή: αγορά/εξόφληση ~ ~. Θα πληρώσετε ~ ~ (= με μετρητά) ή με κάρτα; Πβ. κας. ΑΝΤ. βερεσέ, επί πιστώσει [< γαλλ. au comptant] | |
| 31055 | μετρητός | , ή, ό με-τρη-τός επίθ. (σπάν.): που μπορεί να μετρηθεί ή δημιουργείται με μέτρηση: ~ό: χρήμα. Πβ. μετρήσιμος. ΑΝΤ. αμέτρητος, αναρίθμητος.|| ~ό: κέντημα (βλ. ξομπλιαστός). [< αρχ. μετρητός] | |
| 31057 | μετριάζω | με-τρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {μετρία-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, μετριάζ-οντας}: μειώνω κάτι, κυρ. ως προς την ποσότητα, την ένταση, την οξύτητα ή την αυστηρότητα: ~ τις αντιδράσεις (του κόσμου)/την απογοήτευση/τον ενθουσιασμό/τις εντυπώσεις/τις επιπτώσεις/τον πόνο (πβ. απαλύνω, μαλακώνω)/τη χαρά. Η εταιρεία ~σε τις απώλειές/τα κέρδη της. Ζήτησε συγγνώμη και η ποινή του ~στηκε. ΣΥΝ. αμβλύνω (1), ελαττώνω, λιγοστεύω, περιορίζω (1) ΑΝΤ. αυξάνω, διογκώνω (1), εντείνω [< αρχ. μετριάζω] | |
| 31058 | μετρίαση | με-τρί-α-ση ουσ. (θηλ.): μετριασμός. [< μεσν. μετρίασις] | |
| 31059 | μετριασμός | με-τρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετριάζω: ~ των (αρνητικών) επιπτώσεων/των κλιματικών αλλαγών/του πόνου (πβ. ανακούφιση, απάλυνση, καταπράυνση)/ενός προβλήματος (βλ. διόγκωση, όξυνση)/των συνεπειών (π.χ. της ξηρασίας)/σχολίων (σε μπλογκ). Δράσεις/μέτρα ~ού (του κινδύνου). Πβ. ύφεση. ΣΥΝ. άμβλυνση, ελάττωση, περιορισμός (1) ΑΝΤ. αύξηση (1), ένταση (1) [< μτγν. μετριασμός] | |
| 31060 | μετριαστικός | , ή, ό με-τρι-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συμβάλλει στον μετριασμό: Η στάση του κατηγορούμενου λήφθηκε υπόψη ως ~ παράγοντας (πβ. ελαφρυντικός, βλ. επιβαρυντικός). ● επίρρ.: μετριαστικά [< μτγν. μετριαστικός] | |
| 31061 | μετρικός | , ή, ό με-τρι-κός επίθ. 1. (λόγ.) που αναφέρεται στο μέτρο ή συντελεί στη μέτρηση: ~ή: μονάδα. ~ό: σύστημα (βλ. δεκαδικό σύστημα, Διεθνές Σύστημα Μονάδων). ~ά: όργανα. Βλ. τηλε~, υψο~, χωρο~.|| (ΜΑΘ.) ~ός: τανυστής/χώρος. ~ή: γεωμετρία. Βλ. γωνιο~, παρα~, συμ~. 2. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με το ποιητικό μέτρο: ~ή: ανάλυση. ~ές: ανάγκες. ~ά: σχήματα. ● Ουσ.: μετρική (η): ΦΙΛΟΛ. σύνολο κανόνων που αφορούν τα ποιητικά μέτρα ή/και ο επιστημονικός κλάδος που τα μελετά: αρχαία ελληνική/λατινική/νεοελληνική ~. Βλ. προσωδία, τονισμός. [< αρχ. μετρική] ● επίρρ.: μετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μετρικός τόνος: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα βάρους ίση με χίλια κιλά: Η τιμή του προϊόντος υποχώρησε στα ... ευρώ ανά ~ό ~ο. [< αγγλ. metric ton, 1924] , μετρικός πους/πόδας βλ. πους [< 1: μτγν. μετρικός, γαλλ. métrique, αγγλ. metric(al) 2: αρχ. ~] | |
| 31062 | μετριοκρατία | με-τρι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία των μετρίων σε έναν χώρο. Βλ. αναξιοκρατία, -κρατία. [< γαλλ. médiocratie, αγγλ. mediocracy, 1909] | |
