Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31940-31960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31271μιαςβλ. μια
31272μίασμαμί-α-σμα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε προκαλεί μόλυνση, κυρ. ηθική, και κατ' επέκτ. είναι κοινωνικά επιβλαβές και ανήθικο: ~ της κοινωνίας. Το ~ του φόνου. Εξαγνισμός από το ~ (πβ. κάθαρση). ΣΥΝ. άγος, μόλυσμα [< αρχ. μίασμα, γαλλ. miasme, αγγλ. miasma]
31273μιασματικός, ή, ό μι-α-σμα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο μίασμα ή το προξενεί: Σε κλειστές κοινωνίες καθετί ξένο θεωρούνταν ~ό και εχθρικό.
31274μιγαδικός, ή, ό μι-γα-δι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που αναφέρεται στους μιγαδικούς αριθμούς: ~ός: λογισμός. ~ή: ανάλυση/μεταβλητή/ρίζα/συνάρτηση. ~ό: επίπεδο/πεδίο. ● ΣΥΜΠΛ.: μιγαδικοί αριθμοί: ΜΑΘ. οι αριθμοί της μορφής α+βi, όπου α,β, πραγματικοί αριθμοί και i2 = -1. Βλ. φανταστικός αριθμός. [< μεσν. μιγαδικός 'για μοναχό που ζει σε κοινόβιο']
31275μιγάς, μιγάδαμι-γάς επίθ./ουσ. {κ. αρσ. μιγάδας· μιγάδ-ος, -α | -ες}: πρόσωπο ή ζώο που προέρχεται από γονείς διαφορετικής φυλής: λευκοί, μαύροι και ~ες.|| ~άς: σκύλος (πβ. ημίαιμος). Βλ. κρεολός, μπάσταρδος, υβρίδιο. [< αρχ. μιγάς 'ανάκατος']
31276μίγδηνμί-γδην επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φύρδην μίγδην βλ. φύρδην [< αρχ. μίγδην]
31277μιγκέμι-γκέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. ποώδες διακοσμητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Convallaria majalis) με αρωματικά λευκά ή ροζ άνθη σε σχήμα καμπανούλας: Το ~ είναι γνωστό και ως κρίνο της κοιλάδας ή "Δάκρυ της Παναγίας". Βλ. λιλιίδες. [< γαλλ. muguet]
31278ΜίδαςΜί-δας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από τον μυθικό βασιλιά της Φρυγίας): άτομο που κερδίζει πολλά χρήματα από κάθε δραστηριότητά του: σύγχρονος ~. Έχει το άγγιγμα του ~α (: ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός, του έρχονται όλα βολικά). [< αρχ. Μίδας, αγγλ.-γαλλ. Midas]
31279ΜΙΕΤ(το): Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
31280μίζαμί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παράνομη συνήθ. προμήθεια, μερίδιο κέρδους από μεγάλη αγοραπωλησία ή εκδούλευση: Πήρε γερή ~. Ζητούσε ~ δέκα τοις εκατό. Σκάνδαλο με ~ες. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. ηλεκτρικός μηχανισμός που προκαλεί την εκκίνηση των μηχανών εσωτερικής καύσης: εξωτερική ~. ΣΥΝ. εκκινητής 3. το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάθε παίκτης, για να συμμετάσχει σε χαρτοπαιξία ή άλλο τυχερό παιχνίδι: αρχική ~. ΣΥΝ. κάβα (3) [< γαλλ. mise]
31281μιζαδόροςμι-ζα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που παίρνει μίζα, μερίδιο κέρδους από εμπορικές συναλλαγές ή παράνομες εκδουλεύσεις. Βλ. -αδόρος.
