| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31109 | μηδείς, μηδεμία, μηδέν | μη-δείς αόρ. αντων. {μηδ-ενός, -ένα (θηλ. μηδεμιάς)} (αρχαιοπρ.): ουδείς, κανείς. ● ΦΡ.: μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω βλ. αγεωμέτρητος, μηδένα προ του τέλους μακάριζε βλ. μακαρίζω, μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης βλ. δίκη, μηδενός εξαιρουμένου βλ. εξαιρώ [< αρχ. μηδείς, μηδεμία, μηδέν] | |
| 31110 | μηδέν | μη-δέν ουσ. (ουδ.) {μηδεν-ός} 1. ΜΑΘ. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 0, που δείχνει την απουσία ποσότητας και αποτελεί το ουδέτερο στοιχείο της πρόσθεσης: τρία και ~ ίσον τρία. ~ τοις εκατό (0%). Το ~ δεν είναι ούτε αρνητικός ούτε θετικός αριθμός. Από το ~ ως το άπειρο.|| (σε συνάρτηση) Το x τείνει στο ~. 2. ο κατώτερος βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Του έβαλε/πήρε ~ (= μηδενικό).|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα κόλλησε στο ~ (= δεν σημείωσε κανένα γκολ). ΣΥΝ. κουλούρα (4) 3. (μτφ.) για ανάξιο ή ασήμαντο πρόσωπο ή πράγμα, κανένας ή τίποτα: Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα ~ (: δεν αξίζει τίποτα). Πβ. τιποτένιος.|| (ως επίθ.) ~ αύξηση στους μισθούς/λάθη στο γραπτό. Αποτέλεσμα/σοβαρότητα ~ (= καθόλου). Πβ. μηδαμινός, μηδενικός, νούλα. 4. σημείο ή γραμμή με το σύμβολο 0 απ' όπου ξεκινάει η αρίθμηση, ο υπολογισμός σε βαθμονομημένη κλίμακα, ιδ. σε θερμόμετρο ή άλλο όργανο μέτρησης: Ο υδράργυρος κάτω/πάνω από το ~. Υγρό που ψύχεται στους ~ βαθμούς Κελσίου.|| Εκκίνηση από τη θέση ~. Η τάση γίνεται ~ (= μηδενίζεται). Σύστημα που μειώνει την κατανάλωση ενέργειας στο ~. 5. ΦΙΛΟΣ. το μη υπαρκτό, το αντίθετο του είναι. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτο μηδέν βλ. απόλυτος, ορατότης/ορατότητα μηδέν βλ. ορατότητα, σημείο μηδέν βλ. σημείο ● ΦΡ.: από το μηδέν & (λόγ.) εκ του μηδενός: από την αρχή, χωρίς βάση, στήριξη: Αρχίζω/μαθαίνω/ξεκινώ κάτι ~ ~. Έφτιαξε μόνος του την επιχείρηση ~ ~., μηδέν εις το πηλίκον & μηδέν στο πηλίκο (μτφ.-επιτατ.): για ανύπαρκτο, ασήμαντο, ανεπιτυχές αποτέλεσμα: ~ ~ από τις διαπραγματεύσεις/κατά τη χθεσινή συνάντηση (πβ. αποτυχία, τζίφος)., υπό το μηδέν 1. (για θερμοκρασία) κάτω από το μηδέν: Το θερμόμετρο έπεσε στους δέκα βαθμούς ~ ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ χαμηλού επιπέδου ή σε πολύ κακή κατάσταση: ~ ~ η απόδοση των υπαλλήλων. Η οικονομία της χώρας βρίσκεται ~ ~., ώρα μηδέν (μτφ.): για καθοριστική, πολύ κρίσιμη στιγμή ή κατάσταση: ανεργία/εξετάσεις/οικονομία/παιδεία ~ ~. ~ ~ για τα δάση/για κρίσιμες αποφάσεις (: άρχισε η αντίστροφη μέτρηση)., καταλήγει στο μηδέν βλ. καταλήγω, μηδέν άγαν βλ. άγαν, σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος [< αρχ. μηδέν, γαλλ. nul(le), zéro] | |
