| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31089 | μετσοβέλα | με-τσο-βέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ημίσκληρο, υποκίτρινο, μετσοβίτικο τυρί από πρόβειο κυρ. γάλα. Βλ. μετσοβόνε. | |
| 31090 | Μετσοβίτης, Μετσοβίτισσα | Με-τσο-βί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Μέτσοβο. | |
| 31091 | μετσοβίτικος | , η, ο με-τσο-βί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Μέτσοβο ή/και τους Μετσοβίτες. Βλ. -ίτικος. | |
| 31092 | μετσοβόνε | με-τσο-βό-νε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ημίσκληρο, καπνιστό, μετσοβίτικο τυρί από αγελαδινό κυρ. γάλα. Βλ. μετσοβέλα, προβολόνε. | |
| 31093 | μετωνυμία | με-τω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) ΓΛΩΣΣ. γλωσσικό φαινόμενο κατά το οποίο μια λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει διαφορετική σημασία, που βρίσκεται σε σχέση υπαγωγής ή συνάφειας με την αρχική σημασία, συνήθ. με τους ακόλουθους τρόπους: 1. ο ενικός αριθμός δηλώνει κατηγορία ομοειδών περιπτώσεων: O καθηγητής πρέπει να αναπτύσσει την κριτική σκέψη του μαθητή (= οι καθηγητές ... των μαθητών). 2. το μέρος ενός συνόλου δηλώνει το ίδιο το σύνολο και το αντίστροφο: κατά κεφαλήν εισόδημα. Έχει πολλά στόματα να θρέψει (= άτομα).|| Αμερική (= ΗΠΑ). 3. το υλικό κατασκευής ενός αντικειμένου δηλώνει το ίδιο το αντικείμενο: σίδερο (= ηλεκτρική συσκευή σιδερώματος). 4. το όργανο ή το μέσο που χρησιμοποιεί κάποιος δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί ή την αντίστοιχη ενέργεια: Είναι γερό πιρούνι/ποτήρι (= φαγάς/πότης). Απεργούν τα λεωφορεία (= οι οδηγοί λεωφορείων).|| Κάνε μου ένα τηλέφωνο (= τηλεφώνημα). 5. το όνομα προσώπου δηλώνει κάτι που αυτό δημιούργησε ή κάποια ιδιότητα που το χαρακτηρίζει και το όνομα εταιρείας δηλώνει παραγόμενο από αυτή προϊόν: Έχει μελετήσει τον Αριστοτέλη (= τα έργα του). Μας διάβασε Καβάφη (= ποιήματά του).|| Κροίσος (= πάμπλουτος). Ιούδας (= προδότης).|| Αγόρασε ένα μπλακεντέκερ (= ηλεκτρικό τρυπάνι). 6. αυτό που περιέχει κάτι δηλώνει το περιεχόμενο: Όλο το θέατρο χειροκροτούσε (= οι θεατές). Η πόλη ήταν ανάστατη μετά τον σεισμό (= οι κάτοικοι). 7. μια αφηρημένη έννοια δηλώνει κάτι συγκεκριμένο: Tα νιάτα είναι παρορμητικά (= οι νέοι). Ζήτησαν τη βοήθεια της συμμαχίας (= των συμμάχων). 8. το αίτιο δηλώνει το αποτέλεσμα: Μάζεψε τη γλώσσα σου (= τα λόγια σου). 9. ο τόπος δηλώνει τον φορέα ο οποίος εδρεύει σε αυτόν: Η Αθήνα συμφωνεί με ... (= η ελληνική κυβέρνηση). 10. το σύμβολο δηλώνει τον θεσμό ή τον σύλλογο που αντιπροσωπεύει: οι οπαδοί του στέμματος (= της βασιλείας). Βλ. μεταφορά, συνεκδοχή, -ωνυμία. [< μτγν. μετωνυμία, γαλλ. métonymie, αγγλ. metonymy] | |
