| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2216 | αλληλοβοηθούνται | [ἀλληλοβοηθοῦνται] αλ-λη-λο-βο-η-θού-νται ρ. & (προφ.) αλληλοβοηθιούνται: βοηθά ο ένας τον άλλο: Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ~ στις κοινές τους προσπάθειες. Πβ. αλληλοϋποστηρίζονται. | |
| 2217 | αλληλογνωριμία | [ἀλληλογνωριμία] αλ-λη-λο-γνω-ρι-μί-α ουσ. (θηλ.): γνωριμία μεταξύ ανθρώπων: ~ των μελών/συμμετεχόντων. ~ και αλληλοκατανόηση ανάμεσα στους λαούς/ανταλλαγή εμπειριών. Κλίμα ~ας και συντροφικότητας. | |
| 2218 | αλληλογραφία | [ἀλληλογραφία] αλ-λη-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): επικοινωνία μέσω συμβατικού ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· συνεκδ. το σύνολο των επιστολών, εγγράφων, καρτών που έχει ανταλλάξει ή δεχτεί κάποιος: αραιή/διπλωματική/εμπορική (: για υποθέσεις μιας επιχείρησης)/επίσημη/ερωτική/ιδιωτική/καθημερινή/πολιτική/προσωπική/συμβατική (: μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου)/τακτική/υπηρεσιακή (: για έγγραφα που διακινούνται σε δημόσιες Αρχές ή υπηρεσίες) ~. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. Φάκελοι/φόρμα ~ας. Στήλη ~ας (: σε εφημερίδα ή περιοδικό). Διεκπεραίωση της ~ας. Διατηρεί/έχει πυκνή ~ με τον ... (= αλληλογραφεί). Διέκοψα την ~ μαζί του.|| Η ~ του ποιητή. Θα διαβάσω την ~ μου. Βλ. -γραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία & ανεπιθύμητα/ενοχλητικά μηνύματα & (σπάν.) κακόβουλη/αυτόκλητη αλληλογραφία, κακόβουλα/αυτόκλητα μηνύματα: ΔΙΑΔΙΚΤ. σπαμ: φίλτρα για την ~ ~ (πβ. αντισπάμ)., ηλεκτρονική αλληλογραφία: ΔΙΑΔΙΚΤ. ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και ειδικότ. τα ηλεκτρονικά μηνύματα, ιμέιλ: Εταιρική ~ ~. Διακομιστής ~ής ~ας. Λίστα/λογαριασμός ~ής ~ας. Ασφάλεια στην ~ ~. [< αγγλ. electronic/e- mail, 1977] ● ΦΡ.: δι' αλληλογραφίας & με αλληλογραφία: για κάτι που γίνεται με επικοινωνία μέσω συμβατικού ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: αγορές/πωλήσεις/σπουδές/ψηφοφορία ~ ~. [< πβ. μεσν. αλληλογραφία 'σύνθεση ποιημάτων', γαλλ. correspondance] | |
| 2219 | αλληλογράφος | [ἀλληλογράφος] αλ-λη-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) πρόσωπο που 1. αλληλογραφεί: ανώνυμος/τακτικός ~. Βλ. -γράφος. 2. (σπανιότ.) ασχολείται με τη διαχείριση της αλληλογραφίας ενός γραφείου, μιας επιχείρησης: ~οι-γραμματείς. ~οι και στενογράφοι πρακτικών. [< γαλλ. correspondancier, 1900] | |
| 2220 | αλληλογραφώ | [ἀλληλογραφῶ] αλ-λη-λο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {αλληλογραφ-είς ..., -ώντας | αλληλογράφ-ησα, -ήσει}: ανταλλάσσω επιστολές, έγγραφα ή ηλεκτρονικά μηνύματα με κάποιον: ~εί (= διατηρεί αλληλογραφία) συχνά με τη φίλη της. ~ούμε ηλεκτρονικά (μέσω ιμέιλ)/τακτικά. ~εί με τους αρμόδιους φορείς για το θέμα ... Πβ. γράφω. Βλ. -γραφώ. [< μεσν. αλληλογραφώ 'συντάσσω από κοινού', γαλλ. correspondre] | |
