| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31151 | μήνιγγα | μή-νιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα τρία μεμβρανώδη περιβλήματα που καλύπτουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό: λεπτή (: που αποτελείται από τη χοριοειδή και την αραχνοειδή ~ και ακουμπά πάνω στην επιφάνεια του εγκεφάλου)/σκληρή ~. [< αρχ. μῆνιγξ, γαλλ. méninge, αγγλ. meninx] | |
| 31152 | μηνίγγι & μελίγγι & μηλίγγι | μη-νίγ-γι ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. μήνιγγα. ● μηνίγγια (τα) (προφ.): κρόταφοι: Ο πόνος τον χτύπαγε στα ~. [< μτγν. μηνίγγιον] | |
| 31153 | μηνιγγικός | , ή, ό μη-νιγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στη μήνιγγα: ~ός: όγκος (πβ. μηνιγγίωμα). ~ή: αιμορραγία/αρτηρία/φλεγμονή. [< γαλλ. méningé, αγγλ. meningeal] | |
| 31154 | μηνιγγισμός | μη-νιγ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. σύνολο συμπτωμάτων παρόμοιων με αυτών της μηνιγγίτιδας, χωρίς όμως λοίμωξη των μηνίγγων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. méningisme, αγγλ. meningism(us)] | |
| 31155 | μηνιγγίτιδα | μη-νιγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νόσος που οφείλεται σε φλεγμονή των μηνίγγων: βακτηριδιακή/εγκεφαλονωτιαία/ιογενής/οξεία/φυματιώδης/χρόνια ~. Επιδημία/κρούσμα/περιστατικό ~ας. Προσβλήθηκε από ~. Εμβόλιο για τη ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. méningite, αγγλ. meningitis] | |
| 31156 | μηνιγγιτιδόκοκκος | μη-νιγ-γι-τι-δό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. βακτηρίδιο (Neisseria meningitidis) που προκαλεί την επιδημική εγκεφαλονωτιαία μηνιγγίτιδα. [< αγγλ. meningococcus, γαλλ. méningocoque, 1900] | |
| 31157 | μηνιγγίωμα | μη-νιγ-γί-ω-μα ουσ. (ουδ.) : ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος, συνήθ. αγγειακός, που εκδηλώνεται στις μήνιγγες και μπορεί να εξελιχθεί σε κακοήθη. Βλ. γλοίωμα, κρανιοφαρυγγίωμα, -ωμα2. [< αγγλ. meningioma, 1922, γαλλ. méningiome, 1929] | |
| 31158 | μηνιγγοεγκεφαλίτιδα | μη-νιγ-γο-ε-γκε-φα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της μήνιγγας και του εγκεφαλικού ιστού: ιογενής/οξεία ~. Βλ. εγκεφαλομυελίτιδα, -ίτιδα. [< γαλλ. méningo-encéphalite, αγγλ. meningoencephalitis] | |
| 31159 | μηνιγγοκήλη | μη-νιγ-γο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κήλη των μηνίγγων διαμέσου ελλείμματος του κρανίου ή της σπονδυλικής στήλης. Βλ. -κήλη. [< γαλλ. méningocèle, αγγλ. meningocele] | |
| 31160 | μηνισκεκτομή | μη-νι-σκε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση, μερική ή ολική, του μηνίσκου: αρθροσκοπική/έξω/έσω ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. meniscectomy, γαλλ. méniscectomie] | |