| 31094 | μετωνυμικός | , ή, ό με-τω-νυ-μι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη μετωνυμία ή την περιέχει: ~ή: γλώσσα/χρήση. Βλ. μεταφορ-, συνεκδοχ-ικός, -ωνυμικός. ● επίρρ.: μετωνυμικά [< μτγν. μετωνυμικός, γαλλ. métonymique, αγγλ. metonymic(al)] | |
| 31095 | μετωπιαίος | , α, ο [μετωπιαῖος] με-τω-πι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή βρίσκεται στο μέτωπο: ~ος: κόλπος/λοβός/μυς/φλοιός. ~α: περιοχή/χώρα. ~ο: οστό. Βλ. -ιαίος, βρεγματ-, κροταφ-ικός, προ~. ΣΥΝ. μετωπικός (3) [< μτγν. μετωπιαῖος] | |
| 31096 | μετωπικός | , ή, ό με-τω-πι-κός επίθ. 1. που γίνεται κατά μέτωπο ή με το μπροστινό μέρος· που βλέπει προς τα εμπρός· που βρίσκεται μπροστά: Εξαπέλυσε ~ή επίθεση κατά της ηγεσίας του κόμματος.|| Απεικονίζεται από τη μέση και πάνω σε ~ή στάση.|| ~ός: αερόσακος/σταθμός διοδίων (: πάνω σε αυτοκινητόδρομο). Βλ. πλευρικός. 2. που αναφέρεται στη συμμαχία οργανωμένων ομάδων για την επίτευξη ενός στόχου: ~ή: οργάνωση. 3. ΑΝΑΤ. μετωπιαίος. 4. ΜΕΤΕΩΡ. που διαχωρίζει δυο μάζες αέρα, μια θερμή και μια ψυχρή: ~ή: ζώνη. Βλ. κυκλώνας, χαμηλό βαρομετρικό. ● Ουσ.: μετωπική (η): σύγκρουση δύο συνήθ. αυτοκινήτων ή τρένων στο μπροστινό τους τμήμα: Τραυματίστηκε σοβαρά σε ~ ΙΧ με φορτηγό. Βλ. πλαγιο~.|| (μτφ.) Προσπάθησε να αποφύγει τη ~ με τον πρόεδρο του ομίλου. ● επίρρ.: μετωπικά ● ΣΥΜΠΛ.: μετωπική διδασκαλία: ΠΑΙΔΑΓ. παραδοσιακή μορφή διδασκαλίας στην οποία ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι απόλυτα ρυθμιστικός. Βλ. δασκαλοκεντρικός. [< 3: μτγν. μετωπικός 1,2,4: γαλλ. de front, frontal] | |
| 31097 | μετωπικότητα | με-τω-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. αρχή της γλυπτικής και της ζωγραφικής σύμφωνα με την οποία ένα άγαλμα που αναπαριστά άνθρωπο ή ένα πρόσωπο στέκεται ή απεικονίζεται στον κάθετο άξονα, χωρίς να γέρνει στο πλάι: η αυστηρή ~ των ειδωλίων (βλ. κόρη, κούρος)/~ της βυζαντινής αγιογραφίας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. frontalité] | |
| 31098 | μέτωπο | μέ-τω-πο ουσ. (ουδ.) {μετώπ-ου} 1. το άνω τμήμα του προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στην έκφυση των μαλλιών, τα φρύδια και τους κροτάφους: πλατύ/στενό/φαρδύ ~. Βαθιές ρυτίδες κατά μήκος του ~ου. Μια τούφα έπεφτε μπροστά στο ~ (βλ. φράντζα). Πβ. κούτελο.|| Λευκή κηλίδα στο ~ αλόγου. 