Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31840-31860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31173μηνώβλ. μηνάω
31174μήπωςμή-πως σύνδ. 1. εισάγει ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις και δηλώνει απορία, άγνοια: ~ μπορείτε να με βοηθήσετε; ~ έχει δίκιο; ~ τον ξέρεις; ~ ζητάς πολλά; ~ την είδε κανείς;|| Διερωτώμαι/σκέφτομαι ~ (= αν) θα έπρεπε να του τηλεφωνήσω.|| (σε ρητορικές ερωτήσεις, ισοδυναμεί με έντονη άρνηση, αν η πρόταση είναι καταφατική και αντίστροφα, έντονη κατάφαση, αν η πρόταση είναι αρνητική:) ~ μου έχει πει ποτέ την αλήθεια; (: δεν μου έχει πει ποτέ την αλήθεια). ~ δεν ήξερε ότι σήμερα γιορτάζω; (: το ήξερε). Πβ. λες κ(α)ι, σάμπως.|| (απόλυτα στο τέλος πρότασης) -Δεν πιστεύω να βγεις έξω. -Όχι, έχω διάβασμα. (με έντονο ύφος) -Α, είπα ~ (ενν. βγεις)! 2. εισάγει δευτερεύουσες ενδοιαστικές προτάσεις: Ανησυχούσε ~ (τυχόν) διαρρεύσει η πληροφορία. Φοβάμαι ~ βρέξει και αναβληθεί η εκδρομή. Πβ. μη, μπας και. 3. (ως ουσ.) δηλωτικό προβληματισμού, ανησυχίας: Τα ~ και τα γιατί. Είναι πολλά τα ~ που με βασανίζουν. ● ΦΡ.: μήπως (τυχόν) και: συνήθ. για να δηλωθεί ενδεχόμενο, επιθυμία ή σκοπός: Τηλεφώνησε πρώτα, ~ ~ έχει αλλάξει το πρόγραμμα. Περίμενα μία ώρα, ~ ~ ερχόταν, αλλά τίποτα., ή μήπως βλ. ή [< αρχ. μή πως, μήπως]
31175μηραλγίαμη-ραλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος του μηρού ή των μηρών: παραισθητική ~. Βλ. -αλγία. [< γαλλ. méralgie, αγγλ. meralgia]
31176μηριαίος, α, ο [μηριαῖος] μη-ρι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή βρίσκεται στον μηρό: ~ος: δακτύλιος/μυς. ~α: αρτηρία/κεφαλή/φλέβα. ~ο: νεύρο/οστό/τρίγωνο. Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: τετρακέφαλος (μηριαίος μυς) βλ. τετρακέφαλος [< μτγν. μηριαῖος]
31177μηροκήλημη-ρο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πρόπτωση εντέρου στο σημείο του μηριαίου δακτυλίου. Βλ. -κήλη. [< μτγν. μηροκήλη, γαλλ. mérocèle]
31178μηρόςμη-ρός ουσ. (αρσ.) ΑΝΑΤ. 1. το ανώτερο τμήμα του ποδιού του ανθρώπου, που εκτείνεται από τη λεκάνη ως το γόνατο· το αντίστοιχο τμήμα στα πίσω άκρα των τετράποδων ζώων και στα σκέλη των πτηνών: αριστερός/δεξιός ~. Έξω/έσω επιφάνεια/μύες του ~ού. ΣΥΝ. μπούτι (1) 2. (ειδικότ.) το μηριαίο οστό: άρθρωση/κάταγμα ~ού. [< αρχ. μηρός]
31179μηρυκάζειμη-ρυ-κά-ζει ρ. (μτβ.) {μηρύκασε, μηρυκάζ-οντας, σπάν. στο α’ πρόσ.} 1. (για χορτοφάγο θηλαστικό) ξαναμασά την τροφή που έχει καταπιεί, επαναφέροντάς τη στη στοματική κοιλότητα: Οι αγελάδες/τα αμνοερίφια ~ουν. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) λέει συχνά κάτι ήδη γνωστό, επανέρχεται στα ίδια και στα ίδια: ~ουν τις πλέον δημοφιλείς κοινοτοπίες. Πβ. ανα~, αναμασώ, πιπιλίζω. [< 1: αρχ. μηρυκάζω]
31180μηρυκασμόςμη-ρυ-κα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (για χορτοφάγο θηλαστικό) επαναφορά στο στόμα και αναμάσηση της τροφής που βρισκόταν στο στομάχι. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) στείρα επανάληψη των ίδιων λόγων, απόψεων, πεποιθήσεων: ~ θέσεων/ιδεών/του παρελθόντος/στερεοτύπων. Πβ. αναμάσημα, πιπίλισμα. [< μεσν. μηρυκασμός]
31181μηρυκαστικόμη-ρυ-κα-στι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} φυτοφάγο θηλαστικό ζώο (αγελάδα, κατσίκα) που αναμασά την τροφή του, επαναφέροντάς την από το στομάχι στο στόμα. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που επαναλαμβάνει ή ενστερνίζεται κοινότοπα λόγια και ιδέες. [< γαλλ. ruminant]
31182ΜΗΣΥΦΑ& ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. (τα): Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα.