| 31161 | μηνίσκος | μη-νί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. σχηματισμός από ίνες και χόνδρους στην άρθρωση του γονάτου· κατ' επέκτ. κάθε κάκωση, πάθηση στο σημείο αυτό: έξω/έσω (πλάγιος) ~. Αρθροσκόπηση/εγχείρηση/μεταμόσχευση/ρήξη ~ου. Έχασε την προπόνηση λόγω ενοχλήσεων/τραυματισμού στον ~ο.|| (ΙΑΤΡ.) Δισκοειδής ~. Έπαθε ~ο. 2. ημισέληνος και κατ' επέκτ. καθετί που έχει το σχήμα της. Πβ. μήνη1. 3. ΓΕΩΜ. το σχήμα που ορίζεται από δύο τόξα που έχουν κοινά άκρα και τις κυρτές τους επιφάνειες στραμμένες προς την ίδια κατεύθυνση: εμβαδόν ~ου. Τετραγωνισμός ~ων. 4. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. η καμπυλωτή ανώτερη επιφάνεια της στήλης ενός υγρού. [< 1,3,4: γαλλ. ménisque, αγγλ. meniscus 2: αρχ. μηνίσκος] | |
| 31163 | μηνοειδής | , ής, ές μη-νο-ει-δής επίθ. (σπάν.-επιστ.): που έχει σχήμα μηνίσκου, μισοφέγγαρου: (ΑΝΑΤ.) ~ής: εντομή. ~ές: οστό (του καρπού). ~είς: βαλβίδες. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. δρεπανοειδής [< αρχ. μηνοειδής] | |
| 31164 | μηνολόγιο | μη-νο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Μ) ονομασία διαφόρων λειτουργικών βιβλίων που αναφέρονται στους Αγίους και τον εορτασμό τους (από την 1η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Αυγούστου). Βλ. εορτολόγιο. ΣΥΝ. μηναίο 2. κατάλογος στον οποίο καταγράφονται γεγονότα, γιορτές, στοιχεία για τον κάθε μήνα: ~ με αποσπάσματα από τα έργα μεγάλων λογοτεχνών. Βλ. -λόγιο. 3. ΙΣΤ. κατάλογος των μηνών: αρχαίο ελληνικό ~. Βλ. -λόγιο. [< μεσν. μηνολόγιον] | |
| 31165 | μηνορραγία | μη-νορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογικά αυξημένη και παρατεταμένη έμμηνη ρύση. Βλ. αμηνόρροια, -ρραγία. [< γαλλ. ménorragie , αγγλ. menorrhagia] | |
| 31167 | μήνυμα | μή-νυ-μα ουσ. (ουδ.) {μηνύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. είδηση, πληροφορία που συνήθ. στέλνουμε σε κάποιον με τον οποίο δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε άμεσα: αστείο/γραπτό/δωρεάν/επείγον/ερωτικό/ηχητικό/ηχογραφημένο/νέο/παραπλανητικό/προσωπικό/προφορικό/συγχαρητήριο/τηλεφωνικό/φωνητικό ~. ~ κινδύνου (πβ. ΣΟΣ). Ο αποστολέας/δέκτης/παραλήπτης/πομπός ενός ~ατος. Λαμβάνω/σβήνω ένα ~. Απαντώ σε/αφήνω ένα ~. Ακούω τα ~ατα στον τηλεφωνητή. (σε κινητά, υπολογιστές) Το ~ ελήφθη/στάλθηκε. Μου ήρθε ~ που λέει ... Αναγνωσμένα/απεσταλμένα/αποθηκευμένα/εισερχόμενα/εξερχόμενα/πρότυπα ~ατα. Ανάγνωση/αποκωδικοποίηση/αποστολή/δημιουργία/διαγραφή/επεξεργασία/καταχώριση/λήψη/παραλαβή/προώθηση ενός ~ατος. Ανταλλαγή/αρχείο/διαχείριση ~άτων.|| Διαγράφω ένα ~. Βλ. βιντεο~.|| (μτφ.) Αισιόδοξα/ευχάριστα είναι τα ~ατα (: οι ενδείξεις) για ... Πβ. μαντάτο, νέο. Βλ. προ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το χαρμόσυνο ~ της Ανάστασης. 2. επίσημη ανακοίνωση, λόγος σημαντικού προσώπου, συνήθ. πολιτικού: ετήσιο/πασχαλινό/πολιτικό/πρωτοχρονιάτικο ~. ~ αγάπης/ειρήνης/ενότητας/συμπαράστασης. ~ του αρχηγού (π.χ. της Αστυνομίας)/προέδρου/πρύτανη/πρωθυπουργού για/προς ... Απευθύνω ένα (σύντομο) ~. Πβ. ανακοινωθέν, εξαγγελία. 3. η κύρια ιδέα, οι βασικές απόψεις, θέσεις: Το ~ των αγώνων/των εκλογών/μιας εορτής. Το αντιπολεμικό/επαναστατικό/επίκαιρο/κοινωνικό/παιδαγωγικό ~ μιας ομιλίας/ταινίας. Το κεντρικό ~ ενός βιβλίου. Πβ. δίδαγμα, νόημα, ουσία.