2. ΣΤΡΑΤ. η πρώτη γραμμή στρατιωτικής δύναμης, παράταξης και συνεκδ. οι θέσεις, ο τόπος διεξαγωγής της μάχης: πολεμικό ~. Το ανατολικό/δυτικό/εχθρικό/συμμαχικό ~. Κατάρρευση του ~ου (: ήττα, υποχώρηση στρατού). Αναχώρηση για/πορεία προς το ~. Νέα από το ~. Πολέμησε στο αλβανικό ~. Έπεσε (= πέθανε) στο ~. Ο εχθρός (δι)έσπασε το ~ (= διαπέρασε τις γραμμές). Πβ. ζώνη επιχειρήσεων. Βλ. μετόπισθεν.|| (μτφ.) Εσωκομματικό ~. Εξελίξεις σε όλα τα ~α. Πβ. πεδίο μάχης. 3. συμμαχία, συνασπισμός: αντιρατσιστικό/απεργιακό/δημοκρατικό/ενιαίο/κοινό/πατριωτικό ~. ~ αριστεράς/δεξιάς. ~ νεολαίας. ~ εναντίον της αισχροκέρδειας/διαπλοκής. Συγκροτώ/σχηματίζω ~. Κάνω ~ με κάποιον (= συμμαχώ). Πβ. ένωση, λίγκα, συμπαράταξη, σύμπραξη, συνεργασία. 4. ΜΕΤΕΩΡ. το νοητό όριο μεταξύ αέριων μαζών με διαφορετικά χαρακτηριστικά (θερμοκρασία, υγρασία): στάσιμο ~ (: όταν οι μάζες που το σχηματίζουν δεν κινούνται). Μετακίνηση ~ου βορειοδυτικά.|| Το ~ της κακοκαιρίας. 5. πρόσοψη: ανάπλαση του ~ου ενός κτιρίου. Μόλος µε κατακόρυφο/κεκλιμένο ~. Κατασκευή δαπέδου σε όλο το μήκος του ~ου. ~ εκσκαφής σήραγγας.|| Το μπαλκόνι έχει ~ (= βλέπει) προς τη θάλασσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτό μέτωπο: εμπόλεμη κατάσταση ή (συνήθ.-κατ' επέκτ.) αντιπαράθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη: Η κυβέρνηση έχει ~ ~ κατά της διαφθοράς/με την τρομοκρατία., γραμμή του μετώπου: γραμμή του πυρός: Διασπάστηκε η ~ ~.|| (μτφ.) Στην πρώτη ~ ~ κατά του ρατσισμού., θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο & (σπάν.) παράκτιο μέτωπο: τμήμα παράκτιας περιοχής που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα και βλέπει σε αυτή., θερμό μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας θερμού αέρα, η οποία περνά πάνω από μια ψυχρή μάζα, επιφέροντας αύξηση της θερμοκρασίας και δυνατή βροχή., μέτωπο κύματος: ΦΥΣ. ο γεωμετρικός τόπος των σημείων που βρίσκονται στην ίδια φάση σε δεδομένη χρονική στιγμή κατά την κίνηση ενός κύματος. [< αγγλ. wave-front] , συνεσφιγμένο μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας ψυχρού αέρα όταν συναντά και σπρώχνει προς τα πάνω μια θερμή αέρια μάζα., το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς & πύρινο μέτωπο: η έκταση που καίγεται: Υπό έλεγχο τέθηκε ~ ~., ψυχρό μέτωπο: ΜΕΤΕΩΡ. η νοητή γραμμή που ορίζει την κίνηση μιας μάζας ψυχρού αέρα, η οποία εισχωρεί κάτω από μια θερμή μάζα και την εκτοπίζει προς τα πάνω, σχηματίζοντας σωρειτομελανίες., αρραγές μέτωπο βλ. αρραγής, λαϊκό μέτωπο βλ. λαϊκός ● ΦΡ.: ανοίγω/κλείνω μέτωπα: έρχομαι σε σύγκρουση ή δίνω τέλος σε μια σύγκρουση, αντίστοιχα: Έπρεπε να είμαστε ενωμένοι και να μην ανοίγουμε ~ μεταξύ μας. Τα συνδικάτα ανοίγουν νέο μέτωπο κινητοποιήσεων.