| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31290 | μικράκι | βλ. μικρός | |
| 31291 | μικρανεψιός, μικρανεψιά | μι-κρα-νε-ψιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & μικρανιψιός, μικρανιψιά 1. γιος ή κόρη ανιψιού ή ανιψιάς. 2. γιος ή κόρη ξαδέλφου ή ξαδέλφης. [< πβ. γαλλ. petit-neveu] | |
| 31292 | μικράνθρωπος | μι-κράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): μικροπρεπής άνθρωπος, ανθρωπάκι. Βλ. -άνθρωπος. ΣΥΝ. ανθρωπάριο (1) | |
| 31293 | Μικρασιάτης, Μικρασιάτισσα | Μι-κρα-σι-ά-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που γεννήθηκε στη Μικρά Ασία ή κατάγεται από αυτή. | |
| 31294 | μικρασιατικός | , ή, ό μι-κρα-σι-α-τι-κός επίθ. & μικρασιάτικος, η, ο: που αναφέρεται στη Μικρά Ασία ή στους Μικρασιάτες: τα ~ά παράλια. (ΙΣΤ.) Η ~ή καταστροφή (1922). Βλ. παμ~. | |
| 31295 | μικράτα | μι-κρά-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): η νηπιακή, παιδική και γενικότ. νεαρή ηλικία: Δουλεύει από τα ~ του. Είναι φίλοι από τα ~ τους. | |
| 31296 | μικρεμπόριο | μι-κρε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & μικροεμπόριο: εμπόριο που γίνεται με μικρά κεφάλαια και σε μικρές ποσότητες, για λιανική πώληση κυρ. ψιλικών ή φτηνών ειδών. Βλ. -εμπόριο, μικρή λιανική. ΑΝΤ. μεγαλεμπόριο | |
| 31297 | μικρέμπορος | μι-κρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & μικροέμπορος & (προφ.) μικρέμπορας: έμπορος που έχει μικρή επιχείρηση, κυρ. ψιλικά ή φτηνά είδη, ή πουλά κάτι σε μικρές ποσότητες: πλανόδιοι ~οι (πβ. μικροπωλητής). Βλ. -έμπορος. ΣΥΝ. εμποράκος ΑΝΤ. μεγαλέμπορος [< μτγν. μικρέμπορος] | |
| 31433 | μικρό(ν) | μι-κρό(ν) ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μικρόμετρο. [< διεθν. micron < αρχ. μικρόν] | |
| 31298 | μικρο- | & μικρό- & μικρ-: α' συνθετικό που δηλώνει 1. μικρό μέγεθος: μικρό-σωμος. Μικρο-τεχνία. Μικρο-γράμματος (ΑΝΤ. κεφαλαιο-).|| (Μικρ-αίνω.|| Μικρο-ακουστικό/~συσκευή.|| (κατ' επέκτ.) Μικρο-επενδυτής/~καταθέτης/~μέτοχος.|| (μτφ.) Mικρο-διαφορά/~λεπτομέρεια.|| (μειωτ.) Μικρό-μυαλος/~ψυχος.|| Μικρο-πρεπής. ΑΝΤ. μεγαλο-. 2. νεαρή ηλικία: μικρο-μάνα.|| Μικρο-δείχνω. 3. (επιστ.) εξειδικευμένο πεδίο, περιορισμένο αντικείμενο έρευνας: μικρο-δομή/~κλίμακα. Μικρο-περιβάλλον. Μικρό-κοσμος. ΑΝΤ. μακρο-.|| Μικρο-βιολογία/~ηλεκτρονική (πβ. νανο-)/~χημεία.|| Μικρο-χειρουργική. 4. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. μ) υποπολλαπλάσια μονάδων, ίσα με το ένα εκατομμυριοστό τους: μικρο-αμπέρ/~βόλτ/~γραμμάριο. Βλ. γιγα-, κιλο-, μεγα-, μιλι-, νανο-, πετα-, πικο-, τερα-. 5. ΙΑΤΡ. (σπανιότ.) ατελή διάπλαση: μικρο-κεφαλία. | |
| 31299 | μικροαγγειοπάθεια | μι-κρο-αγ-γει-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος στα μικρά αιμοφόρα αγγεία: διαβητική/θρομβωτική ~. ΑΝΤ. μακροαγγειοπάθεια [< αγγλ. microangiopathy, γαλλ. microangiopathie] | |
| 31300 | μικροαγρότης | μι-κρο-α-γρό-της ουσ. (αρσ.): αγρότης που παράγει και διακινεί μικρές ποσότητες γεωργικών προϊόντων. ΣΥΝ. μικροκαλλιεργητής ΑΝΤ. μεγαλοαγρότης | |
| 31301 | μικροακουστικό | μι-κρο-α-κου-στι-κό ουσ. (ουδ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. συσκευή με ακουστικά μικρού μεγέθους: ~ μπλουτούθ/χαντς φρι. 2. όργανο που μεγεθύνει ασθενείς ήχους, ώστε να γίνουν αισθητοί: ασύρματο ~. | |
| 31302 | μικροαμπέρ | μι-κρο-α-μπέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. μΑ): ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος που ισούται με το ένα εκατομμυριοστό του αμπέρ. [< γαλλ. microampère, 1923, αγγλ. microampere] | |
| 31303 | μικροανάλυση | μι-κρο-α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. ποιοτική και ποσοτική ανάλυση εξαιρετικά μικρών ποσοτήτων ύλης: ηλεκτρονική/στοιχειακή ~. 2. (γενικότ.) υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση ενός πράγματος. [< 1: αγγλ. microanalysis, 1912, γαλλ. microanalyse, 1953] | |
| 31304 | μικροαντικείμενο | μι-κρο-α-ντι-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: αντικείμενο μικρού μεγέθους και συνήθ. χαμηλής αξίας: διακοσμητικά ~α γραφείου. Κατάστημα με δώρα, μπρελόκ, παιχνίδια, (χρηστικά) ~α (πβ. μικροπράγματα). | |
| 31305 | μικροαπατεώνας | μι-κρο-α-πα-τε-ώ-νας ουσ. (αρσ.): άτομο που επιδίδεται σε μικροαπάτες. Βλ. αρχιμαφιόζος. ΣΥΝ. μικροκακοποιός | |
| 31306 | μικροαπάτη | μι-κρο-α-πά-τη ουσ. (θηλ.): απάτη που δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις: φορολογικές ~ες. Ζει με κλεψιές και ~ες. Πβ. μπαγαποντιά. ΣΥΝ. μικροκομπίνα | |
| 31307 | μικροαπολαύσεις | μι-κρο-α-πο-λαύ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι): μικροχαρές. | |
| 31308 | μικροάρδευση | μι-κρο-άρ-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μέθοδος άρδευσης, οικονομική στην κατανάλωση νερού, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. σε ιδιωτικά δίκτυα για πότισμα κήπων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