| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31211 | μηχαν- | βλ. μηχανο- | |
| 31212 | μηχανάκι | μη-χα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) δίκυκλο όχημα, μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού: Ανεβαίνω σε/νοικιάζω/οδηγώ ~. Ζητείται άτομο με ~ για διανομή περιοδικού. Πβ. μοτοποδήλατο, σκούτερ. ΣΥΝ. παπάκι (2) 2. μικρό μηχάνημα: ψάρεμα με ελαφρύ εξοπλισμό (καλάμι και ~).|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ια για τη μέτρηση της τηλεθέασης. 3. (σπάν.-μτφ.-προφ.) για πρόσωπο που είναι υπερβολικά δραστήριο ή που εργάζεται ασταμάτητα, συνήθ. χωρίς να αναλαμβάνει ο ίδιος πρωτοβουλίες. | |
| 31213 | μηχανάκιας | μη-χα-νά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): μηχανόβιος. Βλ. -άκιας. | |
| 31214 | μηχανέλαιο | μη-χα-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): λιπαντικό λάδι για τα κινητά τμήματα μηχανής και την αποφυγή τριβών μεταξύ τους: (ημι)συνθετικό ~. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. λιπαντέλαιο, μηχανόλαδο, ορυκτέλαιο | |
| 31215 | μηχάνευμα | μη-χά-νευ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τέχνασμα: παραπλανητικό ~. | |
| 31216 | μηχανεύομαι | μη-χα-νεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {μηχανεύτηκε} (αρνητ. συνυποδ.): επινοώ τέχνασμα, σχέδιο, για να πετύχω κάτι ή να ξεγελάσω κάποιον: Στη φυλακή άρχισε να ~εται τρόπους για να αποδράσει. ΣΥΝ. σκαρφίζομαι, σοφίζομαι, τεχνάζομαι [< αρχ. μηχανεύομαι] | |
| 31217 | μηχανή | μη-χα-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύνθετη συνήθ. συσκευή η οποία μεταδίδει, μετατρέπει ή χρησιμοποιεί ενέργεια, για να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία: αλωνιστική/ανυψωτική/γεωργική/εκτυπωτική/θερμική/κινηματογραφική/ξυριστική/πλεκτική/σύγχρονη/συρραπτική/τυπογραφική/φορολογική ~. ~ αποτρίχωσης/γραφείου/(αλέσεως) καφέ/παραγωγής (φύλλου)/πλαστικοποίησης/πώλησης (π.χ. εισιτηρίων)/συσκευασίας. Άνθρωπος και ~. Ανταλλακτικά/αντικατάσταση/απόδοση/βλάβη/εξαρτήματα/ισχύς/κατασκευή/συντήρηση/σύστημα ελέγχου/χειριστής ~ής. Ψιλή ~ κουρέματος. Παγωτό ~ής. Χαλιά χειροποίητα και ~ής. Φτιαγμένο με τη ~. Πβ. μηχάνημα. Βλ. γραφο~, ραπτο~.|| Απλή/αυτόματη/οικονομική ~ (: που εξοικονομεί ενέργεια και είναι φτηνή). 2. μοτοσικλέτα μεγάλου συνήθ. κυβισμού: ~ αγώνων. Βλ. σούζα. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας: ~ αυτοκινήτου/σκάφους. Ανάβω/βάζω μπρος/ζεσταίνω/σβήνω τη ~.|| ~ τρένου. 4. (μτφ.) οργανωμένο σύνολο ατόμων ή υπηρεσιών που λειτουργούν για την επίτευξη ενός σκοπού, την παραγωγή ενός έργου: διοικητική/κυβερνητική/οικονομική/πολιτική ~. Εκσυγχρονισμός της δημοτικής ~ής.|| Καλοκουρδισμένη ~ (: που έχει αποτελεσματική λειτουργία). 5. (μτφ.) για πρόσωπο που κάνει κάτι μηχανικά και αποτελεσματικά: Να ξεκουραστώ λίγο, δεν είμαι ~. Πβ. μηχανάκι, ρομπότ. 6. (σπάν.-μτφ.) δόλος, κόλπο: Στήνω ~ εις βάρος/εναντίον/κατά ... 