Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31860-31880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31191μητρικός1, ή, ό μη-τρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μητέρα: ~ός: δεσμός/θηλασμός/ρόλος. ~ή: αγάπη/αγκαλιά/θνησιμότητα/στοργή/συμπεριφορά/φροντίδα. ~ό: αίμα/γάλα/ένστικτο/πρότυπο/σύμπλεγμα/φίλτρο. ~ά: αντισώματα/γονίδια/κύτταρα. Στερήθηκε το ~ό χάδι. Βλ. πατρικός. 2. (μτφ.) που αποτελεί πηγή δημιουργίας ή προέλευσης για κάτι, αρχικός: ~ός: πολιτισμός/πυρήνας. ~ό: άστρο/διαστημόπλοιο/σκάφος. ~ά: κύτταρα.|| ~ή: φυτεία (για την παραγωγή μοσχευμάτων). ~ό: φυτό. ● επίρρ.: μητρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μητρική (κάρτα/πλακέτα): ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα τυπωμένου κυκλώματος σε ηλεκτρονικό υπολογιστή που περιέχει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας. [< αγγλ. motherboard, 1971] , μητρική εταιρεία: ΟΙΚΟΝ. η οποία κατέχει πάνω από το 51% των μετοχών μίας ή περισσότερων εταιρειών: ~ές και θυγατρικές ~ες., μητρικό πέτρωμα: ΓΕΩΛ. το αρχικό πέτρωμα από το οποίο προήλθε η εδαφογένεση. [< γερμ. Muttergestein] , μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, φυσικός/μητρικός ομιλητής βλ. φυσικός [< αρχ. μητρικός, γαλλ. maternel]
31192μητρικός2, ή, ό μη-τρι-κός2 επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στη μήτρα: ~ή: αιμορραγία. ΣΥΝ. μητριαίος ● Ουσ.: μητρικά (τα) (προφ.): παθήσεις της μήτρας ή η έμμηνος ρύση. Πβ. γυναικολογικά (τα).
31193μητρίτιδαμη-τρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της μήτρας. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. métrite, αγγλ. metritis]
31194μητρο- & μητρ-: ΙΑΤΡ. το ουσιαστικό μήτρα ως α' συνθετικό ιατρικών όρων: μητρο-ρραγία. Μητρο-σκόπιο.|| Μητρ-ίτιδα.
31195μητρο- & μητρ- & μητρι-: πρόθημα λέξεων που αναφέρονται στη μητέρα: μητρο-κτονία. Μητρ-ώνυμο. Μητρ-ότητα. Βλ. πατρο-.|| Μητρι-αρχία.
31196μητρογονίαμη-τρο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ιδιότητα που προέρχεται ή απορρέει από τη μητέρα: εκ ~ας πρόσφυγες (= μητρόθεν). Βλ. -γονία.
31197μητρογραμμικός, ή, ό μη-τρο-γραμ-μι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που αναφέρεται στο σύστημα συγγένειας το οποίο καθορίζει την καταγωγή, τη γενεαλογία των παιδιών από τη μητέρα: ~ή: δομή/κοινωνία. ΑΝΤ. πατρογραμμικός [< αγγλ. matrilineal, 1904, γαλλ. matrilinéaire, 1936]
31198μητρόθενμη-τρό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από το γένος της μητέρας: Κατάγεται ~ από ... Βλ. -θεν, πατρόθεν. [< αρχ. μητρόθεν]
31199μητροκτονίαμη-τρο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δολοφονία της μητέρας από το παιδί της. Βλ. -κτονία. [< μτγν. μητροκτονία]
31200μητροκτόνοςμη-τρο-κτό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): άτομο που σκότωσε τη μητέρα του. Βλ. -κτόνος, πατροκτόνος. [< αρχ. μητροκτόνος]
31201μητρομανήςμη-τρο-μα-νής επίθ. {μόνο στο θηλ.} (λόγ.): νυμφομανής. Βλ. -μανής. [< μεσν. μητρομανής 'υστερικός']
31202μητροπάρθενοςμη-τρο-πάρ-θε-νος επίθ./ουσ.: ΕΚΚΛΗΣ. προσφώνηση της Θεοτόκου που, αν και μητέρα, διατήρησε την παρθενία της. [< μτγν. μητροπάρθενος]
31203μητρόπολημη-τρό-πο-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Μ., συνήθ. προηγείται το "Ιερά") ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, υποδιαίρεση της ορθόδοξης Εκκλησίας· το αξίωμα και η έδρα του μητροπολίτη: ~όλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο πρωτοσύγκελλος/το φιλανθρωπικό έργο/η χορωδία της ~ης ... Παραίτηση από τον θρόνο της ~ης/από τη ~ ... Υπηρέτησε στη ~ ... 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κατ' επέκτ.) μεγαλοπρεπής ναός, αφιερωμένος κατά κανόνα στον πολιούχο Άγιο της πόλης, όπου συνήθ. λειτουργεί ο μητροπολίτης: Η πομπή θα ξεκινήσει από την Ιερά ~. 3. (μτφ.) για περιοχή, πόλη όπου αναπτύσσεται έντονη δραστηριότητα σε διάφορους τομείς: οικονομική/πνευματική/πολιτική ~. 4. μεγάλο αστικό κέντρο: δυτικές/καπιταλιστικές ~όλεις. Πβ. πρωτεύουσα. 5. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα) πόλη-κράτος που ίδρυε αποικίες· κατ' επέκτ. νεότερο κράτος που έχει δημιουργήσει αποικίες. [< 1: μτγν., μεσν. μητρόπολις 2,3,4: γαλλ. métropole, αγγλ. metropolis 5: αρχ. μητρόπολις]
