| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31129 | μηλιά | μη-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Malus domestica) με λευκά άνθη, σκουροπράσινα φύλλα και πληθος ειδών και ποικιλιών, που καλλιεργείται για τους καρπούς του, τα μήλα. Βλ. ροδοειδή. ● Υποκ.: μηλίτσα (η) ● ΦΡ.: το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει) βλ. μήλο [< μεσν. μηλιά] | |
| 31130 | μηλικός | , ή, ό μη-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το μηλικό οξύ: ~ό: ασβέστιο/κάλιο/νάτριο. ● ΣΥΜΠΛ.: μηλικό οξύ (κωδικός αριθμός: Ε296): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρυσταλλική οργανική ένωση (C4H6O5) που εξάγεται από άγουρα φρούτα, κυρ. μήλα, και χρησιμοποιείται συνήθ. σε τρόφιμα ως μέσο οξίνισης και αρωματισμού. Βλ. κιτρικό οξύ. [< γαλλ. acide malique] | |
| 31131 | μηλίτης | μη-λί-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που γίνεται από ζυμωμένο χυμό φρούτων, κυρ. μήλων: απόσταγμα/παραγωγή ~η. Ξίδι από ~η (= μηλόξιδο).|| (ως επίθ.) ~ης: οίνος. ΣΥΝ. μηλόκρασο [< μτγν. μηλίτης] | |
| 31132 | μήλο | [μῆλο] μή-λο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς που έχει κοκκινωπή, πρασινωπή ή σπανιότ. κιτρινωπή φλούδα, περίπου σφαιρικό σχήμα, λευκή, τραγανή σάρκα και μικρούς σπόρους στο κέντρο του: μικροκαρπία/ποικιλίες ~ων (: ξινόμηλο, στάρκιν, φιρίκι). Καθαρίζω ένα ~. Πβ. ξινόμηλο. Βλ. αχλαδό-, γεώ-μηλο.|| Γλυκό/μαρμελάδα ~. ~ κομπόστα. Πουρές/χυμός ~ου. Τσάι με άρωμα ~ου. Σαλάτα/τάρτα/χοιρινό με ~α. ● μήλα (τα): παιδικό παιχνίδι με δύο παίκτες σε απόσταση ορισμένων μέτρων οι οποίοι πετούν τη μπάλα ο ένας στον άλλο, με στόχο να χτυπήσουν τους παίκτες που τρέχουν ανάμεσά τους για να τους βγάλουν εκτός παιχνιδιού. ● Υποκ.: μηλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σάπιο μήλο: θαμπό χρώμα μεταξύ κόκκινου και καφέ., τα μήλα του προσώπου: ζυγωματικά: Βάλε λίγο ρουζ στα ~ ~., το μήλο του Αδάμ βλ. Αδάμ ● ΦΡ.: ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα (παροιμ.): για να επισημανθεί η σημασία του μήλου για την υγεία, χάρη κυρ. στα ιχνοστοιχεία και στα αντιοξειδωτικά που περιέχει., το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει): για να δηλωθεί ότι ένα παιδί ακολουθεί το επάγγελμα ή γενικότ. έχει το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα των γονέων του: ~ ~! Συνεχίζει επάξια την παράδοση του πατέρα του., το μήλο(ν) της έριδος & το μήλο της έριδας: αντικείμενο ή αιτία συνεχούς αντιπαράθεσης, διεκδίκησης: Νησιά που αποτέλεσαν το ~ ~ για πολλούς κατακτητές. [< γαλλ. pomme de discorde] [< αρχ. μῆλον] | |
| 31133 | μηλοειδή | [μηλοειδῆ] μη-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. οπωροφόρα δέντρα που παράγουν καρπούς σε σχήμα μήλου· συνεκδ. τα αντίστοιχα φρούτα. Βλ. αχλαδιά, κυδωνιά, μηλιά, μουσμουλιά, πυρηνόκαρπα. [< μτγν. μηλοειδής] | |
| 31134 | μηλόκρασο | μη-λό-κρα-σο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μηλίτης. | |
| 31135 | μηλολόνθη | μη-λο-λόν-θη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κολεόπτερο έντομο (επιστ. ονομασ. Melolontha melolontha) που μοιάζει με σκαθάρι του οποίου η προνύμφη καταστρέφει τις καλλιέργειες. Βλ. χρυσόμυγα. ΣΥΝ. χρυσοκάνθαρος (2) [< αρχ. μηλολόνθη] | |
| 31136 | μηλόξιδο | μη-λό-ξι-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το προϊόν της ζύμωσης μηλίτη οίνου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, αλλά και για θεραπευτικούς σκοπούς: μαρούλι με ~.|| Σαμπουάν με ~. | |
| 31137 | μηλόπιτα | μη-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό με γέμιση κομμάτια μήλου, που ψήνεται στον φούρνο. Βλ. -πιτα. | |
| 31138 | μηλοροδακινιά | μη-λο-ρο-δα-κι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. νεκταρινιά. | |
| 31139 | μηλωτή | μη-λω-τή ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): προβιά· συνεκδ. το αντίστοιχο ένδυμα. [< μτγν. μηλωτή ‘δέρμα προβάτου ή κριαριού’] | |
| 31140 | μην | βλ. μη | |
| 31141 | μήνα | μή-να μόρ. (λαϊκό-λογοτ.): (σε δημοτικά τραγούδια· εισάγει ευθείες ερωτήσεις, στις οποίες η απάντηση είναι συνήθ. αρνητική) μήπως. Βλ. ανθυποφορά. [< μεσν. μήνα] | |