| 31063 | μετριοπάθεια | με-τρι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη υπερβολής, αποφυγή ακροτήτων στις απόψεις ή γενικότ. στη συμπεριφορά, στον χαρακτήρα: κλίμα/πνεύμα ~ας. Επέδειξε σύνεση και ~ (ΑΝΤ. αδιαλλαξία, ακαμψία). Πβ. διαλλακτικ-, συμβιβαστικ-ότητα. Βλ. -πάθεια. [< μτγν. μετριοπάθεια] | |
| 31064 | μετριοπαθής | , ής, ές με-τρι-ο-πα-θής επίθ. {μετριοπαθέστ-ερος, -ατος}: (για πρόσ. ή γνώμη, ιδεολογία) που διακρίνεται από μετριοπάθεια: ~ής: πολιτικός/χαρακτήρας (ΑΝΤ. αδιάλλακτος, ακραίος, ανυποχώρητος, ασυμβίβαστος). ~ής: κυβέρνηση. ~ές: πρόγραμμα (κόμματος)/προφίλ. ~είς: απόψεις/θέσεις. Κράτησε μια μάλλον ~ή στάση. Πβ. διαλλακτ-, συμβιβαστ-, συναινετ-, υποχωρητ-ικός. Βλ. -παθής. ● επίρρ.: μετριοπαθώς [-ῶς] [< μτγν. μετριοπαθής] | |
| 31065 | μέτριος | , α, ο μέ-τρι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (ως προς το μέγεθος, την ποσότητα, την ένταση, τη διάρκεια) που δεν είναι ούτε μικρός ούτε μεγάλος, ούτε λίγος ούτε πολύς: ~ος: πόνος/ρυθμός ανάπτυξης. ~α: αντοχή (στο ψύχος)/αύξηση (των τιμών παραγωγού)/βαθμολογία/βελτίωση (των συμπτωμάτων)/δόση/θερμοκρασία/κατανάλωση (π.χ. ζάχαρης)/κλίση. ~ο: βάρος/εισόδημα/μήκος/ποσοστό/ύψος. ~ες: διαστάσεις/τιμές. Είναι ~ίου αναστήματος. Ασθενείς ~ίου κινδύνου. Γρίπη ~ας βαρύτητας. Άσκηση/διαδρομή ~ας δυσκολίας. Το μαγειρεύουμε σε ~α φωτιά/το ψήνουμε σε ~ο φούρνο (: 170-180 βαθμοί Κελσίου). Οι άνεμοι θα πνέουν βόρειοι ~οι έως ισχυροί. Πβ. κανονικός, μεσαίος, μέσος, συνήθης. Βλ. ά-, υπέρ-μετρος, υπερβολικός.|| Με έναν ~ο (= πρόχειρο) υπολογισμό, θα μας κοστίσει ... ευρώ.|| (για καφέ που δεν είναι ούτε γλυκός ούτε πικρός:) Έναν ~ο ελληνικό με γάλα. 2. (αρνητ. συνυποδ., ως προς την ποιότητα) που δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός: (για πρόσ.) ~ος: καθηγητής/μαθητής/παίκτης/συγγραφέας/τραγουδιστής. Είναι ένας αμυντικός ~ίου επιπέδου. Είναι ~ στα μαθήματα. Βλ. άριστος.|| ~α: γνώση (π.χ. μιας ξένης γλώσσας)/εμφάνιση/ερμηνεία/ομάδα/παράσταση/ταινία. ~ο: αποτέλεσμα/μυαλό. Η ομάδα βρέθηκε σε ~α μέρα. Το νέο του άλμπουμ είναι μάλλον ~ο. Το παιχνίδι ήταν ~ο. ● επίρρ.: μέτρια & (λόγ.) μετρίως ● ΦΡ.: κάτω του μετρίου: χαμηλού επιπέδου: απόδοση ~ ~ (: κάτω του μέσου όρου). Η εικόνα της ομάδας στον αγώνα ήταν (αρκετά/πολύ) ~ ~ (: κάτω από το αναμενόμενο). [< αρχ. μέτριος] | |
| 31066 | μετριότητα | με-τρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του μέτριου: η ~ της φετινής κινηματογραφικής παραγωγής (: έργα μέτριας ποιότητας, περιορισμένης αξίας).|| Το σύστημα αναδεικνύει τις ~ες (: ανθρώπους με ελάχιστες ικανότητες). 2. κατάσταση ή αποτέλεσμα που δεν ξεπερνά τον μέσο όρο: μέσα στη γενική ~. Αρκείται στη ~. Βλ. -ότητα. 3. (στον λόγ. τ. Μετριότης) αναφορά πατριάρχη, αρχιεπισκόπου ή μητροπολίτη στον εαυτό του: η ημετέρα ~ (= ελαχιστότητα, ταπεινότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσή μετριότητα (αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί εμφατ. ότι κάποιος ή κάτι κινείται στα όρια του μετρίου. [< αρχ. μετριότης] | |
