| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31133 | μηλοειδή | [μηλοειδῆ] μη-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. οπωροφόρα δέντρα που παράγουν καρπούς σε σχήμα μήλου· συνεκδ. τα αντίστοιχα φρούτα. Βλ. αχλαδιά, κυδωνιά, μηλιά, μουσμουλιά, πυρηνόκαρπα. [< μτγν. μηλοειδής] | |
| 31134 | μηλόκρασο | μη-λό-κρα-σο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μηλίτης. | |
| 31135 | μηλολόνθη | μη-λο-λόν-θη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κολεόπτερο έντομο (επιστ. ονομασ. Melolontha melolontha) που μοιάζει με σκαθάρι του οποίου η προνύμφη καταστρέφει τις καλλιέργειες. Βλ. χρυσόμυγα. ΣΥΝ. χρυσοκάνθαρος (2) [< αρχ. μηλολόνθη] | |
| 31136 | μηλόξιδο | μη-λό-ξι-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το προϊόν της ζύμωσης μηλίτη οίνου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, αλλά και για θεραπευτικούς σκοπούς: μαρούλι με ~.|| Σαμπουάν με ~. | |
| 31137 | μηλόπιτα | μη-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό με γέμιση κομμάτια μήλου, που ψήνεται στον φούρνο. Βλ. -πιτα. | |
| 31138 | μηλοροδακινιά | μη-λο-ρο-δα-κι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. νεκταρινιά. | |
| 31139 | μηλωτή | μη-λω-τή ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): προβιά· συνεκδ. το αντίστοιχο ένδυμα. [< μτγν. μηλωτή ‘δέρμα προβάτου ή κριαριού’] | |
| 31140 | μην | βλ. μη | |
| 31141 | μήνα | μή-να μόρ. (λαϊκό-λογοτ.): (σε δημοτικά τραγούδια· εισάγει ευθείες ερωτήσεις, στις οποίες η απάντηση είναι συνήθ. αρνητική) μήπως. Βλ. ανθυποφορά. [< μεσν. μήνα] | |
| 31142 | μηναίο | [μηναῖο] μη-ναί-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. μηνολόγιο. [< μεσν. μηναίον] | |
| 31143 | μήνας | μή-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ός (λαϊκό) -ού | -ών} 1. καθεμιά από τις δώδεκα υποδιαιρέσεις του ηλιακού έτους· το χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων εβδομάδων: επόμενος/ζεστός/κρύος/προηγούμενος/τρέχων ~. Ο δεύτερος/ενδέκατος ~ του χρόνου. ~ εικαστικών τεχνών/προσφορών. Διεθνής ~ φωτογραφίας/χορού. Ο ~ έχει 30/31 μέρες (εκτός από τον Φεβρουάριο). Αστρολογικές προβλέψεις/εορτολόγιο ~ός. Στο πρώτο/δεύτερο δεκαπενθήμερο/στα τέλη του ~ός. Κυκλοφορεί κάθε πρώτη του ~ός. (Αριθμός και διάρκεια κλήσεων) ανά ~α. Μείωση των κερδών κατά τον ~α Αύγουστο. Ονόματα ~ών (: Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος). Εντός του ~ός (: μέσα στον ~α) ... Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό μέχρι τις 24 του ~ός.|| Ημερολογιακός ~. Αποδοχές/παράταση ενός ~ός. Μετά/πριν από έναν ~α. Βρέφος δύο ~ών. Περίοδος τριών ~ών (= τρίμηνο). Είμαι έγκυος επτά ~ών. Διορία/επίδοση/σύμβαση (διάρκειας) έξι ~ών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα ~ών. Πόσα παίρνεις το(ν) ~α;|| (αόριστα) Δεν έχω νέα του εδώ και ~ες (: εδώ και πολύ καιρό). Βλ. ανθρωπο~. 