|| Η κυβέρνηση κλείνει ~ με πολλούς φορείς., κατά μέτωπο(ν) (μτφ.): με άμεσο, ευθύ τρόπο: Αντιμετωπίζω ~ ~ τις δυσκολίες.|| (ως επίθ.) ~ ~ αντιπαράθεση/επίθεση/σύγκρουση., με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά: με καθαρή συνείδηση, χωρίς να μπορώ να κατηγορηθώ ότι έχω αδικήσει ή παρανομήσει: Θέλω να κυκλοφορώ/περπατάω ~ ~. Πβ. με το κεφάλι ψηλά., μέτωπο δεξιά/αριστερά!: στρατιωτικό παράγγελμα για στροφή παράταξης προς τα δεξιά ή τα αριστερά, αντιστοίχως. [< 1,2,5: αρχ. μέτωπον 3,4: γαλλ. front] | |
| 31099 | μετωποκροταφικός | , ή, ό με-τω-πο-κρο-τα-φι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στα μετωπιαία και τα κροταφικά οστά: ~ή: άνοια. [< αγγλ. frontotemporal] | |
| 31100 | μεφιστοφελικός | , ή, ό με-φι-στο-φε-λι-κός επίθ.: πανούργος, δαιμονικός: ~ό: χαμόγελο. Πβ. διαβολ-, εωσφορ-, σαταν-ικός, καταχθόνιος. Βλ. αγγελικός. [< γερμ. mephistophelisch] | |
| 31101 | μέχρι | μέ-χρι πρόθ. & μέχρις (όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν, όχι συχνά) 1. δηλώνει όριο χρονικό, τοπικό ή ποσοτικό: ~ πότε; ~ αύριο/σήμερα/τώρα. ~ το βράδυ/την Κυριακή/το πρωί. Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή από τις αρχές ~ τα τέλη Μαρτίου. Παράταση ~ τις 25/01. Παιχνίδι για ηλικίες από 2 ~ 4 χρονών. Θα είμαι στο γραφείο ~ τις 7 μ.μ.|| ~ εδώ/εκεί/κάτω/πάνω. ~ πού θα φτάσουμε; Θα περπατήσουμε ~ την κορυφή του λόφου. Τη συνόδευσα ~ ενός σημείου. Να σε πάω ~ το (= στο) σπίτι;|| Μέτρα από το 1 ~ το 10. Από την τελική εξέταση μπορεί να πάρει κανείς ~ 30 μονάδες. (εμφατ. + και:) Μεγάλη μείωση τιμών ~ και (= ακόμη και) 50%. Οι άνεμοι αύριο θα είναι βορειοανατολικοί ισχυροί ~ πολύ ισχυροί. Κατηγορία ανδρών (στην πάλη) ~ 120 κιλά. Θα υπήρχαν ~ και εκατό άτομα (= κατά προσέγγιση, περίπου).|| (σε μια ιεραρχία, κατάταξη) Έφθασε ~ τον βαθμό του ναυάρχου/την τέταρτη θέση/τον τρίτο γύρο. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση, φτάνοντας ~ διευθυντής.|| (μτφ.) Έφτασε ~ την τρέλα. Πβ. ίσαμε. Βλ. από. ΣΥΝ. έως & ως 2. σε θέση χρονικού συνδέσμου: Όλα πήγαιναν καλά ~ που τον γνώρισε.|| Ανακατεύουμε όλα τα υλικά ~ να γίνει ένας ομοιόμορφος χυλός. ΣΥΝ. ώσπου ● ΦΡ.: μέχρι που (εμφατ.): για να τονιστεί μια πράξη: Και τι δεν κάνει μόνος του, ~ ~ έβαψε όλο το σπίτι!, μέχρι(ς) ενός σημείου/βαθμού (μτφ.): ως ένα σημείο, βαθμό: Τα σχέδιά τους υλοποιήθηκαν ~ ~. Η συμπεριφορά του δικαιολογείται ~ ~., μέχρι(ς) εξαντλήσεως (λόγ.) 1. ώσπου να καταναλωθεί κάτι εντελώς: Η προσφορά ισχύει ~ ~ των αποθεμάτων. 