| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31231 | μηχανογραφώ | [μηχανογραφῶ] μη-χα-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {μηχανογραφ-εί ... | μηχανογράφ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω μηχανογράφηση: Πληροφοριακό σύστηµα που ~εί τις βασικές κεντρικές λειτουργίες/τις οικονομικές διαδικασίες/τη συντήρηση του εργοστασίου. ~ημένος: κατάλογος. Βλ. -γραφώ. | |
| 31232 | μηχανοδηγός | μη-χα-νο-δη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρακτικός μηχανικός που χειρίζεται κινητήρια μηχανή ή κυρ. οδηγός τρένου ή μετρό. Πβ. ηλεκτροδηγός. [< γαλλ. mécanicien] | |
| 31233 | μηχανοθεραπεία | μη-χα-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με μηχανικές συσκευές για την αποκατάσταση της κινητικότητας άρθρωσης ή μέλους του σώματος: φυσιοθεραπεία με μαλάξεις, ~ ή ηλεκτροθεραπεία. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. mécanothérapie, 1901, αγγλ. mechanotherapy] | |
| 31234 | μηχανοκατασκευές | μη-χα-νο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΕΧΝΟΛ. βιομηχανικός κλάδος κατασκευής μηχανολογικού εξοπλισμού και συνεκδ. τα αντίστοιχα μηχανήματα: εργοστάσιο/εταιρεία ~ών. | |
| 31235 | μηχανοκίνηση | μη-χα-νο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): κίνηση με μηχανικά μέσα (π.χ. αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες). Βλ. αυτοκίνηση. | |
| 31236 | μηχανοκίνητα | μη-χα-νο-κί-νη-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (κ. με κεφαλ. Μ): ΣΤΡΑΤ. τα τεθωρακισμένα ή τα μεταφορικά οχήματα του στρατού ή της Αστυνομίας. [< γαλλ. motorisé, 1922] | |
| 31237 | μηχανοκίνητος | , η, ο μη-χα-νο-κί-νη-τος επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με μηχανή: ~ος: εξοπλισμός. ~η: αντλία/βάρκα/λέμβος. ~ο: δίκυκλο/εργαλείο/μέσο/όχημα/σκάφος. ~α: πλοία. ΑΝΤ. χειροκίνητος 2. ΣΤΡΑΤ. που μεταφέρεται με οχήματα: ~ος: λόχος. ~η: δύναμη/μεραρχία/μονάδα/ταξιαρχία. ~ο: τάγμα πεζικού. ~α: τμήματα της Αστυνομίας. 3. που γίνεται με μηχανικά μέσα: ~η: κυκλοφορία/μεταφορά/πορεία (αλληλεγγύης)/πτήση. Βλ. -κίνητος. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανοκίνητος αθλητισμός βλ. αθλητισμός | |
| 31238 | μηχανοκρατία | μη-χα-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. επικράτηση και χρήση των μηχανών σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής και δράσης. Βλ. -κρατία, μηχανοποίηση, τεχνοκρατία. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι τα οργανικά και ανόργανα όντα διέπονται από τον νόμο της αιτιότητας (τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος). [< 1: γαλλ. machinisme 2: γαλλ. mécanisme] | |
| 31239 | μηχανοκρατικός | , ή, ό μη-χα-νο-κρα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μηχανοκρατία: ~ή: αντίληψη. ~ό: σύστημα. Αντιτίθεται στο ~ό πνεύμα της εποχής μας. ΣΥΝ. μηχανιστικός (2) | |
| 31240 | μηχανόλαδο | μη-χα-νό-λα-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μηχανέλαιο. | |
| 31241 | μηχανολογία | μη-χα-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη, σχεδίαση, κατασκευή, βέλτιστη λειτουργία, συντήρηση και επισκευή των μηχανών, την παραγωγή και χρήση ενέργειας και ο αντίστοιχος τεχνικός κλάδος: γεωργική/ειδική/εφαρμοσμένη/ηλεκτρική/ναυτική/χημική ~. ~ αυτοκινήτου/οχημάτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Maschinenbau, Maschinenlehre] | |