| 31111 | μηδενίζω | μη-δε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {μηδένι-σα, -σει, μηδενί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, μηδενίζ-οντας} 1. μειώνω ποσό ή μέγεθος, ώστε να καταστεί ίσο με το μηδέν: Τα στατιστικά ~στηκαν. 2. αξιολογώ, βαθμολογώ κάποιον ή κάτι με μηδέν: Ο μαθητής ~στηκε λόγω αντιγραφής. Ο επιτηρητής ~σε το γραπτό του εξεταζομένου. 3. (μτφ.) ελαχιστοποιώ: Οι αποστάσεις έχουν ~στεί (= μικρύνει). ΣΥΝ. εκμηδενίζω (1) 4. (μτφ.) ισοπεδώνω, θεωρώ κάποιον ή κάτι ανάξιο λόγου, μηδενικό: ~ει κάθε προσπάθεια. [< 1: γαλλ. réduire à zéro 3,4: γαλλ. annihiler] | |
| 31112 | μηδενικό | μη-δε-νι-κό ουσ. (ουδ.) 1. το μηδέν ως αριθμός ή βαθμός: ποσό μειωμένο κατά ένα ~.|| Ολοστρόγγυλο ~ (= κουλούρα). Πβ. μηδενικούρα. 2. (μτφ., για πρόσωπο ή αποτέλεσμα) ανάξιος, αμελητέος: Δεν αξίζει τίποτα, είναι ένα ~! Η ταινία ήταν ένα ~ (: σκέτη αποτυχία)! Πβ. για πέταμα. ΣΥΝ. νούλα (1), τενεκές (3) ● ΦΡ.: ένα μεγάλο μηδενικό (προφ.): ένα τίποτα: Από τις πωλήσεις των βιβλίων του εισέπραξε ~ ~. [< γαλλ. zéro] | |
| 31113 | μηδενικός | , ή, ό μη-δε-νι-κός επίθ.: που είναι ίσος με μηδέν· κατ' επέκτ. ασήμαντος: ~ός: συντελεστής/φόρος. ~ή: χρέωση. ~ό: κέρδος.|| ~ός: ρυθμός ανάπτυξης/χρόνος. ~ή: αντίσταση/αξία/εκπομπή ρύπων/πιθανότητα/ποσότητα/συμμετοχή. ~ό: αποτέλεσμα/ποσοστό/ρίσκο. Ο κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας θεωρείται ~ (= ανύπαρκτος). Πβ. μηδαμινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μηδενική ανοχή: για κατάσταση η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ανεκτικότητα· καμία απολύτως ανοχή: ~ ~ στη βία. ~ ~ από τους πολίτες. [<αμερικ. zero-tolerance, 1972] , μηδενική εστίαση: ΛΟΓΟΤ. όρος της αφηγηματολογίας που δηλώνει ότι ο αφηγητής είναι παντογνώστης και διηγείται τα γεγονότα σε γ' εν. πρόσ. ● ΦΡ.: από μηδενική βάση & σε μηδενική βάση: από την αρχή, χωρίς να έχει προκαθοριστεί κάτι ή να θεωρείται δεδομένο: διάλογος/διαπραγματεύσεις από ~ ~. Εξετάζει το θέμα από ~ ~. Η όποια συζήτηση δεν μπορεί παρά να γίνει σε ~ ~., μηδενικός νόμος & (σπάν.) μηδενική αρχή: ΦΥΣ. νόμος ή αρχή της θερμοδυναμικής σύμφωνα με τον/την οποία η θερμοδυναμική ισορροπία δύο συστημάτων με ένα τρίτο συνεπάγεται και τη μεταξύ τους θερμοδυναμική ισορροπία. [< γαλλ. nul, zéro] | |
| 31114 | μηδενικότητα | μη-δε-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μηδενικού: η ~ του έργου του (= ασημαντότητα). Πβ. μηδαμινότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 31115 | μηδενικούρα | μη-δε-νι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-επιτατ.): μηδενικό. Βλ. -ούρα2. | |