2. έως να κουραστεί, να εξουθενωθεί κάποιος: πρόβες/χορός ~ ~. ΣΥΝ. μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως, μέχρις ενός (λόγ.): μέχρι και τον τελευταίο: Θυσιάστηκαν/πολέμησαν/σκοτώθηκαν ~ ~., από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, είμαι ως/μέχρι εδώ βλ. εδώ, έως/μέχρις ότου (να) βλ. έως & ως, μέχρι αηδίας βλ. αηδία, μέχρι και την τελευταία δεκάρα βλ. δεκάρα, μέχρι κεραίας βλ. κεραία, μέχρι μυελού οστέων βλ. μυελός, μέχρι νεοτέρας/νεωτέρας (διαταγής) βλ. νεότερος, μέχρι στιγμής βλ. στιγμή, μέχρι συντελείας του αιώνος βλ. συντέλεια, μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως βλ. πτώση, μέχρι τέλους βλ. τέλος, μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος βλ. αίμα, μέχρι την ώρα που βλ. ώρα, μέχρι του σημείου να βλ. σημείο, μέχρι τούδε βλ. τούδε, μέχρι(ς) αποδείξεως του αντιθέτου/του εναντίου βλ. απόδειξη, μέχρι(ς) ενός ορίου βλ. όριο, μέχρι(ς) εσχάτων βλ. έσχατος, μέχρι/έως θανάτου βλ. θάνατος, μέχρι/έως πρότινος βλ. πρότινος, μέχρι/ως εδώ βλ. εδώ, μέχρι/ως το(ν) λαιμό βλ. λαιμός, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι βλ. κύμινο, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό βλ. σκασμός, ως/μέχρι το κόκαλο βλ. κόκαλο, ως/μέχρι τότε βλ. τότε [< αρχ. μέχρι, μέχρις] | |
| 31102 | μη & μην | μόρ. (αρν.) {μην πριν από φωνήεν ή από τα σύμφωνα: κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ, ξ, ψ} 1. (σε προτάσεις επιθυμίας ή επιφωνηματικές με ρήματα· συχνά προηγείται το ας ή το να:) δηλώνει απαγόρευση, αποτροπή ή παραίνεση: ~ ρίχνετε σκουπίδια στους δρόμους. ~ πεις λέξη. ~ μ' αγγίζεις! Να ~ με πάρεις τηλέφωνο ούτε να μου στείλεις μήνυμα. Αν είσαι άρρωστος, ~ έρθεις στη δουλειά. ~ ξεχάσω να του ευχηθώ για τη γιορτή του. ~ βιάζεσαι να μεγαλώσεις. ~ χαθούμε πάλι. Να τρως και να ~ μένεις νηστικός. ~ μ' αφήσεις ποτέ! ~ κλαις! Ας ~ χάνουμε χρόνο! Ας ~ κρυβόμαστε.|| (στον ελλειπτ. λόγο:) Άστο, ~! Σταμάτα, ~! ~ φεύγεις, όχι ~! Όλο διαταγές είναι και ~ (ενν. κάνεις) αυτό ~ εκείνο. 2. (σε προτάσεις επιφωνηματικές) δηλώνει ευχή, απευχή, κατάρα, όρκο ή απειλή: Μακάρι να ~ σε γνώριζα ποτέ! Να ~ σου τύχει ποτέ κάτι τέτοιο! Να ~ δεις ποτέ καλό από τα παιδιά σου! ~ σώσει και ... Να ~ προλάβω να γεράσω, αν λέω ψέματα! Να ~ τον δω μπροστά μου!|| (παραχώρηση) Ας ~ του είχα υποχρέωση και θα σου έλεγα εγώ ... 3. (συνήθ. προηγείται το να:) για τον σχηματισμό της άρνησης σε δευτερεύουσες προτάσεις: Τι να προσέξουμε για να ~ πάρουμε κιλά στις διακοπές. Πρέπει να ~ μάθει τίποτα. Δεν γίνεται να ~ έρθεις. Θα το πω κι ας ~ με πιστέψεις. Θα συνεχίσω τις προσπάθειες, ώσπου να ~ αντέχω άλλο. Υπάρχει κάτι που να ~ σου αρέσει; Απορώ γιατί να ~ θέλει να έρθει μαζί μας. Είναι δικό του το λάθος, όσο και να ~ το παραδέχεται. Έκανε σαν να ~ είχε συμβεί τίποτα. Τα νέα μέτρα ενδέχεται όχι μόνο να ~ λύσουν, αλλά και να επιτείνουν το αδιέξοδο. Βλ. δεν. 4. εισάγει δευτερεύουσα ενδοιαστική πρόταση: Φοβάμαι ~ τον χάσω. Ανησυχεί ~ τυχόν και δεν προφτάσει.