| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31275 | μιγάς, μιγάδα | μι-γάς επίθ./ουσ. {κ. αρσ. μιγάδας· μιγάδ-ος, -α | -ες}: πρόσωπο ή ζώο που προέρχεται από γονείς διαφορετικής φυλής: λευκοί, μαύροι και ~ες.|| ~άς: σκύλος (πβ. ημίαιμος). Βλ. κρεολός, μπάσταρδος, υβρίδιο. [< αρχ. μιγάς 'ανάκατος'] | |
| 31276 | μίγδην | μί-γδην επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φύρδην μίγδην βλ. φύρδην [< αρχ. μίγδην] | |
| 31277 | μιγκέ | μι-γκέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. ποώδες διακοσμητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Convallaria majalis) με αρωματικά λευκά ή ροζ άνθη σε σχήμα καμπανούλας: Το ~ είναι γνωστό και ως κρίνο της κοιλάδας ή "Δάκρυ της Παναγίας". Βλ. λιλιίδες. [< γαλλ. muguet] | |
| 31278 | Μίδας | Μί-δας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από τον μυθικό βασιλιά της Φρυγίας): άτομο που κερδίζει πολλά χρήματα από κάθε δραστηριότητά του: σύγχρονος ~. Έχει το άγγιγμα του ~α (: ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός, του έρχονται όλα βολικά). [< αρχ. Μίδας, αγγλ.-γαλλ. Midas] | |
| 31279 | ΜΙΕΤ | (το): Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. | |
| 31280 | μίζα | μί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παράνομη συνήθ. προμήθεια, μερίδιο κέρδους από μεγάλη αγοραπωλησία ή εκδούλευση: Πήρε γερή ~. Ζητούσε ~ δέκα τοις εκατό. Σκάνδαλο με ~ες. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. ηλεκτρικός μηχανισμός που προκαλεί την εκκίνηση των μηχανών εσωτερικής καύσης: εξωτερική ~. ΣΥΝ. εκκινητής 3. το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάθε παίκτης, για να συμμετάσχει σε χαρτοπαιξία ή άλλο τυχερό παιχνίδι: αρχική ~. ΣΥΝ. κάβα (3) [< γαλλ. mise] | |
| 31281 | μιζαδόρος | μι-ζα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που παίρνει μίζα, μερίδιο κέρδους από εμπορικές συναλλαγές ή παράνομες εκδουλεύσεις. Βλ. -αδόρος. | |
| 31282 | μιζανπλί & μιζαμπλί | μι-ζαν-πλί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: είδος γυναικείου χτενίσματος στο οποίο τα βρεγμένα μαλλιά τυλίγονται, ώστε να φορμαριστούν μετά το στέγνωμα: ~ με ρόλεϊ. [< γαλλ. mise en plis] | |
| 31283 | μιζέρια | μι-ζέ-ρια ουσ. (θηλ.) 1. κακή διάθεση, απαισιοδοξία, γκρίνια: καθημερινή/μαύρη ~. Η νοοτροπία της ~ιας. Βλ. κακομοιριά, κατήφεια.|| Διανοητικός μαρασμός και πνευματική ~. 2. φτώχεια, ανέχεια ή γενικότ. οικονομική ύφεση: κοινωνική ~. Μισθοί ~ιας. Είναι άνεργος, ζει στο περιθώριο και τη ~.|| Πολιτική ~ (πβ. λιτότητα). 3. τσιγκουνιά. 4. παραλλαγή της πόκας στην οποία νικά ο παίκτης με το χειρότερο φύλλο. [< γαλλ. misère, ιταλ. miseria] | |
| 23106 | Μιζέρια | καρ-μι-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσιγκουνιά ή/και μιζέρια. Πβ. κακομοιριά, τσιφουτιά. | |
| 58795 | μιζέρια | ||
| 31284 | μίζερος | , η, ο μί-ζε-ρος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από φτώχεια, δυστυχία, αθλιότητα: ~η: εικόνα (της πόλης)/ζωή/καθημερινότητα/κατάσταση/πραγματικότητα. ~ο: περιβάλλον. ΑΝΤ. πλούσιος, πολυτελής.|| ~η: σύνταξη (= πενιχρή). ΣΥΝ. άθλιος (1) 2. ιδιότροπος, κακόμοιρος, στενόμυαλος: ~ος: άνθρωπος/τρόπος/χαρακτήρας. Πβ. γκρινιάρης, μεμψίμοιρος. 3. (για πρόσ.) τσιγκούνης, τσιφούτης. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος (1) ● επίρρ.: μίζερα [< μεσν. μίζερος] | |
| 31285 | μιθραϊσμός | μι-θρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. η λατρεία του Μίθρα, του περσικού θεού του φωτός, του ήλιου. [< αγγλ. Mithraism, γαλλ. mithracisme] | |
| 31286 | μιθριδατισμός | μι-θρι-δα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) βαθμιαίος εθισμός του ανθρώπου σε επιβλαβή ή δυσάρεστη κατάσταση: πνευματικός/πολιτικός ~. 2. ΙΑΤΡ. ανοσοποίηση του οργανισμού σε δηλητηριώδεις ουσίες με σταδιακά αυξανόμενη λήψη δόσεων. Βλ. -ισμός. [< 2: γαλλ. mithridatisation, 1906, mithridatisme, αγγλ. mithridatism] | |
| 31287 | μικάδο | μι-κά-δο ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (παλαιότ., συνήθ. με κεφαλ. Μ) τίτλος του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας. ● μικάδο (το): παιχνίδι που παίζεται με λεπτά ξυλάκια. [< γαλλ. mikado] | |
| 31288 | Μίκι Μάους | βλ. Μίκυ Μάους | |
| 31289 | μικραίνω | μι-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μίκρ-υνα, -ύνει, μικραίν-οντας} ΑΝΤ. μεγαλώνω 1. γίνομαι πιο μικρός, πιο λίγος: ~ει η κόρη του ματιού/η μέρα/το χάσμα (= γεφυρώνεται)/η ψαλίδα. ~υνε σε διαστάσεις/μέγεθος/μήκος/όγκο/σχήμα. Όσο πιο προσεκτικά οδηγεί κανείς, τόσο ~ουν (ΑΝΤ. αυξάνω) οι πιθανότητες για ατύχημα. 2. κάνω κάτι πιο μικρό, πιο σύντομο: ~ την απόσταση/τη διαφορά. Το κάπνισμα ~ει τη ζωή. ~υναν τον χώρο.|| Τα νεανικά ρούχα την ~ουν (: την κάνουν να δείχνει νεότερη). ΣΥΝ. ελαττώνω, μειώνω (1) ΑΝΤ. μεγεθύνω ● ΦΡ.: μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι βλ. γαϊδούρι [< μεσν. μικραίνω] | |
| 31290 | μικράκι | βλ. μικρός | |
| 31291 | μικρανεψιός, μικρανεψιά | μι-κρα-νε-ψιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & μικρανιψιός, μικρανιψιά 1. γιος ή κόρη ανιψιού ή ανιψιάς. 2. γιος ή κόρη ξαδέλφου ή ξαδέλφης. [< πβ. γαλλ. petit-neveu] | |
| 31292 | μικράνθρωπος | μι-κράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): μικροπρεπής άνθρωπος, ανθρωπάκι. Βλ. -άνθρωπος. ΣΥΝ. ανθρωπάριο (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