31183μητάτοβλ. μιτάτο
31184μήτεμή-τε σύνδ. (λογοτ.): ούτε: Δεν έχω ~ σπίτι ~ δουλειά. ~ ακούει ~ βλέπει. ~ το ένα ~ το άλλο. (εμφατ.) ~ να την κοιτάξω δεν μπορούσα. ● ΦΡ.: ούτε/μήτε που βλ. ούτε [< αρχ. μήτε]
31185μητέραμη-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) μήτηρ {μητρ-ός} 1. γυναίκα που έχει γεννήσει ή υιοθετήσει παιδί ή παιδιά: άγαμη/ανύπαντρη/θετή/θηλάζουσα/εργαζόμενη/μέλλουσα/πολύτεκνη/στοργική/χωρισμένη ~. ~ ανήλικων παιδιών/διδύμων. Το γάλα της ~ας. Η γιορτή της ~ας. Ο δεσμός/η σχέση ~ας-γιου/κόρης. Ορφανός από ~. Αδέρφια από την ίδια ~ (= ομομήτρια). Η ~ του γαμπρού/της νύφης. Ονοματεπώνυμο ~ας/~ός. Ωράριο ~ων. Έγινε ~ σε ηλικία είκοσι ετών. Την έχω σαν (δεύτερη) ~ μου. Η ~ της ~ας μου (= γιαγιά). Πβ. μαμά, μάνα.|| (ως προσφών. σε πεθερά) ~, τι να σας φέρω;|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Θεού/Χριστού (: η Παναγία).|| Η ~ των θεών (: διαφορετική για κάθε πολυθεϊστική θρησκεία, π.χ. στην ελληνική μυθολογία η Ρέα). Βλ. πατέρας. 2. θηλυκό ζώο που έχει γεννήσει. 3. (μτφ.) πηγή δημιουργίας, προέλευσης, γενεσιουργός παράγοντας: η ~ γη/φύση. Η αδικία είναι η ~ της βίας. ● Υποκ.: μητερούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική μητέρα 1. η γυναίκα που δανείζει τη μήτρα της και γεννά το εμφυτευμένο έμβρυο. 2. εκείνη που γέννησε ένα παιδί, συνήθ. σε αντίθεση με εκείνη που το μεγάλωσε. ΣΥΝ. φυσική. ΑΝΤ. θετή., κοινωνική μητέρα: αυτή που ανατρέφει το παιδί., μητέρα (όλων) των μαχών (μτφ.): η καθοριστική, σημαντικότερη μάχη: Ο αποψινός αγώνας αποτελεί τη ~ ~ για την εθνική μας ομάδα. Η ~ ~ θα κρίνει τον πρωταθλητή., μητέρα γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή από την οποία προήλθαν εξελικτικά άλλες γλώσσες, η κοινή γλωσσική τους πρόγονος: αναγωγή των ευρωπαϊκών γλωσσών σε μια κοινή ~ ~., παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα: αυτή που κυοφορεί γονιμοποιημένο ωάριο άλλης γυναίκας ή γενικότ. γυναίκα που κυοφορεί έμβρυο, το οποίο, όταν γεννήσει, δεν θα το αναθρέψει η ίδια. Βλ. παρένθετη μητρότητα. [< αγγλ. surrogate mother, 1978, γαλλ. mère porteuse/d’emprunt/de substitution, 1984] , πνευματική μητέρα: η νονά· η Εκκλησία ή η Παναγία., τεκμαιρόμενη μητέρα: αυτή που αποκτά παιδί μέσω παρένθετης μητέρας., φυσική μητέρα: εκείνη που κυοφορεί και γεννά το έμβρυο., η μαμά/η μητέρα πατρίδα βλ. μαμά ● ΦΡ.: αργία μήτηρ πάσης κακίας βλ. αργία, η επανάληψη είναι μητέρα της μάθησης/μαθήσεως βλ. μάθηση [< μεσν. μητέρα < αρχ. μήτηρ]