| 31067 | μετριοφροσύνη | με-τρι-ο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μετριόφρονα: προσκρούει στη ~ του. Βλ. -οσύνη. Πβ. σεμν-, ταπειν-ότητα. Βλ. έπαρση, υπεροψία. ΑΝΤ. αλαζονεία, ξιπασιά [< μτγν. μετριοφροσύνη] | |
| 31068 | μετριόφρων | , ων, ον με-τρι-ό-φρων επίθ./ουσ. (λόγ.) & μετριόφρονας {μόνο στο αρσ.}: (για πρόσ.) που δεν επιδεικνύει τις ικανότητες και την αξία του: Παραμένει ~ και μετά την αναγνώριση του έργου του.|| (ειρων.) Είμαι όμορφη, έξυπνη και κυρίως ... ~! Πβ. σεμνός, ταπεινόφρων. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. αλαζόνας, υψηλόφρων (2) ● επίρρ.: μετριοφρόνως [< μτγν. μετριόφρων] | |
| 31069 | μέτρο | μέ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. βασική μονάδα μέτρησης του μήκους (συντομ. μ., σύμβ. m)· συνεκδ. επιμήκης ταινία ή όργανο μήκους ενός μέτρου για μέτρηση αποστάσεων, διαστάσεων: το γαλλικό ~. Δύο ~α βάθος/πλάτος/ύψος. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο οκτακοσίων ~ων. Εκατό ~α ύπτιο. Βλ. δεκά-, εκατοστό-, χιλιό-, χιλιοστό-μετρο.|| Μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. Πβ. κορδέλα, μεζούρα, μετροταινία. Βλ. βυθό-, γωνιό-, μικρό-, νανό-, τηλέ-μετρο. 2. (γενικότ.) κάθε μονάδα μέτρησης ενός φυσικού μεγέθους: ~ στερεών/υγρών/χωρητικότητας (βλ. λίτρο).|| (ΓΕΩΜ.) ~ τόξου (: ο θετικός αριθμός που εκφράζει πόσες φορές το τόξο περιέχει τη μοίρα). 3. {συνήθ. στον πληθ., μέτρα} οργανωμένες ενέργειες που γίνονται για συγκεκριμένο σκοπό: αντισυνταγματικά/διοικητικά/διαρθρωτικά/διορθωτικά/δρακόντεια/έκτακτα/επείγοντα/κατασταλτικά/νομοθετικά/οικονομικά/ορθά/πειθαρχικά/περιοριστικά/προληπτικά/πρόσθετα/προσωρινά/προτεινόμενα/ρυθμιστικά/σκληρά/στοχευμένα/συμπληρωματικά/συνοδευτικά ~α. ~α βελτίωσης (των συνθηκών)/δημοσιονομικής εξυγίανσης/ελάφρυνσης (δανειοληπτών)/ελέγχου/λιτότητας/πρόνοιας/προστασίας (του καταναλωτή)/στήριξης (της οικονομίας). Εξαγγελία/λήψη ~ων. Άρση/επιβολή/εφαρμογή/καθιέρωση/κατάργηση/προκήρυξη ενός ~ου. Αυξημένα ~α για τη φοροδιαφυγή/κατά της τρομοκρατίας. Απέδωσαν τα νέα ~α της κυβέρνησης. Αντισταθμιστικό ~ για την υλοποίηση του έργου. ~α-ασπιρίνες.|| (ΝΟΜ.) Προσωρινά και συντηρητικά ~α (: για εξασφάλιση και διατήρηση έννομων δικαιωμάτων αντίστοιχα). Βλ. ημίμετρα. 4. (μτφ.) τα λογικά όρια, ο μέσος όρος: υπέρβαση του ~ου. Στη ζωή χρειάζεται αρμονία και ~. Μη χάνουμε το ~. Αλόγιστη χρήση του υπολογιστή, χωρίς ~. Εγχείρημα που ξεπερνάει τα ανθρώπινα ~α. Το ~ (= το ανώτατο όριο) της ελευθερίας/της δημοκρατίας. Πβ. ρέγουλα. Βλ. ακρότητα. 5. (μτφ.) οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει πρότυπο, βάση, κριτήριο αξιολόγησης: Μην κρίνεις τους άλλους με τα δικά σου ~α. Μαγεύτηκα με αυτό το βιβλίο, αλλά δεν είμαι εγώ το ~. Η κοινωνική θέση των ατόμων δεν δίνει το ~ της αξίας τους. 6. ΜΕΤΡ. σύνολο βραχειών και μακρών συλλαβών (στην αρχαία μετρική) ή άτονων και τονισμένων (στη νεότερη), η επανάληψη του οποίου σχηματίζει τον στίχο· γενικότ. ο στίχος: αρχαίο/δακτυλικό/ελεγειακό/ιαμβικό/τροχαϊκό ~. Πβ. μετρικός πους/πόδας. 