7. ΑΡΧ. αιώρημα. ● Υποκ.: μηχανούλα (η): στις σημ. 1,2. ● Μεγεθ.: μηχανάρα (η): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή & Αυτόματο Ταμειολογιστικό/Ταμειακό Μηχάνημα (ακρ. ΑΤΜ): υπολογιστική ηλεκτρονική μηχανή που εκτελεί βασικές τραπεζικές συναλλαγές με τη χρήση κάρτας και βρίσκεται σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο, συνήθ. μέσα σε ειδική κατασκευή: ανάληψη από την ~ ~. Απόδειξη/δίκτυο/οθόνη/τροφοδοσία ~ης ~ής ~ής. [< αγγλ. automated teller machine, 1973] , μηχανή αναζήτησης: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικτυακή εφαρμογή η οποία δέχεται λέξεις-κλειδιά και κάνει αναζητήσεις στη βάση δεδομένων που διατηρεί, για να βρει ιστοσελίδες που περιέχουν τις λέξεις αυτές: δημοφιλής/ελληνική/ξένη ~ ~. ~ ~ εργασίας. Πβ. ψαχτήρι. Βλ. γκουγκλ, μεταμηχανή. [< αγγλ. search engine, 1984] , μηχανή του χρόνου: χρονομηχανή., πολεμική μηχανή: (μτφ.) το σύνολο των στρατιωτικών δυνάμεων και εξοπλισμών μιας χώρας., πολιορκητική μηχανή: ΙΣΤ. βαρύ όπλο που χρησιμοποιήθηκε στην Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα: Βλ. καταπέλτης, πολιορκητικός κριός., γαζωτική μηχανή βλ. γαζωτικός, γλώσσα μηχανής βλ. γλώσσα, ηλεκτρική μηχανή βλ. ηλεκτρικός, κρατικός μηχανισμός/κρατική μηχανή βλ. κρατικός, λινοτυπική μηχανή βλ. λινοτυπικός, μηχανή ιόντων βλ. ιόν, μηχανή προβολής βλ. προβολή, μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως βλ. κινητήρας, ταμειακή μηχανή βλ. ταμειακός, υπολογιστική μηχανή βλ. υπολογιστικός, φωτογραφική μηχανή βλ. φωτογραφικός ● ΦΡ.: από μηχανής θεός 1. (μτφ.) παράγοντας που εμφανίζεται απρόσμενα σε μια δυσάρεστη ή αδιέξοδη κατάσταση και δίνει αίσια έκβαση: Σαν ~ ~ ήρθε και έσωσε την εταιρεία από τη χρεοκοπία. 2. ΑΡΧ. θεός που παρουσιαζόταν στο πάνω μέρος της σκηνής του αρχαίου θεάτρου, δίνοντας λύση στο δράμα. Βλ. αιώρημα., δουλεύω σαν μηχανή: με εντατικούς ρυθμούς και συχνά ανιαρά., φουλάρω τις μηχανές βλ. φουλάρω [< αρχ. 1, 6, 7: μηχανή, γαλλ.-αγγλ. machine] | |
| 31219 | μηχάνημα | μη-χά-νη-μα ουσ. (ουδ.): συσκευή που επιτελεί ορισμένη εργασία: ακτινολογικό/αυτόματο/διαγνωστικό/κοπτικό/(οδοντ)ιατρικό/προβολικό (= προτζέκτορας)/φωτοτυπικό ~. ~ ανάγνωσης οπτικών δίσκων/ανάληψης χρημάτων (πβ. ΑΤΜ)/γυμναστικής. Πβ. μηχανή. Βλ. παιγνιομηχανήματα, πολυ~. ● Υποκ.: μηχανηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακυρωτικό μηχάνημα βλ. ακυρωτικός, ανυψωτικά (μηχανήματα) βλ. ανυψωτικός, κωπηλατικό (μηχάνημα/όργανο) βλ. κωπηλατικός [< αρχ. μηχάνημα] | |
| 31220 | μηχανικά | μη-χα-νι-κά επίρρ. & (λόγ.) μηχανικώς [-ῶς] 1. (μτφ.) αυτόματα, ασυναίσθητα, χωρίς σκέψη και βούληση: Εργάζεται/κινείται/υπακούει ~. Επαναλάμβανε κάποιες φράσεις ~. 2. με τη βοήθεια μηχανήματος: Η αναπνοή του υποστηρίζεται ~. 3. σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης των φυσικών σωμάτων: Το φρένο ενεργοποιείται ~. Πβ. τεχνικά. [< 3: μτγν. μηχανικῶς] | |
| 58681 | μηχανική | μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. κλάδος που μελετά την κίνηση και την ισορροπία των σωμάτων, όταν ασκούνται σε αυτά εξωτερικές δυνάμεις: εφαρμοσμένη/θεωρητική/κλασική/κυματική/μοριακή ~. ~ των ουρανίων σωμάτων (βλ. αστρονομία)/των ρευστών/των στερεών/του συνεχούς μέσου. Βλ. βραχο~, εδαφο~, θερμο~, ρευστο~, υδρο~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εφαρμοσμένος κλάδος των θετικών επιστημών που έχει ως στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ανθρώπου μέσω κατασκευών, μηχανισμών και λύσεων: αντισεισμική/βιολογική (= εμβιο~)/γεωργική/βιομοριακή/δομική/ηλεκτρολογική (= ηλεκτρο~)/ηλεκτρονική/πειραματική/τεχνική/χημική ~. ~ βιομηχανικών εγκαταστάσεων/οχημάτων/παραγωγής/υλικών/υπολογιστών, τηλεπικοινωνιών και δικτύων. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική μηχανική & (σπάν.) γονιδιακή τεχνολογία: ΒΙΟΛ. µέθοδοι και τεχνικές για την τροποποίηση των πληροφοριών που περιέχει το DNA και για τη σύνθεση νέων συνδυασµών γενετικού υλικού, συνήθ. με τεχνητή μεταφορά γονιδίων που χαρακτηρίζουν ένα βιολογικό είδος σε ένα άλλο. Βλ. διαγονιδιακός. [< αγγλ. genetic engineering, 1951, γαλλ. ingénierie génétique], περιβαλλοντική μηχανική & μηχανική περιβάλλοντος: ΜΗΧΑΝ.-ΟΙΚΟΛ. εφαρμογή των αρχών και πορισμάτων της μηχανικής με σκοπό την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και την επίλυση περιβαλλοντικών προβλημάτων. [< αγγλ. environmental mechanics], αντίστροφη μηχανική βλ. αντίστροφος, γεωτεχνική μηχανική βλ. γεωτεχνικός, κβαντική μηχανική βλ. κβαντικός, ουράνια μηχανική βλ. ουράνιος [< αρχ. μηχανική, γαλλ. mécanique, αγγλ. mechanics] | |
| 31221 | μηχανικό | μη-χα-νι-κό ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ΣΤΡΑΤ. μάχιμο Όπλο του Στρατού Ξηράς που έχει ως καθήκον του την κατασκευή, τη συντήρηση ή την καταστροφή τεχνικών έργων: έφεδρος αξιωματικός του/κέντρο εκπαίδευσης ~ού. Βλ. πυροβολικό. [< αγγλ. (corps of) engineers] | |
| 31222 | μηχανικός | μη-χα-νι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιστήμονας που ασχολείται με τη μελέτη, τη σχεδίαση και την επίβλεψη της κατασκευής τεχνικών έργων, τη λειτουργία μηχανημάτων και βιομηχανικών εφαρμογών: αεροναυπηγός/αρχιτέκτων/ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός/μηχανολόγος/τοπογράφος ~. ~ ηλεκτρονικών υπολογιστών/μεταλλείων/ορυκτών πόρων/περιβάλλοντος. Βλ. αρχι~, υπο~. 2. τεχνίτης ειδικευμένος στον χειρισμό, τη συντήρηση και την επισκευή μηχανών: ~ αεροσκαφών/αυτοκινήτων/γεωργικών μηχανημάτων. (Επαγγελματική) Άδεια Πρακτικού ~ού. 3. (στο Εμπορ. Ναυτικό) βαθμοφόρος υπεύθυνος για τις μηχανές του πλοίου: δίπλωμα/ειδικότητα ~ού Α'/Β'/Γ' τάξης. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικός μηχανικός βλ. πολιτικός, χημικός μηχανικός βλ. χημικός [< αρχ. μηχανικός, γαλλ. mécanicien, ingénieur] | |
| 31223 | μηχανικός | , ή, ό μη-χα-νι-κός επίθ. 1. που αποτελείται από, γίνεται, λειτουργεί ή σχετίζεται με μηχανές ή μηχανισμούς: ~ός: αερισμός/διάδρομος (γυμναστικής)/εξοπλισμός/καθαρισμός/τροχός. ~ή: ανακύκλωση/ανάλυση/βελτίωση/βλάβη/διάταξη/εγκατάσταση/εκτύπωση/επεξεργασία/καλλιέργεια/κατασκευή/μέτρηση/συγκομιδή (γεωργικών προϊόντων)/υποδομή/υποστήριξη (της καρδιάς). ~ό: κλειδί/μέρος/πρόβλημα/ρολόι. ~ές: φθορές. ~ά: εργαλεία/μέσα/μολύβια/παιχνίδια/συστήματα. Έκθεση σε ~ούς κραδασμούς.|| ~ό: πόδι. ~ά: μέλη. Πβ. τεχνητός.|| ~ός: υπολογιστής (: η πρώτη υπολογιστική μηχανή που κατασκευάστηκε για αυτόματη εκτέλεση αριθμητικών πράξεων). 2. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη μηχανική: ~ή: ισορροπία/πίεση/ταλάντωση. ~ό: έργο/ισοδύναμο της θερμότητας/σύστημα. ~ές: αρχές. ~ά: κύματα/φαινόμενα. Βλ. φωτο~. 