31282μιζανπλί & μιζαμπλίμι-ζαν-πλί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: είδος γυναικείου χτενίσματος στο οποίο τα βρεγμένα μαλλιά τυλίγονται, ώστε να φορμαριστούν μετά το στέγνωμα: ~ με ρόλεϊ. [< γαλλ. mise en plis]
31283μιζέριαμι-ζέ-ρια ουσ. (θηλ.) 1. κακή διάθεση, απαισιοδοξία, γκρίνια: καθημερινή/μαύρη ~. Η νοοτροπία της ~ιας. Βλ. κακομοιριά, κατήφεια.|| Διανοητικός μαρασμός και πνευματική ~. 2. φτώχεια, ανέχεια ή γενικότ. οικονομική ύφεση: κοινωνική ~. Μισθοί ~ιας. Είναι άνεργος, ζει στο περιθώριο και τη ~.|| Πολιτική ~ (πβ. λιτότητα). 3. τσιγκουνιά. 4. παραλλαγή της πόκας στην οποία νικά ο παίκτης με το χειρότερο φύλλο. [< γαλλ. misère, ιταλ. miseria]
58795μιζέρια
31284μίζερος, η, ο μί-ζε-ρος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από φτώχεια, δυστυχία, αθλιότητα: ~η: εικόνα (της πόλης)/ζωή/καθημερινότητα/κατάσταση/πραγματικότητα. ~ο: περιβάλλον. ΑΝΤ. πλούσιος, πολυτελής.|| ~η: σύνταξη (= πενιχρή). ΣΥΝ. άθλιος (1) 2. ιδιότροπος, κακόμοιρος, στενόμυαλος: ~ος: άνθρωπος/τρόπος/χαρακτήρας. Πβ. γκρινιάρης, μεμψίμοιρος. 3. (για πρόσ.) τσιγκούνης, τσιφούτης. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος (1) ● επίρρ.: μίζερα [< μεσν. μίζερος]
31285μιθραϊσμόςμι-θρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. η λατρεία του Μίθρα, του περσικού θεού του φωτός, του ήλιου. [< αγγλ. Mithraism, γαλλ. mithracisme]
31286μιθριδατισμόςμι-θρι-δα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) βαθμιαίος εθισμός του ανθρώπου σε επιβλαβή ή δυσάρεστη κατάσταση: πνευματικός/πολιτικός ~. 2. ΙΑΤΡ. ανοσοποίηση του οργανισμού σε δηλητηριώδεις ουσίες με σταδιακά αυξανόμενη λήψη δόσεων. Βλ. -ισμός. [< 2: γαλλ. mithridatisation, 1906, mithridatisme, αγγλ. mithridatism]
31287μικάδομι-κά-δο ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (παλαιότ., συνήθ. με κεφαλ. Μ) τίτλος του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας. ● μικάδο (το): παιχνίδι που παίζεται με λεπτά ξυλάκια. [< γαλλ. mikado]
31288Μίκι Μάουςβλ. Μίκυ Μάους
31289μικραίνωμι-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μίκρ-υνα, -ύνει, μικραίν-οντας} ΑΝΤ. μεγαλώνω 1. γίνομαι πιο μικρός, πιο λίγος: ~ει η κόρη του ματιού/η μέρα/το χάσμα (= γεφυρώνεται)/η ψαλίδα. ~υνε σε διαστάσεις/μέγεθος/μήκος/όγκο/σχήμα. Όσο πιο προσεκτικά οδηγεί κανείς, τόσο ~ουν (ΑΝΤ. αυξάνω) οι πιθανότητες για ατύχημα. 2. κάνω κάτι πιο μικρό, πιο σύντομο: ~ την απόσταση/τη διαφορά. Το κάπνισμα ~ει τη ζωή. ~υναν τον χώρο.|| Τα νεανικά ρούχα την ~ουν (: την κάνουν να δείχνει νεότερη). ΣΥΝ. ελαττώνω, μειώνω (1) ΑΝΤ. μεγεθύνω ● ΦΡ.: μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι βλ. γαϊδούρι [< μεσν. μικραίνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.