7. ΜΟΥΣ. (σε μια σύνθεση) καθένα από τα ισόχρονα μικρά μουσικά μέρη που βρίσκονται μεταξύ δύο διαστολών στο πεντάγραμμο: απλά και σύνθετα ~α. ~ 3/4. Πβ. ρυθμός. 8. βήμα ή κίνηση που γίνεται στον ρυθμό της μουσικής. 9. ΜΑΘ. απόλυτη τιμή κάθε πραγματικού αριθμού. ● μέτρα (τα): διαστάσεις: τα ~ του δωματίου. Κουστούμι ραμμένο ακριβώς στα ~ μου. ● ΣΥΜΠΛ.: αίσθηση του μέτρου βλ. αίσθηση, ασφαλιστικά μέτρα βλ. ασφαλιστικός, κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. κυβικός, μέτρα ασφαλείας βλ. ασφάλεια, μέτρο σύγκρισης βλ. σύγκριση, τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός, τρέχον μέτρο βλ. τρέχων ● ΦΡ.: εν τινι μέτρω (αρχαιοπρ.): ως ένα βαθμό, σημείο., λαμβάνω/παίρνω μέτρα (μτφ.): ενεργώ κατάλληλα για την αντιμετώπιση προβλήματος, την αποτροπή κινδύνου: Ελήφθησαν όλα τα αναγκαία/απαραίτητα ~. Η κυβέρνηση θα πάρει αυστηρά ~ για το ... [< γαλλ. prendre des mesures] , λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου: προνοώ για κάτι ή προφυλάσσομαι από αυτό: Έλαβαν τα ~ τους. Όφειλε να έχει πάρει τα ~ του., με μέτρο: εντός λογικών ορίων, χωρίς υπερβολές: Όλα ~ ~!, μέτρα και σταθμά (μτφ.) : κριτήρια: Δεν μπορούμε να κρίνουμε τους πάντες με τα ίδια ~ ~. Οι ιθύνοντες επιβάλλουν τα δικά τους ~ ~., μέτρον άριστον & παν μέτρον άριστον (αρχ. γνωμ.): το καλύτερο είναι να αποφεύγει κάποιος τα άκρα, την υπερβολή. ΣΥΝ. μηδέν άγαν, παίρνω τα μέτρα (κάποιου): μετρώ τις διαστάσεις του σώματός του: Η μοδίστρα μού πήρε ~.|| (αργκό) Του ~ουν μέτρα (= περιμένουν να πεθάνει)., πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος: ΦΙΛΟΣ. (κριτήριο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος:) για να δηλωθεί ότι αποτελεί την υπέρτατη αξία., στα μέτρα μου/σου/του (μτφ.): για καθετί προσαρμοσμένο στις ανάγκες, στις δυνατότητες, στο συμφέρον κάποιου: Ο ρόλος ήταν κομμένος και ραμμένος ~ της. Η αντίπαλη ομάδα ήταν ~ μας (: μπορούσαμε να την αντιμετωπίσουμε)., στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου): σύμφωνα με τις ανάγκες, επιθυμίες ή δυνατότητές του: πρόγραμμα διατροφής στα μέτρα σας. Θα βοηθήσουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας., στο μέτρο/στον βαθμό που: μέχρι του σημείου που: Τροποποίηση των κανονισμών επιτρέπεται ~ ~ (= εφόσον) αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο., φέρνω κάτι στα μέτρα μου (μτφ.): το διαμορφώνω, το προσαρμόζω στις δικές μου ανάγκες, επιθυμίες, δυνατότητες: Η ομάδα ήταν πολύ καλά προετοιμασμένη και έφερε το παιχνίδι στα ~ της.|| (σπάν. για πρόσ.) Προσπαθεί να τη φέρει στα ~ του, αλλά τίποτα. Πβ. φέρνω κάποιον στα νερά μου., δύο μέτρα και δύο σταθμά βλ. σταθμά, κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού βλ. δυνατός, στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα βλ. στήνω, στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού βλ. εφικτός, στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί βλ. βαθμός [< αρχ. μέτρον, γαλλ. mètre, mesure, αγγλ. measure] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