| 31116 | μηδενισμός | μη-δε-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) μηδένιση (η) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μηδενίζω: ~ του ελλείμματος/του κόστους (λειτουργίας)/των χρεών (= κατάργηση, παραγραφή). ~ του μετρητή για καινούργια λήψη τιμής μέτρησης/του χρόνου αναμονής.|| (μτφ.) ~ των αποστάσεων (= ελαχιστοποίηση). 2. βαθμολόγηση με μηδέν: ~ ενός γραπτού (λόγω αντιγραφής)/παίκτη (λόγω απουσίας από έναν αγώνα). Οι δύο ομάδες τιμωρήθηκαν με ~ό λόγω των επεισοδίων. 3. (μτφ.) απαξίωση, υποτίμηση και γενικότ. στάση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αρνητισμό, ισοπέδωση των πάντων: ο ~ της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατηγορήθηκε για ~ό του κυβερνητικού έργου. 4. ΜΑΘ. αναγωγή στο μηδέν. 5. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία απορρίπτεται κάθε ευρύτερα αποδεκτή αξία καθώς και η ύπαρξη μιας απόλυτης πραγματικότητας: ηθικός/πολιτικός ~. Βλ. αγνωστικ-, σκεπτικ-ισμός. ΣΥΝ. νιχιλισμός 6. ΠΟΛΙΤ.-ΙΣΤ. επαναστατικό κίνημα που εκδηλώθηκε περ. το 1860 στην τσαρική Ρωσία, απέρριπτε τις αξίες του παρελθόντος και στόχευε στην ανατροπή του καθεστώτος μέσα από τρομοκρατικές ενέργειες. Βλ. αναρχισμός, εθνο~, -ισμός. [< 3,5,6: γαλλ. nihilisme, γερμ. Nihilismus] | |
| 31117 | μηδενιστής | μη-δε-νι-στής επίθ./ουσ. , μηδενίστρια (η) 1. πρόσωπο που ασπάζεται τον μηδενισμό· κατ' επέκτ. απαισιόδοξος, απόλυτος αρνητής: ~ής: τρομοκράτης.|| (ως ουσ.) Κυνικός ~. ΣΥΝ. νιχιλιστής Βλ. εθνο~. 2. συσκευή ή κουμπί που μηδενίζει μετρητή: ~ χιλιομέτρων. [< 1: γαλλ. nihiliste] | |
| 31118 | μηδενιστικός | , ή, ό μη-δε-νι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον μηδενισμό ή τον μηδενιστή: ~ή: κριτική/πολιτική/προσέγγιση. ~ό: πνεύμα. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις/θεωρίες. Βλ. εθνο~. ● επίρρ.: μηδενιστικά [< γαλλ. nihiliste] | |
| 31119 | μηδέποτε | μη-δέ-πο-τε επίρρ. (αρχαιοπρ.): ποτέ, σε καμιά περίπτωση. ΣΥΝ. ουδέποτε ΑΝΤ. πάντα [< αρχ. μηδέποτε] | |
| 31120 | μηδική | μη-δι-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό· το ήμερο τριφύλλι. [< μτγν. Μηδική (πόα)] | |
| 31121 | μηδικός | , ή, ό μη-δι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Μήδους: (κ. με κεφαλ. Μ) ~οί πόλεμοι (= Περσικοί)/τα ~ά. [< αρχ. μηδικός] | |
| 31122 | μηδισμός | μη-δι-σμός ουσ. (αρσ.): προσχώρηση σε αντίπαλη οργάνωση: ~ της πολιτικής ηγεσίας. Βλ. -ισμός. [< αρχ. μηδισμός ‘συμπάθεια για λη συμπαράταξη με τους Πέρσες’, αγγλ. Medism] | |