3. (μτφ.) που γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση της θέλησης ή της σκέψης, ασυναίσθητος, ενστικτώδης: ~ή: αναπαραγωγή (προτύπων)/αντίδραση/δουλειά. ~ές: κινήσεις.|| ~ή: απομνημόνευση/μνήμη (: ανάκληση πληροφοριών που δεν σχετίζονται μεταξύ τους με λογικό τρόπο). Πβ. αντανακλαστικός, ασυνείδητος, αυτόματος. Βλ. μηχανιστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανικές ιδιότητες: ΜΗΧΑΝ. οι φυσικές ιδιότητες των βιομηχανικών προϊόντων ή των φυσικών πρώτων υλών που αφορούν την αντοχή και την ελαστικότητά τους, όταν τους ασκείται εξωτερική δύναμη: υψηλές ~ ~. ~ ~ του εδάφους/των μετάλλων/του σκυροδέματος. Φυσικές και ~ ~., μηχανική ενέργεια: ΦΥΣ. η κινητική και δυναμική ενέργεια., μηχανική μάθηση: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόματη βελτίωση της επίδοσης ενός υπολογιστικού συστήματος με χρήση ειδικού λογισμικού που ελέγχει την αποτελεσματικότητα των εργασιών που προηγήθηκαν και επιφέρει τροποποιήσεις: ~ ~ και εξόρυξη γνώσης. ~ ~ βασιζόμενη σε γενετικούς αλγορίθμους. ~ ~ και νευρωνικά δίκτυα. [< αγγλ. machine learning, 1959] , μηχανική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. στη ζωγραφική και τη φωτογραφία) καλλιτεχνικό κίνημα που χαρακτηρίζεται από τη χρήση εικόνων που παράγονται με φωτομηχανικά μέσα και η αντίστοιχη τεχνική., αυτόματη μετάφραση βλ. μετάφραση, κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος, μηχανικά (μουσικά) όργανα βλ. όργανο, μηχανικό πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα [< 1,2: αρχ. μηχανικός, γαλλ. mécanique, αγγλ. mechanical 3: γαλλ. machinal] | |
| 31224 | μηχανισμός | μη-χα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τμήμα μηχανής ή μηχάνημα που επιτελεί ορισμένο έργο: ανυψωτικός/απλός/αυτόματος/αυτοσχέδιος/εκρηκτικός/εμπρηστικός/εξωτερικός/ηλεκτρικός/κεντρικός/περιστροφικός/πολύπλοκος/πυροδοτικός/σύνθετος/συρόμενος/φορητός/χειροκίνητος/ωρολογιακός ~. ~ ακριβείας/(υψηλής) ασφαλείας. ~ ανελκυστήρα/πόρτας/ρολογιού/φρένων. ~ ανίχνευσης (π.χ. εμποδίων)/ελέγχου/εμπλοκής/κίνησης/κλειδώματος/παγίδευσης (π.χ. κινητήρα)/προστασίας/ρύθμισης (π.χ. πίεσης)/χειρισμού. (Απ)ενεργοποίηση/κατασκευή/περιγραφή/σχεδιασμός ~ού. Τοποθετώ έναν ~ό. Βλ. σερβο~. 2. (μτφ.) οργανωμένο σύνολο προσώπων, μέσων, υπηρεσιών και ειδικότ. η διαδικασία, ο τρόπος λειτουργίας του: διοικητικός/εκδοτικός/κοινοτικός/κομματικός/στρατιωτικός/σχολικός/τοπικός ~. Οικονομικοί ~οί.|| Αντισταθμιστικός/απεργοσπαστικός/βιολογικός/έξυπνος/ευέλικτος/ιδεολογικός/πολιτικός ~. ~ αξιολόγησης (π.χ. μαθητών)/διαμόρφωσης (της κοινής γνώμης)/λήψης (αποφάσεων)/καταστολής/παρακολούθησης/πληροφόρησης/χειραγώγησης. ~οί βίας/δίωξης. Ο ~ τέθηκε σε εφαρμογή. (ΟΙΚΟΝ.) Ο ~ της αγοράς/των τιμών. Ευρωπαϊκός ~ Σταθερότητας.|| Βαλβιδικός ~. ~ δράσης (π.χ. των ορμονών). Ο ~ της πέψης. Ψυχολογικοί ~οί.|| Ο ~ της μάθησης/του ύπνου. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανισμός των Αντικυθήρων: ο πρώτος γνωστός αστρονομικός υπολογιστής του κόσμου που ανασύρθηκε το 1901 από ναυάγιο κοντά στα Αντικύθηρα. [< αγγλ. Antikythera mechanism, γαλλ. Le mécanisme/La machine d’ Anticythère] , κρατικός μηχανισμός/κρατική μηχανή βλ. κρατικός, μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί βλ. άμυνα, φορολογικός μηχανισμός/εκτυπωτής βλ. φορολογικός [< γαλλ. mécanisme, αγγλ. mechanism, machinery] | |
