Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31760-31780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31070μετρόμε-τρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ηλεκτροκίνητος σιδηρόδρομος μεγαλούπολης, μερικώς ή ολικώς υπόγειος: (συνήθ. με κεφαλ. Μ) το Αττικό ~. Δίκτυο/δρομολόγια/επέκταση/σταθμοί/συρμοί/χάρτης του ~. Ανταπόκριση/σύνδεση με τη γραμμή 3 του ~. Παίρνω το ~. Πηγαίνω στη δουλειά με το ~. Βλ. αεροπλάνο, ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, λεωφορείο, πλοίο, ταξί, τραμ, τρόλεϊ. ΣΥΝ. μητροπολιτικός σιδηρόδρομος [< γαλλ. métro, 1891 < (chemin de fer) métropolitain, αγγλ. metro(politan), 1904]
31072μετρολογίαμε-τρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ΜΕΤΡΟΛ. η επιστήμη των μετρήσεων: βιομηχανική/νομική ~. Πβ. μετροτεχνία. Βλ. -λογία. [< μτγν. μετρολογία 'η θεωρία των αναλογιών', γαλλ. métrologie, αγγλ. metrology]
31073μετρολογικός, ή, ό με-τρο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΕΤΡΟΛ. που αναφέρεται στη μετρολογία: ~ός: έλεγχος (οργάνων). ~ό: εργαστήριο. ~ά: χαρακτηριστικά. Πβ. μετροτεχνικός. [< γαλλ. métrologique, αγγλ. metrological]
31074μετρολόγοςμε-τρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη μετρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. métrologiste, αγγλ. metrologist]
31075μετρονιδαζόλημε-τρο-νι-δα-ζό-λη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιβιοτικό (σύμβ. C6H9N3O3)που χρησιμοποιείται κυρ. στη θεραπεία της τριχομονάδωσης. Βλ. -όλη. [< αγγλ. metronidazole, 1960]
31076μετρονομίαμε-τρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. τήρηση του μέτρου κατά την εκτέλεση μουσικού κομματιού. Βλ. -νομία. [< γαλλ. métronomie, αγγλ. metronomy]
31077μετρονομικός, ή, ό με-τρο-νο-μι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη μετρονομία ή τον μετρονόμο: ~ή: ακρίβεια/ένδειξη. [< γαλλ. métronomique, 1903, αγγλ. metronomic(al)]
31078μετρονόμοςμε-τρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. όργανο που κρατά το μέτρο κατά την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, που προσδιορίζει την ταχύτητα της ρυθμικής αγωγής: ηλεκτρονικός/μηχανικός/ψηφιακός ~. Κουρδιστήρια-~οι. Βλ. χρονόμετρο. [< αρχ. μετρονόμοι 'ελεγκτές μέτρων και σταθμών', γαλλ. métronome, αγγλ. metronome]
31079μετροπόντικαςμε-τρο-πό-ντι-κας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικός εκσκαφέας για διάνοιξη σήραγγας κατά την κατασκευή μετρό.
31081μετροσέξουαλμε-τρο-σέ-ξου-αλ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): ετεροφυλόφιλος άντρας, κάτοικος συνήθ. αστικής περιοχής, που προσέχει πολύ την εξωτερική του εμφάνιση. Βλ. δανδής. ΑΝΤ. μάτσο2 [< αμερικ. metrosexual, 1994 < metro(politan) + (hetero)sexual, γαλλ. métrosexuel, 2003]
31082μετροταινίαμε-τρο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης αποστάσεων ή διαστάσεων αποτελούμενο από ταινία η οποία υποδιαιρείται σε μέτρα και τυλίγεται σε θήκη: μεταλλική/ψηφιακή ~. ~ μήκους δέκα μέτρων/τσέπης. Πβ. μεζούρα, μέτρο. [< γαλλ. mètre (à) ruban, αγγλ. tape measure, measuring tape]
31083μετροτεχνίαμε-τρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τις μετρήσεις, τα σχετικά όργανα, τον τρόπο χρήσης και την αξιολόγηση της ακρίβειάς τους. Πβ. μετρολογία. Βλ. -τεχνία.