|| Το ~ μιας ιδεολογίας/ενός καλλιτέχνη/ενός ρεύματος. ● Υποκ.: μηνυματάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό μήνυμα (επίσ.) 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. & μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: που αποστέλλεται μέσω του διαδικτύου και μπορεί να συνοδεύεται από συνημμένα αρχεία κειμένου, εικόνας ή ήχου. ΣΥΝ. ιμέιλ (1) 2. (γενικότ.) που στέλνεται μέσω κάθε άλλου τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Βλ. εικονομήνυμα, εσεμές. [< αμερικ. electronic mail, 1975], μήνυμα λάθους/σφάλματος: ΠΛΗΡΟΦ. ειδοποίηση που εμφανίζεται στην οθόνη υπολογιστή ή ηλεκτρονικής συσκευής κατά τον εντοπισμό λάθους: ~ ~ κάρτας SIM. ~ ~ κατά την εγκατάσταση/έναρξη ενός λογισμικού/παιχνιδιού. Βλ. κωδικός σφάλματος. [< αγγλ. error message], μηνύματα των καιρών: οι απαιτήσεις ή οι τάσεις μιας εποχής: ανοιχτός/ευαίσθητος στα ~ ~. Ανταποκρίνεται στα/αφουγκράζεται τα ~ ~., ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία, διαφημιστικό μήνυμα βλ. διαφημιστικός ● ΦΡ.: περνάω το μήνυμα: κάνω κάποιον να καταλάβει κάτι: ~σε ~ ότι/να … Ο προσκοπισμός ~ει ~ του εθελοντισμού., πιάνω/παίρνω το μήνυμα (κάποιου) (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, κατανοώ κάτι: Ελπίζω να έπιασες το ~ά μου. Το πήρα το ~, μην ανησυχείς. [< 1: αρχ. μήνυμα 2,3: γαλλ.-αγγλ. message] | |
| 31168 | μηνυματικός | , ή, ό μη-νυ-μα-τι-κός επίθ.: που γίνεται, στέλνεται μέσω μηνυμάτων: ~ή: επικοινωνία (π.χ. στο κινητό, σε ιμέιλ). | |
| 31169 | μήνυση | μή-νυ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. καταγγελία αξιόποινης πράξης στις εισαγγελικές ή αστυνομικές Αρχές, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη: ~ για ανθρωποκτονία/εκβιασμό/εξύβριση/κλοπή/συκοφαντική δυσφήμιση/υπεξαίρεση. ~ κατ' αγνώστων/κατά παντός υπευθύνου. Κάνω/καταθέτω/υποβάλλω ~ εναντίον/σε βάρος κάποιου. Απειλώ με ~/αποσύρω τη ~/εκδικάζεται η ~. Βλ. δια~. ΣΥΝ. έγκληση, καταμήνυση [< αρχ. μήνυσις, γαλλ. plainte] | |
| 31170 | μηνυτήριος | , α, ο μη-νυ-τή-ρι-ος επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στη μήνυση, που περιέχει μήνυση: ~α: αγωγή. Κατέθεσε/υπέβαλε ~α αναφορά κατά παντός υπευθύνου/εναντίον του ... Βλ. -τήριος. | |
| 31171 | μηνυτής | μη-νυ-τής ουσ. (αρσ.) , μηνύτρια (η): ΝΟΜ. πρόσωπο που υποβάλλει μήνυση: Η δίκη άρχισε με την κατάθεση του ~ή.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. ΣΥΝ. εγκαλών, ενάγων ΑΝΤ. εγκαλούμενος, εναγόμενος [< 1: γαλλ. plaignant 2: αρχ. μηνυτής] | |
| 31172 | μηνύω | μη-νύ-ω ρ. (μτβ.) {μήνυ-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -όμενος}: ΝΟΜ. υποβάλλω μήνυση εναντίον κάποιου: Τον ~σε για πρόκληση σωματικής βλάβης/σεξουαλική παρενόχληση. Βλ. δια~, προμηνύει. ΣΥΝ. καταμηνύω [< αρχ. μηνύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