| 31225 | μηχανιστικός | , ή, ό μη-χα-νι-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή λειτουργεί μηχανικά, χωρίς κριτική σκέψη: ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: αναπαραγωγή (στερεοτύπων)/μάθηση/πράξη. 2. ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μηχανοκρατία: ~ός: ντετερμινισμός. ~ή: αιτιοκρατία/αντίληψη/ερμηνεία/θεώρηση του κόσμου/προσέγγιση. ~ό: πρότυπο. ΣΥΝ. μηχανοκρατικός ● επίρρ.: μηχανιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανιστικός υλισμός βλ. υλισμός [< γαλλ. mécaniste, mécanistique, αγγλ. mechanistic] | |
| 31226 | μηχανο- & μηχανό- & μηχαν- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. σε μηχανή ή Η/Υ και ειδικότ. στη χρήση τους: μηχανο-κατασκευές. Μηχανό-τρατα.|| Mηχανο-κίνητος (ΑΝΤ. χειρο-)/~στάσιο.|| Mηχανο-γράφηση. Μηχαν-οργάνωση. 2. σε ειδικό για μηχανές ή H/Υ: μηχανο-λόγος/~τεχνίτης. Μηχαν-οδηγός/~ουργός.|| Μηχανο-γράφος.|| Μηχανό-βιος. 3. (επιστ.) στη μηχανική: μηχανο-κρατία (βλ. τεχνο-)/~ποίηση. 4. σε τέχνασμα ή απάτη: μηχαν-εύομαι.|| Mηχανο-ρραφία. | |
| 31227 | μηχανόβιος, μηχανόβια | μη-χα-νό-βι-ος επίθ./ουσ. (προφ.): πρόσωπο που έχει πάθος με τις μοτοσικλέτες και για το οποίο η μοτοσικλέτα είναι τρόπος ζωής. Πβ. μηχανάκιας, μοτοσικλετιστής. Βλ. γκαζοφονιάς, καμικάζι. | |
| 31228 | μηχανογράφηση | μη-χα-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): καταγραφή και επεξεργασία δεδομένων (εταιρειών, οργανισμών, υπηρεσιών) σε διοικητικά, λογιστικά, εμπορικά ή επιστημονικά έγγραφα με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών: ~ επιχειρήσεων/λογιστηρίου/σχολείων. Σύστημα/τεχνικός/τμήμα ~ης. Βλ. -γράφηση, μηχανοργάνωση. [< γαλλ. mécanographie, 1911] | |
| 31229 | μηχανογραφικός | , ή, ό μη-χα-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μηχανογράφηση: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός. ~ή: διαχείριση/επεξεργασία/εφαρμογή/κάλυψη/οργάνωση/τήρηση βιβλίων/υποδομή/υποστήριξη. ● Ουσ.: μηχανογραφικό (το): το δελτίο που συμπληρώνουν οι υποψήφιοι φοιτητές/σπουδαστές για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δηλώνοντας με σειρά προτίμησης τις σχολές στις οποίες επιθυμούν να εισαχθούν. ● επίρρ.: μηχανογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανογραφική άδεια: που δικαιούται δημόσιος υπάλληλος ο οποίος χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή και απασχολείται μπροστά σε οθόνη οπτικής καταγραφής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ωρών του ημερήσιου ωραρίου εργασίας· αντιστοιχεί σε μία ημέρα ανά δίμηνο: ~ ~ με πλήρεις αποδοχές. [< γαλλ. mécanographique] | |
| 31230 | μηχανογράφος | μη-χα-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη μηχανογράφηση: λογιστής ~. Βλ. -γράφος. [< πβ. μεσν. μηχανογράφος 'αυτός που απογράφει στρατιωτικές μηχανές', γαλλ. mécanographe, 1911] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