2. το μηνιάτικο: Μου χρωστάει τρεις ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: αστρικός μήνας: ΑΣΤΡΟΝ. ο χρόνος που απαιτείται για μια πλήρη περιστροφή της Σελήνης γύρω από τη Γη ή γύρω από τον άξονά της, ο οποίος ισούται με 27 ημέρες, 7 ώρες, 43 λεπτά και 4,5 δευτερόλεπτα., σεληνιακός/συνοδικός μήνας: ΑΣΤΡΟΝ. περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών πανσελήνων, η οποία διαρκεί 29 ημέρες, 12 ώρες και 44 λεπτά., ο μήνας του μέλιτος βλ. μέλι ● ΦΡ.: βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα: για άτομο που εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις, αποκομίζοντας οφέλη. ΣΥΝ. βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει, είμαι/μπαίνω/μπήκα στο(ν) μήνα μου: στον τελευταίο μήνα της κύησης, δηλ. τον ένατο., μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει: για όσους έχουν σταθερό μηνιαίο εισόδημα και κατ' επέκτ. για παγιωμένη κατάσταση: ~ ~ το μηνιάτικο θα πέσει. Βλ. χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει., (και/κι) ο μήνας έχει εννιά βλ. εννέα, Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να 'σουν δυο φορές τον χρόνο βλ. Αύγουστος, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, ο μήνας που τρέφει τους έντεκα βλ. τρέφω, τον μήνα που δεν έχει Σάββατο βλ. Σάββατο [< μεσν. μήνας] | |
| 31144 | μηνάω | μη-νά-ω ρ. (μτβ.) {μην-άς ...| κυρ. στον αόρ. μήν-υσα} & μηνώ (λαϊκό-λογοτ.): στέλνω μήνυμα, ειδοποιώ, πληροφορώ, αναγγέλλω: Του ~υσε να φύγει/ότι πρέπει να ... [< μεσν. μηνώ] | |
| 31145 | μήνη1 | μή-νη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): μισοφέγγαρο και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα. Πβ. μηνίσκος. [< αρχ. μήνη] | |
| 31146 | μήνη2 | μή-νη ουσ. (θηλ.) & μήνις (αρχαιοπρ.): θυμός, οργή: Οι εξαγγελίες της κυβέρνησης ξεσήκωσαν/προκάλεσαν τη ~η του λαού. Πβ. μάνητα. [< αρχ. μῆνις] | |
| 31148 | μηνιαίος | , α, ο [μηνιαῖος] μη-νι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που αντιστοιχεί σε έναν μήνα, που έχει διάρκεια ενός μήνα, που γίνεται ή εκδίδεται κάθε μήνα: ~ος: έλεγχος/κατάλογος/λογαριασμός/μέσος όρος/μισθός/προγραμματισμός/φόρος. ~α: δόση/έκθεση/επιθεώρηση/μεταβολή/πρόβλεψη/σύνταξη. ~ο: έντυπο/κόστος. ~ες: αποδοχές. ~α: δελτία/έξοδα/στατιστικά/στοιχεία/τέλη. Σε ~α βάση. Πβ. μηνιάτικος. Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: μηνιαία & (λόγ.) μηνιαίως [< αρχ. μηνιαῖος] | |
| 31150 | μηνιάτικος | , η, ο μη-νιά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): μηνιαίος. Κυρ. στο ● Ουσ.: μηνιάτικο (το): μισθός ή ενοίκιο ενός μήνα: Ξόδεψε όλο το ~ σε ... Δεν του φτάνει το ~. Τους οφείλουν αρκετά ~α. [< μεσν. μηνιάτικος] | |
| 31151 | μήνιγγα | μή-νιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα τρία μεμβρανώδη περιβλήματα που καλύπτουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό: λεπτή (: που αποτελείται από τη χοριοειδή και την αραχνοειδή ~ και ακουμπά πάνω στην επιφάνεια του εγκεφάλου)/σκληρή ~. [< αρχ. μῆνιγξ, γαλλ. méninge, αγγλ. meninx] | |
| 31152 | μηνίγγι & μελίγγι & μηλίγγι | μη-νίγ-γι ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. μήνιγγα. ● μηνίγγια (τα) (προφ.): κρόταφοι: Ο πόνος τον χτύπαγε στα ~. [< μτγν. μηνίγγιον] | |
| 31153 | μηνιγγικός | , ή, ό μη-νιγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στη μήνιγγα: ~ός: όγκος (πβ. μηνιγγίωμα). ~ή: αιμορραγία/αρτηρία/φλεγμονή. [< γαλλ. méningé, αγγλ. meningeal] | |
| 31154 | μηνιγγισμός | μη-νιγ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. σύνολο συμπτωμάτων παρόμοιων με αυτών της μηνιγγίτιδας, χωρίς όμως λοίμωξη των μηνίγγων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. méningisme, αγγλ. meningism(us)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