| 31123 | μήκος | [μῆκος] μή-κος ουσ. (ουδ.) {μήκ-ους | -η} 1. το φυσικό μέγεθος που σχετίζεται με τη μέτρηση της απόστασης από ένα άκρο σε άλλο: ελάχιστο/μέγιστο/μεταβλητό ~. Μονάδες ~ους. ~ σε εκατοστά/ίντσες. Σήραγγα συνολικού ~ους ... μέτρων. Σε διάφορα/διαφορετικά ~η. ~ μαλλιών (πβ. μάκρος). 2. ΓΕΩΜ. μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος (εκτός από το πλάτος και το ύψος) ή η συνήθ. μεγαλύτερη από τις δύο διαστάσεις μιας επίπεδης επιφάνειας: ~ γραμμής/κύκλου/τόξου. Υπολογισμός του ~ους.|| Το ~ του τραπεζιού. ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα εις) μήκος: ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής, αφού πάρει φόρα σε έναν διάδρομο, εκτελεί άλμα σε ειδικό σκάμμα: ~ ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. (άλμα εις) τριπλούν., μήκος λέξης: ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των μπιτ από τα οποία αποτελείται η λέξη ενός υπολογιστή: σταθερό ~ ~. Το μέγιστο ~ ~ είναι 4 μπάιτ (= 32 μπιτ). [< αγγλ. word length, 1951] , γεωγραφικό μήκος βλ. γεωγραφικός, εστιακό μήκος βλ. εστιακός, μήκος κύματος βλ. κύμα, ταινία μικρού/μεγάλου/μεσαίου μήκους βλ. ταινία ● ΦΡ.: κατά μήκος: παράλληλα με κάτι: ~ ~ της ακτής/διαδρομής/του οδικού άξονα., σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης) & (σπάν.) στα μήκη και (στα) πλάτη (της Γης): παντού, σε όλο τον κόσμο: Έχει ταξιδέψει ~ ~. Έχει δώσει συναυλίες ~ ~. Πβ. απανταχού της Γης/της οικουμένης, όπου Γης., σε όλο το μήκος και (το) πλάτος & κατά μήκος και (κατά) πλάτος: σε όλη την έκταση, παντού: ~ ~ του οδοστρώματος. Εκκλησάκια διάσπαρτα ~ ~ του νησιού. Κατά μήκος και (κατά) πλάτος της αίθουσας., στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος βλ. κύμα [< αρχ. μῆκος, γαλλ. longueur, αγγλ. length] | |
| 31124 | μηκοτομή | μη-κο-το-μή ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. γραφική αναπαράσταση του μήκους μιας οδού: γεωλογικές ~ές. [< αγγλ. longitudinal section] | |
| 31125 | μήκυνση | μή-κυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επιμήκυνση. [< μτγν. μήκυνσις] | |
| 31126 | μήκων | μή-κων ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μήκων η υπνοφόρος: ΒΟΤ. αφιόνι. [< αρχ. μήκων] | |
| 31127 | μηκώνιο | μη-κώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. σκούρα πράσινη βλεννώδης ουσία που περιέχεται στο έντερο του εμβρύου και εκκενώνεται φυσιολογικά μετά τη γέννηση. 2. ΒΟΤ. (παλαιότ.) όπιο. [< αρχ. μηκώνιον, γαλλ. méconium, αγγλ. meconium] | |
| 31128 | μήλη | μή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μακρύ, λεπτό χειρουργικό εργαλείο, που χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση τραυμάτων και γενικότ. σωματικών κοιλοτήτων: περιοδοντική ~. [< πβ. αρχ. μήλη 'καθετήρας'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