Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31920-31940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31251μηχανοστάσιομη-χα-νο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) 1. χώρος που προορίζεται για την εγκατάσταση και λειτουργία μηχανών, μηχανημάτων: ~ ανελκυστήρα/κλιματισμού/πλοίου. Βλ. -στάσιο. 2. στεγασμένος χώρος στάθμευσης, συντήρησης, επισκευής μηχανών ή οχημάτων: ~ συρμών. Βλ. αμαξοστάσιο. [< πβ. μτγν. μηχανοστάσιον 'βάση μηχανής άρδευσης', γαλλ. machinerie]
31252μηχανοτεχνίτηςμη-χα-νο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στον χειρισμό, την κατασκευή, συντήρηση ή επιδιόρθωση μηχανών: ~ αεροσκαφών/οχημάτων. Βλ. -τεχνίτης.
31253μηχανότραταμη-χα-νό-τρα-τα ουσ. (θηλ.): μηχανοκίνητο αλιευτικό σκάφος για ψάρεμα με συρόμενα δίχτυα.
31254μηχανοτρονικήμη-χα-νο-τρο-νι-κή ουσ. (θηλ.) & μηχατρονική (με κεφαλ. Μ): ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΜΗΧΑΝΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τον σχεδιασμό ηλεκτρομηχανικών συστημάτων, ελεγχόμενων από υπολογιστικά συστήματα. [< αγγλ. mechatronics, 1982 < mecha(nics) + (elec)tronics, mécatronique, 1985]
31255μηχανουργείο[μηχανουργεῖο] μη-χα-νουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή τμήμα εργοστασίου για την κατασκευή, συντήρηση ή επισκευή μηχανών και μηχανικών εξαρτημάτων.
31256μηχανουργίαμη-χα-νουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κατασκευή, συντήρηση ή επισκευή μηχανών ή μηχανικών εξαρτημάτων και ο αντίστοιχος κλάδος: αγροτική ~. Βλ. -ουργία. [< μτγν. μηχανουργία]
31257μηχανουργικός, ή, ό μη-χα-νουρ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μηχανουργία ή στον μηχανουργό: ~ός: τόρνος. ~ή: κατεργασία/τεχνολογία. ~ά: εργαλεία/μηχανήματα. [< μεσν. μηχανουργικός 'που εξυφαίνει δολοπλοκίες']
31258μηχανουργόςμη-χα-νουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης ή τεχνικός που έχει ειδικευτεί στη μηχανουργία. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. μηχανουργός 'αρχιτέκτονας']
31259μι1ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Πβ. μ. [< αρχ. μῦ]
31260μι2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. διεθνής ονομασία μουσικής νότας, τρίτης στην κλίμακα του ντο και κατ' επέκτ. η μουσική κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: ~ αναίρεση/δίεση/ύφεση. ~ ελάσσονα/μείζονα. [< ιταλ. mi]
31261μία & μιαβλ. ένας
31262μία & μιαμί-α ουσ. (θηλ.): χτύπημα (σε σημείο του σώματος): Θα σου δώσω/ρίξω/τραβήξω ~ (στο μάτι/σαγόνι), να μάθεις! Έφαγε ~ στη μύτη. Βλ. ένας, μία/μια, ένα.
31263μια & μιαςσύνδ.: στις ● ΦΡ.: μια ... (και) μια ... 1. πότε ... πότε ...: ~ έμπαινε ~ έβγαινε. ~ σηκωνόταν ~ έπεφτε. Μας τυχαίνει ~ το ένα ~ το άλλο. 2. αφενός ... αφετέρου, από τη μια ... από την άλλη: Έχει τα νεύρα του, ~ γιατί δεν προλαβαίνει ~ γιατί του χάλασε ο υπολογιστής., μια(ς) και/που (προφ.): από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ το θυμήθηκα/το 'φερε η κουβέντα, τι σκέφτεσαι να κάνεις; Πβ. άπαξ και.
31264μιαίνωμι-αί-νω ρ. (μτβ.) {μί-ανα, -άνθηκε, -ανθεί, -ασμένος, μιαίν-οντας} (λόγ.) 1. μολύνω κυρ. ηθικά: Δυσφημούνται τα αξιώματα, όταν ~ονται από ανάξιους φορείς. ~ασμένος από το αμάρτημα της πατροκτονίας. Βλ. κηλιδώνω. 2. (για ιερό χώρο) βεβηλώνω: Εικόνες ~άνθηκαν. [< αρχ. μιαίνω]
31265μιάμισηβλ. ενάμισης
31266μιανού, μιανήςμια-νού αριθμητ. (λαϊκό): ενός, μιας: στο σπίτι ~ού φίλου.
31267μίανσημί-αν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μιαίνω, μιαρότητα. [< μτγν. μίανσις]
31268μιάουβλ. νιάου
31269μιαρός, ή, ό μι-α-ρός επίθ. (λόγ.): που είναι μιασμένος, ηθικά μολυσμένος και κατ' επέκτ. ανήθικος, αχρείος, ανόσιος: ~ή: πράξη. Τα ~ά χέρια των φονιάδων.|| ~ και αποτρόπαιος. ΣΥΝ. ακάθαρτος (3), ρυπαρός (2) ΑΝΤ. αμίαντος [< αρχ. μιαρός]
31270μιαρότηταμι-α-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μιαρού, μίανση, ανηθικότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. μιαρότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.