52995μήτηρ υμών

[ὑμῶν] υ-μών προσ. αντων. (αρχαιοπρ.): γεν. πληθ. της αντων. εσύ: πλην ~ (: εκτός από εσάς). Μεταξύ ημών και ~ (: ανάμεσα σε εμάς και εσάς). Βλ. υμείς. ● βλ. εγώ [< αρχ. ὑμῶν]

58782μήτηρ υμών
31186μήτραμή-τρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες όργανο στην πυελική κοιλότητα της γυναίκας και των υπόλοιπων θηλυκών θηλαστικών, όπου αναπτύσσεται το γονιμοποιημένο ωράριο και διατρέφεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του: διπλή/τεχνητή ~. Αιμορραγία/αφαίρεση/διάτρηση/έλλειψη/ινομυώματα/οι μύες/πρόπτωση/ρήξη/σύσπαση/τοιχώματα/υπερηχογράφημα ~ας. Καρκίνος (του τραχήλου) της ~ας. Βλ. αιδοίο, κόλπος, μυομήτριο. 2. καλούπι: ~ δίσκου. Μεταλλικές/πήλινες ~ες. ~ες κεραμικών/χαρακτικών. 3. ΜΑΘ. διάταξη στοιχείων ή αριθμών σε γραμμές και στήλες τετραγωνικής ή ορθογωνικής μορφής: αντίστροφη ~. Διάγραμμα/ίχνος/ορίζουσα/πολυώνυμα ~ας. 4. (μτφ.) ό,τι δημιουργεί, διαμορφώνει κάτι άλλο: ~ του πολιτισμού. 5. ΝΑΥΤ. (σπάν.) νήμα σχοινιού γύρω από το οποίο πλέκονται τα υπόλοιπα νήματά του: τρίκλωνη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα: μήτρα γυναίκας που κυοφορεί για λογαριασμό υπογόνιμου ζευγαριού: εμφύτευση εμβρύου σε ~ ~. Βλ. παρένθετη μητρότητα., αδράνεια της μήτρας βλ. αδράνεια, δίκερη/δίκερος μήτρα βλ. δίκερος, μονόκερος/-η μήτρα βλ. μονόκερος, παλινδρόμηση της μήτρας βλ. παλινδρόμηση [< 1: αρχ. μήτρα, γαλλ. utérus 2,3: γαλλ. matrice 4: μτγν. ~]
31187μητριάμη-τρι-ά ουσ. (θηλ.): γυναίκα που αναλαμβάνει τον ρόλο της μητέρας για τα παιδιά που έχει ο σύζυγός της από προηγούμενο γάμο· θετή μητέρα: (συχνά σε παραμύθια, με αρνητ. συνυποδ.) κακιά ~. Βλ. πατριός. [< αρχ. μητρυιά]
31188μητριαίος, α, ο [μητριαῖος] μη-τρι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στη μήτρα: ~α: αρτηρία/κοιλότητα. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. ενδομήτριος, μητρικός2 [< αγγλ. uterine]
31189μητριαρχίαμη-τρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κοινωνικό σύστημα στο οποίο η γυναίκα κατέχει κυρίαρχη θέση στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Βλ. -αρχία, πατριαρχία. [< γερμ. Matriarchat, γαλλ. matriarcat, αγγλ. matriarchy]
31190μητριαρχικός, ή, ό μη-τρι-αρ-χι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αναφέρεται στη μητριαρχία: ~ός: πολιτισμός. ~ή: κοινωνία/οικογένεια. ~ό: καθεστώς. Βλ. πατριαρχικός. [< γερμ. matriarchalisch, γαλλ. matriarcal, αγγλ. matriarchal]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.