| 31142 | μηναίο | [μηναῖο] μη-ναί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. μηνολόγιο. [< μεσν. μηναίον] | |
| 31143 | μήνας | μή-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ός (λαϊκό) -ού | -ών} 1. καθεμιά από τις δώδεκα υποδιαιρέσεις του ηλιακού έτους· το χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων εβδομάδων: επόμενος/ζεστός/κρύος/προηγούμενος/τρέχων ~. Ο δεύτερος/ενδέκατος ~ του χρόνου. ~ εικαστικών τεχνών/προσφορών. Διεθνής ~ φωτογραφίας/χορού. Ο ~ έχει 30/31 μέρες (εκτός από τον Φεβρουάριο). Αστρολογικές προβλέψεις/εορτολόγιο ~ός. Στο πρώτο/δεύτερο δεκαπενθήμερο/στα τέλη του ~ός. Κυκλοφορεί κάθε πρώτη του ~ός. (Αριθμός και διάρκεια κλήσεων) ανά ~α. Μείωση των κερδών κατά τον ~α Αύγουστο. Ονόματα ~ών (: Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος). Εντός του ~ός (: μέσα στον ~α) ... Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό μέχρι τις 24 του ~ός.|| Ημερολογιακός ~. Αποδοχές/παράταση ενός ~ός. Μετά/πριν από έναν ~α. Βρέφος δύο ~ών. Περίοδος τριών ~ών (= τρίμηνο). Είμαι έγκυος επτά ~ών. Διορία/επίδοση/σύμβαση (διάρκειας) έξι ~ών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα ~ών. Πόσα παίρνεις το(ν) ~α;|| (αόριστα) Δεν έχω νέα του εδώ και ~ες (: εδώ και πολύ καιρό). Βλ. ανθρωπο~. 2. το μηνιάτικο: Μου χρωστάει τρεις ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρικός μήνας: ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος που απαιτείται για μια πλήρη περιστροφή της Σελήνης γύρω από τη Γη ή γύρω από τον άξονά της, ο οποίος ισούται με 27 ημέρες, 7 ώρες, 43 λεπτά και 4,5 δευτερόλεπτα., σεληνιακός/συνοδικός μήνας: ΑΣΤΡΟΝ. περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών πανσελήνων, η οποία διαρκεί 29 ημέρες, 12 ώρες και 44 λεπτά., ο μήνας του μέλιτος βλ. μέλι ● ΦΡ.: βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα: για άτομο που εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις, αποκομίζοντας οφέλη. ΣΥΝ. βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει, είμαι/μπαίνω/μπήκα στο(ν) μήνα μου: στον τελευταίο μήνα της κύησης, δηλ. τον ένατο., μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει: για όσους έχουν σταθερό μηνιαίο εισόδημα και κατ' επέκτ. για παγιωμένη κατάσταση: ~ ~ το μηνιάτικο θα πέσει. Βλ. χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει., (και/κι) ο μήνας έχει εννιά βλ. εννέα, Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να 'σουν δυο φορές τον χρόνο βλ. Αύγουστος, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, ο μήνας που τρέφει τους έντεκα βλ. τρέφω, τον μήνα που δεν έχει Σάββατο βλ. Σάββατο [< μεσν. μήνας] | |
| 31144 | μηνάω | μη-νά-ω ρ. (μτβ.) {μην-άς ...| κυρ. στον αόρ. μήν-υσα} & μηνώ (λαϊκό-λογοτ.): στέλνω μήνυμα, ειδοποιώ, πληροφορώ, αναγγέλλω: Του ~υσε να φύγει/ότι πρέπει να ... [< μεσν. μηνώ] | |
| 31145 | μήνη1 | μή-νη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): μισοφέγγαρο και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα. Πβ. μηνίσκος. [< αρχ. μήνη] | |
| 31146 | μήνη2 | μή-νη ουσ. (θηλ.) & μήνις (αρχαιοπρ.): θυμός, οργή: Οι εξαγγελίες της κυβέρνησης ξεσήκωσαν/προκάλεσαν τη ~η του λαού. Πβ. μάνητα. [< αρχ. μῆνις] | |
| 31148 | μηνιαίος | , α, ο [μηνιαῖος] μη-νι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που αντιστοιχεί σε έναν μήνα, που έχει διάρκεια ενός μήνα, που γίνεται ή εκδίδεται κάθε μήνα: ~ος: έλεγχος/κατάλογος/λογαριασμός/μέσος όρος/μισθός/προγραμματισμός/φόρος. ~α: δόση/έκθεση/επιθεώρηση/μεταβολή/πρόβλεψη/σύνταξη. ~ο: έντυπο/κόστος. ~ες: αποδοχές. ~α: δελτία/έξοδα/στατιστικά/στοιχεία/τέλη. Σε ~α βάση. Πβ. μηνιάτικος. Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: μηνιαία & (λόγ.) μηνιαίως [< αρχ. μηνιαῖος] | |
| 31150 | μηνιάτικος | , η, ο μη-νιά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): μηνιαίος. Κυρ. στο ● Ουσ.: μηνιάτικο (το): μισθός ή ενοίκιο ενός μήνα: Ξόδεψε όλο το ~ σε ... Δεν του φτάνει το ~. Τους οφείλουν αρκετά ~α. [< μεσν. μηνιάτικος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