31084μετροτεχνικός, ή, ό με-τρο-τε-χνι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη μετροτεχνία: ~ός: έλεγχος (ποιότητας). ~ή: ανάλυση. ~ό: εργαστήριο. Πβ. μετρολογικός.
31085μετροτράπεζαμε-τρο-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. όργανο που αποτελείται από πίνακα σχεδίασης και γωνιόμετρο. Βλ. εξάντας, θεοδόλιχος.
31086μετροφωνίαμε-τρο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) απεικόνιση μέλους ή παραλλαγής σε διάγραμμα, στον κάθετο άξονα του οποίου μετριέται η συχνότητα του μουσικού φθόγγου, ενώ στον οριζόντιο ο χρόνος. Βλ. -φωνία.
31087μετρώ[μετρῶ] με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μετρ-ά κ. -άει ... | μέτρ-ησα, -ήσει, -ιέται (σπανιότ.) -άται κ. -είται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & μετράω 1. καθορίζω, υπολογίζω τον συνολικό αριθμό: ~ τις απουσίες/τα κέρδη/τον πληθυσμό (πβ. απογράφω)/τα ρέστα/τους τραυματίες/τα φύλλα της τράπουλας/τα χρήματα/τις ψήφους. ~ ένα-ένα/με τα δάχτυλα/λάθος/σωστά. ~ησα σαράντα άτομα. Να ~ηθούμε να δούμε πόσοι είμαστε. Πβ. κατα~.|| (μτφ.) Είκοσι χρόνια ~άει στο τραγούδι ο γνωστός τραγουδοποιός. ~ούν τέσσερις συνεχόμενες εντός έδρας νίκες. Το συγκρότημα ~άει (= απαριθμεί) πολλές επιτυχίες. Πβ. αριθμώ. 2. υπολογίζω το μέγεθος, την ποσότητα, τον βαθμό, συνήθ. με ειδικό όργανο ή βάσει κάποιας μονάδας μέτρησης: ~ (με ακρίβεια) την απόσταση (μεταξύ δύο σημείων)/το βάρος/τις διαστάσεις (του χώρου)/την ένταση του ήχου/τη θερμοκρασία/την ισχύ/τη μάζα/τον όγκο/την τάση/την ταχύτητα/την υγρασία/το ύψος. ~ με τη μεζούρα. ~ τους σφυγμούς/τους χτύπους της καρδιάς. Ο χρυσός ~ιέται σε καράτια. Οι γωνίες ~ούνται με/σε μοίρες. ~ήθηκαν τα επίπεδα λιπιδίων του αίματος. (προφ.) Με ~ησε ο γιατρός και έχω πίεση (= μου ~ησε, μου πήρε την πίεση).|| Τεστ που ~ά τη νοημοσύνη.|| Ο χρόνος ~άει από τώρα. Κάθε καλάθι ~άει για (= ισοδυναμεί με) δύο πόντους (πβ. πιάνεται). Η ψήφος του προέδρου ~άει διπλά.|| ~ήθηκα (= ζυγίστηκα) και είμαι 62 κιλά. 3. λέω αριθμούς στη σειρά: ~ από το ένα ως το εκατό. Μέτρα ως το δέκα. ~ ανάποδα/αντίστροφα. 4. εξετάζω, εκτιμώ, σταθμίζω: ~ την απόδοση/τις απώλειες/τις δυνάμεις (μου)/τα λάθη μου/τα οφέλη/τις πληγές. Δεν μπορείς να ~άς την αξία κάποιου με οικονομικά κριτήρια.|| ~ιέται η αγάπη; Η συμβολή της στη λογοτεχνία δεν μπορεί να ~ηθεί (= είναι ανεκτίμητη). Πβ. αποτιμώ, ελέγχω, ζυγιάζω, ζυγίζω, λογαριάζω. 