|| Πολλοί άνθρωποι δεν λένε όχι από φόβο ~ δυσαρεστήσουν τους άλλους. Πβ. μήπως. 5. (μόνο το μη, με ονοματικούς τ. ή μετοχές ενεργητικού ενεστώτα) δηλώνει αντίθετη έννοια από αυτή που εκφράζει η λέξη με την οποία συνεκφέρεται: ~ βία. ~ καπνιστής. ~ κερδοσκοπικός οργανισμός. Αλφαβητικός κατάλογος ~ δημόσιων (= ιδιωτικών) σχολείων. ~ καταβληθείσες εισφορές. ~ ασφαλή προϊόντα. Οι ~ εγγεγραμμένοι. ~ εκτέλεση δρομολογίων. Καθίσματα για καπνίζοντες και ~. Στεκόταν ακίνητος ~ μπορώντας (: χωρίς να μπορεί) να αντιδράσει. 6. (απολύτως ως επιφών.) δηλώνει απαγόρευση ή αποτροπή: ~, για όνομα του Θεού! 7. (λαϊκό) εισάγει ευθείες ερωτήσεις και δηλώνει απορία, άγνοια: ~ τον άκουσες να έρχεται; ~ έπαθε τίποτα; Πβ. μήπως, μπας και. ● Ουσ.: μη (τα): απαγορεύσεις: τα πρέπει και τα ~. ● ΦΡ.: μη το ένα μη το άλλο: για να δηλωθούν συνεχείς και ενοχλητικές απογορεύσεις., (και) μη χειρότερα βλ. χειρότερος, ... και μη βλ. και, αν μη τι άλλο βλ. άλλος, θέλοντας ή μη/και μη βλ. θέλω, μη μου άπτου βλ. άπτεται, μη μου πεις ότι ... βλ. λέω, μη μου το λες/μη μου πεις .../τι μου λες! βλ. λέω, μην το λες βλ. λέω, ο μη γένοιτο βλ. γένοιτο [< μεσν. μην < αρχ. μή, 5: αγγλ. non] | |
| 31103 | μη με λησμόνει | μη με λη-σμό-νει ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Myosotis) το οποίο έχει γαλάζια συνήθ. άνθη και ευδοκιμεί σε υγρό χώμα. [< γαλλ. ne m΄oubliez-pas, γερμ. Vergissmeinnicht] | |
| 31104 | μήγαρις | μή-γα-ρις μόρ. (λαϊκό-λογοτ.): σάμπως, μήπως τάχα. [< αρχ. μή γάρ] | |
| 31105 | μηδαμινός | , ή, ό μη-δα-μι-νός επίθ.: που δεν είναι σημαντικός· ανάξιος λόγου: ~ός: κίνδυνος/χρόνος. ~ή: διαφορά/εμπειρία/κατανάλωση/πιθανότητα/προσφορά/συμμετοχή. ~ό: κόστος/ποσό (= αστείο)/ποσοστό. ~ές: αυξήσεις/ελπίδες. ~ά: αποτελέσματα. Πβ. αμελητέος, ασήμαντος, ελάχιστος, μηδενικός, ουτιδανός, τιποτένιος. Βλ. σπουδαίος. [< μτγν. μηδαμινός] | |
| 31106 | μηδαμινότητα | μη-δα-μι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μηδαμινού: η ~ της ύπαρξης. Πβ. αναξι-, κεν-, μηδενικ-ότητα. Βλ. σπουδαιότητα. | |
| 31107 | μηδέ | μη-δέ σύνδ. & μήδε (λογοτ.): (συνήθ. στα δημοτικά τραγούδια) ούτε. [< αρχ. μηδέ] | |
| 31108 | Μήδεια | Μή-δει-α ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): παιδοκτόνος: σύγχρονες ~ες. Βλ. Κάιν. [< αρχ. Μήδεια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