31204μητροπολίτηςμη-τρο-πο-λί-της ουσ. (αρσ.) {κ. (λαϊκό) μητροπολιτάδες}: ΕΚΚΛΗΣ. επίσκοπος επικεφαλής εκκλησιαστικής περιφέρειας (μητρόπολης): αοίδιμος/μακαριστός/σεβασμιότατος ~. Έδρα/εκλογή/ενθρόνιση/χειροτονία ~η. Βλ. -ίτης1. ● ΦΡ.: η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη βλ. νύχτα [< πβ. μτγν. μητροπολίτης 'κάτοικος μητροπόλεως', μεσν. μητροπολίτης]
31205μητροπολιτικός, ή, ό μη-τρο-πο-λι-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στη μητρόπολη (ως μεγάλο αστικό κέντρο ή ως χώρα που έχει αποικίες): ~ός: δήμος/σχεδιασμός/φορέας αστικών συγκοινωνιών. ~ή: διακυβέρνηση/διοίκηση/περιοχή/περιφέρεια. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την εκκλησιαστική μητρόπολη ή τον μητροπολίτη: ~ός: θρόνος/ναός (πβ. καθεδρικός). ~ή: έδρα. ~ό: συμβούλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μητροπολιτικός σιδηρόδρομος βλ. σιδηρόδρομος [< 1: μτγν. μητροπολιτικός 2: μεσν. ~]
31206μητρορραγίαμη-τρορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε παθολογική αιμορραγία της μήτρας (εκτός δηλ. της φυσιολογικής εμμήνου ρύσεως): δυσλειτουργική ~. Συμπτώματα της ~ας. Βλ. -ρραγία. [< γαλλ. métrorragie, αγγλ. metrorrhagia]
31207μητροσκόπιομη-τρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ειδικό ενδοσκόπιο για την εξέταση της μήτρας ή/και του κόλπου. Βλ. κολποσκόπιο, -σκόπιο. ΣΥΝ. υστεροσκόπιο [< γαλλ. métroscope, αγγλ. metroscope]
31208μητρότηταμη-τρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η κατάσταση, η ιδιότητα της γυναίκας που είναι ή πρόκειται να γίνει μητέρα, η σχέση με τα παιδιά της και ο αντίστοιχος ρόλος: το ένστικτο/η χαρά της ~ας. ~ και καριέρα. Βλ. -ότητα, πατρότητα. || Βοηθός ~ας, τοκετού και λοχείας. 2. ΝΟΜ. συνταγματικά κατοχυρωμένος θεσμός που προστατεύει τη γυναίκα ως μητέρα: άδεια/ασφάλιση/επίδομα/παροχές ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: παρένθετη μητρότητα & (σπάν.) υποκατάστατη μητρότητα: κυοφορία γονιμοποιημένου ωαρίου άλλης γυναίκας· δανεισμός μήτρας. Βλ. παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα. [< αγγλ. surrogate motherhood] , προστασία (της) μητρότητας: ΝΟΜ. το σύνολο των νομοθετικών διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της γυναίκας που είναι ή πρόκειται να γίνει μητέρα. [< μτγν. μητρότης, γαλλ. maternité]
31209μητρώνυμομη-τρώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το όνομα της μητέρας. Βλ. πατρώνυμο.
31210μητρώο[μητρῷο] μη-τρώ-ο ουσ. (ουδ.): επίσημος κατάλογος, κυρ. προσώπων με κοινή ιδιότητα· κατ' επέκτ. η δημόσια Αρχή, η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την κατάρτιση, ενημέρωση ή και τήρησή του: γενικό/δημόσιο/εθνικό/ειδικό/ελληνικό/εμπορικό/ευρωπαϊκό/ηλεκτρονικό ~. ~ αγροτών/ανέργων/ανώνυμων εταιρειών/αξιολογητών/ασθενών/εκπαιδευτών/επιχειρήσεων/εργαζομένων/εργοδοτών/κοινωνικής ασφάλισης/µαθητών/μελών/πάγιων περιουσιακών στοιχείων/προπονητών/συμβούλων/συνταξιούχων/φοιτητών. Αριθμός/αρχεία/εκκαθάριση/συγκρότηση/σύνταξη ~ου. Απογραφή/εγγραφή στο ~ (π.χ. ασφαλισμένων). Διαγραφή από ένα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ποινικό μητρώο: στο οποίο εγγράφονται όσοι έχουν καταδικαστεί, οι αξιόποινες πράξεις τους και οι αντίστοιχες ποινές· το σχετικό αντίγραφο: βεβαρημένο/λερωμένο ~ ~. Καθαρό/λευκό ~ ~ (: όταν δεν έχει καταδικαστεί κάποιος). Αντίγραφο/απόσπασμα/πιστοποιητικό ~ού ~ου. [< γερμ. Strafregister] , στρατολογικό μητρώο: ΣΤΡΑΤ. στο οποίο εγγράφονται οι στρατεύσιμοι πολίτες από τα στρατολογικά γραφεία., φορολογικό μητρώο: στο οποίο εγγράφονται οι φορολογούμενοι πολίτες από τις κατά τόπους εφορίες: αριθμός ~ού ~ου (ακρ. ΑΦΜ)., μητρώο αρρένων βλ. άρρην ● ΦΡ.: Βιβλίο Μητρώου Μαθητών/Μητρώο Μαθητών: μαθητολόγιο. [< αρχ. Μητρῷον, γαλλ. matricule]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.