5. (μτφ.) αξίζω, θεωρούμαι ή αποδεικνύομαι σημαντικός: Η γνώμη σου/ο λόγος του ~άει πολύ για μένα. Δεν ~άει μόνο η ηλικία στο ... Η κίνηση/σκέψη ~άει και όχι η τιμή του δώρου. Το αποτέλεσμα/η προσπάθεια ~άει. Ξεπέρασε τον κίνδυνο κι αυτό είναι που ~άει. Κάθε λεπτό ~άει. ~ησε η εμπειρία και η καλή άμυνα της ομάδας μας. Τι ~ησε για τη/στη λήψη αυτής της απόφασης; 6. συμπεριλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε ένα σύνολο ή συνυπολογίζομαι: ~ησες και τον φίλο μου στους καλεσμένους; Πβ. προσ~, συγκαταλέγω.|| Η εργασία είναι προαιρετική και ~ά θετικά στον τελικό βαθμό. ~ησε ο βαθμός πτυχίου στον διορισμό του.μετράει: είναι έγκυρο: Το γκολ/ρεκόρ/τρίποντο δεν ~ησε (= ακυρώθηκε). Η πρώτη προσπάθεια δεν ~άει. ● Παθ.: μετριέμαι: ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι ή συγκρίνομαι με κάποιον ως προς κάτι: ~ηθήκαμε στα ίσια. Έλα να ~θούμε, αν τολμάς! Πβ. ανα~, παραβγαίνω.|| Η χαρά της δημιουργίας δεν ~ιέται με τίποτα άλλο. ● ΦΡ.: μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες 1. (συνήθ. σε περιπτώσεις απόλυσης ή αποπομπής από ένα αξίωμα, θέση ή ολοκλήρωσης μιας θητείας) περιμένω να συμβεί κάτι σύντομα: ~άει ώρες στον πάγκο της Εθνικής/στον προεδρικό θώκο/στον στρατό. 2. (κυρ. για θανατοποινίτη) {στο γ' πρόσ.} πρόκειται να πεθάνει σε μικρό χρονικό διάστημα., μετράω σε κάποιον κάτι (παλαιότ.-προφ., συνήθ. για χρηματικό ποσό): δίνω σε κάποιον ένα σύνολο ομοειδών πραγμάτων, υπολογίζοντας το πλήθος τους επακριβώς ενώπιόν του: Ο αγοραστής τού μέτρησε (: πλήρωσε τοις μετρητοίς) τρεις χιλιάδες ευρώ., μετράω τα λόγια μου (μτφ.): μιλώ συνετά, προσέχω τι λέω: Να ~άς (= μετρημένα) ~ σου. Έχει ευγένεια, ήθος και πάντα ~άει ~ του. Βλ. λίγα λόγια και καλά., μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια (προφ.): κατρακυλώ σε σκάλα: Γλίστρησε και ~ησε ~., μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες: ανυπομονώ να περάσει ο καιρός: ~ει ~ (μέχρι) να βγει από τη φυλακή/να επιστρέψει/να την ξαναδεί. Πβ. αδημονώ. ΣΥΝ. δεν βλέπω την ώρα να ..., μετράω το κόστος (μτφ.): λαμβάνω υπόψη μου τις συνέπειες: ~ ~ των πράξεών μου., (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο βλ. μεζούρα, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο [< αρχ. μετρῶ]
31089μετσοβέλαμε-τσο-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ημίσκληρο, υποκίτρινο, μετσοβίτικο τυρί από πρόβειο κυρ. γάλα. Βλ. μετσοβόνε.
31090Μετσοβίτης, ΜετσοβίτισσαΜε-τσο-βί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Μέτσοβο.
31091μετσοβίτικος, η, ο με-τσο-βί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Μέτσοβο ή/και τους Μετσοβίτες. Βλ. -ίτικος.
31092μετσοβόνεμε-τσο-βό-νε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ημίσκληρο, καπνιστό, μετσοβίτικο τυρί από αγελαδινό κυρ. γάλα. Βλ. μετσοβέλα, προβολόνε.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.