| 2221 | αλληλοδιαδοχή | [ἀλληλοδιαδοχή] αλ-λη-λο-δι-α-δο-χή ουσ. (θηλ.): συνεχής διαδοχή, εναλλαγή: ~ γεγονότων/εικόνων/μέρας και νύχτας. | |
| 2222 | αλληλοδιαδόχως | [ἀλληλοδιαδόχως] αλ-λη-λο-δι-α-δό-χως επίρρ. (επίσ.): διαδοχικά: Επισκέφτηκαν ~ όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς (= τον ένα μετά τον άλλο). [< μεσν. αλληλοδιαδόχως] | |
| 2223 | αλληλοδιαπλέκονται | [ἀλληλοδιαπλέκονται] αλ-λη-λο-δι-α-πλέ-κο-νται ρ.: διαπλέκονται αμοιβαία: Παράγοντες που ~ και αλληλοκαθορίζονται. | |
| 2224 | αλληλοδιαψεύδονται | [ἀλληλοδιαψεύδονται] αλ-λη-λο-δι-α-ψεύ-δο-νται ρ.: διαψεύδει ο ένας τον άλλο: Αυτόπτης μάρτυρας και κατηγορούμενος ~. | |
| 2225 | αλληλοδιδακτικός | , ή, ό [ἀλληλοδιδακτικός] αλ-λη-λο-δι-δα-κτι-κός επίθ. (παλαιότ.): ΠΑΙΔΑΓ. που εφαρμόζει την αλληλοδιδακτική μέθοδο ή σχετίζεται με αυτή: ~ό: σχολείο. Πβ. συνεργατικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλοδιδακτική μέθοδος : σύστημα διδασκαλίας που εφαρμόστηκε κυρ. τον 19ο αι., σύμφωνα με το οποίο ο διδάσκων εκπαιδεύει τους ηλικιακά μεγαλύτερους και ικανότερους μαθητές, έτσι ώστε να διδάσκουν τους υπόλοιπους. | |
| 2226 | αλληλόδραση | [ἀλληλόδραση] αλ-λη-λό-δρα-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αλληλοδιάδραση: διάδραση. | |
| 2227 | αλληλοεκτίμηση | [ἀλληλοεκτίμηση] αλ-λη-λο-ε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αλληλεκτίμηση: αμοιβαία εκτίμηση: σχέση ~ης. Πβ. αλληλοσεβασμός. | |
| 2228 | αλληλοενημέρωση | [ἀλληλοενημέρωση] αλ-λη-λο-ε-νη-μέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία ενημέρωση: ~ των μελών ενός συλλόγου. ~ πολιτών για/σε θέματα περιβάλλοντος. | |
| 2229 | αλληλοενισχύονται | [ἀλληλοενισχύονται] αλ-λη-λο-ε-νι-σχύ-ο-νται ρ.: (για έννοιες, παράγοντες) ενισχύει ο ένας τον άλλο: Η οικονομική μεταρρύθμιση, η απασχόληση και οι κοινωνικές πολιτικές ~. | |
| 2230 | αλληλοεξάρτηση | βλ. αλληλεξάρτηση | |
| 2231 | αλληλοεξαρτώνται | βλ. αλληλεξαρτώνται | |
| 2232 | αλληλοεξοντώνονται | [ἀλληλοεξοντώνονται] αλ-λη-λο-ε-ξο-ντώ-νο-νται ρ.: εξοντώνει ο ένας τον άλλο: ~ σε εμφύλιους πολέμους. Οι δύο οικογένειες ~ (πβ. αλληλοσπαράσσονται). | |
| 2233 | αλληλοεξόντωση | [ἀλληλοεξόντωση] αλ-λη-λο-ε-ξό-ντω-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία εξόντωση: συναισθηματική/ψυχολογική ~. Έχουν επιδοθεί σε πόλεμο λάσπης και ~ης. | |
| 2234 | αλληλοεξυπηρέτηση | [ἀλληλοεξυπηρέτηση] αλ-λη-λο-ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία εξυπηρέτηση: ~ συμφερόντων. Συνεργασία και ~ μεταξύ οργανισμών και φορέων. Δίκτυο γνωριμιών/σύστημα διαπλοκής και ~ης. Κομματικές ~ήσεις. | |
| 2235 | αλληλοεξυπηρετούνται | [ἀλληλοεξυπηρετοῦνται] αλ-λη-λο-ε-ξυ-πη-ρε-τού-νται ρ.: εξυπηρετεί ο ένας τον άλλο: Τα γραφεία της επιχείρησης συνεργάζονται και ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