| 31242 | μηχανολογικός | , ή, ό μη-χα-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που αναφέρεται στη μηχανολογία ή τον μηχανολόγο: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός/κλάδος/σχεδιασμός/τομέας. ~ή: (εγ)κατάσταση/εταιρεία/μελέτη. ~ό: εξάρτημα/εργαστήριο/πρόβλημα/σχέδιο/τμήμα. ~ές: εργασίες/εφαρμογές. ~ά: έργα. | |
| 31243 | μηχανολόγος | μη-χα-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ή τεχνικός ειδικευμένος στη μηχανολογία: ενεργειακός/ηλεκτρολόγος/τεχνολόγος ~. ~ μηχανικός/ναυπηγός. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Maschinenbauer] | |
| 31244 | μηχανοποίηση | μη-χα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ευρεία χρήση μηχανών ή/και βιομηχανικών μέσων σε ανθρώπινες δραστηριότητες: ~ εργασίας/παραγωγής. Πβ. αυτοματο-, ρομποτο-ποίηση. Βλ. μηχανοκρατία. ΣΥΝ. εκμηχάνιση 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) λειτουργία με ομοιόμορφο, μηχανικό τρόπο, τυποποίηση: ~ του ατόμου/της ζωής/του πνεύματος/των σχέσεων. [< γαλλ. mécanisation, αγγλ. mechanization] | |
| 31245 | μηχανοποίητος | , η, ο μη-χα-νο-ποί-η-τος επίθ.: που έχει φτιαχτεί, κατασκευαστεί από μηχανή: ~α: χαλιά. Βλ. -ποίητος. ΑΝΤ. χειροποίητος | |
| 31246 | μηχανοποιώ | [μηχανοποιῶ] μη-χα-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μηχανοποι-είς ... | μηχανοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. χρησιμοποιώ ευρέως μηχανές ή και βιομηχανικά μέσα, κυρ. σε αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας: Η ανάγκη αύξησης του κέρδους ~ησε την παραγωγική διαδικασία. ~ημένο και σύγχρονα εξοπλισμένο εργοστάσιο. Πβ. εκβιομηχανίζω, βιομηχανοποιώ. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) καθιστώ κάτι ή κάποιον μηχανικό, αυτόματο, τυποποιημένο: Η τεχνολογία ~εί τη σκέψη. Βλ. -ποιώ. [< πβ. αρχ. μηχανοποιῶ ‘κατασκευάζω μηχανές ή εργαλεία’, γαλλ. mécaniser, αγγλ. mechanize] | |
| 31247 | μηχανοργάνωση | μη-χα-νορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. οργάνωση της παραγωγής ενός έργου με τη χρήση κυρ. ηλεκτρονικών υπολογιστών και ο αντίστοιχος εξοπλισμός: ~ γραφείου/δήμων/επιχειρήσεων/υπηρεσίας/υπουργείου. Εφαρμογές/τμήμα/υποστήριξη ~ης. Βλ. μηχανογράφηση. [< αγγλ. computerization, 1960] | |
| 31248 | μηχανορραφία | μη-χα-νορ-ρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δολοπλοκία: πολιτική ~. Παρασκηνιακές ~ες. Χρησιμοποίησε κάθε είδους ~, για να υφαρπάξει την εξουσία. ΣΥΝ. ίντριγκα, ραδιουργία, σκευωρία [< μεσν. μηχανορραφία] | |
| 31249 | μηχανορράφος | μη-χα-νορ-ρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που επινοεί πανούργα σχέδια ή προβαίνει σε δόλιες ενέργειες, για να επωφεληθεί ή να βλάψει κάποιον. ΣΥΝ. δολοπλόκος, ιντριγκαδόρος, ραδιούργος, σκευωρός [< αρχ. μηχανορράφος] | |
| 31250 | μηχανορραφώ | [μηχανορραφῶ] μη-χα-νορ-ρα-φώ ρ. (αμτβ.) {μηχανορραφ-είς ... | κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): προβαίνω σε δόλιες ενέργειες, επινοώ πανούργα σχέδια: ~ούν και διαδίδουν ψευδείς ισχυρισμούς. ΣΥΝ. βυσσοδομώ, δολοπλοκώ, ραδιουργώ, σκευωρώ [< αρχ. μηχανορραφῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