| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2236 | αλληλοεπηρεάζονται | [ἀλληλοεπηρεάζονται] αλ-λη-λο-ε-πη-ρε-ά-ζο-νται ρ. & (σπάν.) αλληλεπηρεάζονται: επηρεάζει ο ένας τον άλλο: Οι πολιτισμοί ~. | |
| 2237 | αλληλοεπίδραση | βλ. αλληλεπίδραση | |
| 2238 | αλληλοκαλύπτονται | [ἀλληλοκαλύπτονται] αλ-λη-λο-κα-λύ-πτο-νται ρ. 1. (μτφ.) (για απόψεις, έννοιες, σημασίες που) έχουν κοινά σημεία ή ταυτίζονται: Επιδιώξεις/όροι που ~. Λέξεις που συγχέονται και ~. Πβ. επικαλύπτεται. 2. (μτφ.) προφυλάσσει, στηρίζει, προστατεύει ή συγκαλύπτει ο ένας τον άλλο: Τα μέλη της ομάδας ~.|| ~ στις κατεργαριές τους. 3. (για πράγματα που) το ένα σκεπάζει το άλλο: Λωρίδες/πέτρινες πλάκες που ~.|| Κανάλια/ραδιοσταθμοί που ~ (: εκπέμπουν στην ίδια συχνότητα). Φωνές που ~ (: επικαλύπτει η μία την άλλη). | |
| 2239 | αλληλοκάλυψη | [ἀλληλοκάλυψη] αλ-λη-λο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μερική ή ολική σύμπτωση, επικάλυψη: ~ αρμοδιοτήτων. (σε διαγώνισμα) ~ύψεις των θεμάτων και ασάφειες. 2. (μτφ.) αμοιβαία παροχή προφύλαξης, προστασίας ή αμοιβαία συγκάλυψη: ~ μεταξύ επιχειρήσεων. (ΑΘΛ.) ~ αμυντικών σε αγώνα.|| Παζλ συνενοχής και ~ης. 3. αμοιβαία κάλυψη (αντικειμένων, χώρων): προβλήματα ~ης (ραδιοφωνικών) συχνοτήτων. [< αγγλ. overlapping] | |
| 2240 | αλληλοκαρφώματα | [ἀλληλοκαρφώματα] αλ-λη-λο-καρ-φώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αλληλοκάρφωμα} (προφ.): υπονομευτικά και δηκτικά σχόλια του ενός για τον άλλο στο εσωτερικό μιας ομάδας: ενδοκυβερνητικά/εσωκομματικά ~ (πβ. συντροφικά μαχαιρώματα). Μικροπολιτικές σκοπιμότητες και έμμεσα ~. Γαϊτανάκι ~άτων και μετάθεσης ευθυνών. Πβ. αλληλο-κατηγορίες, -μαχαιρώματα, ρουφιανιά. | |
| 2241 | αλληλοκαταγγελίες | [ἀλληλοκαταγγελίες] αλ-λη-λο-κα-ταγ-γε-λί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): αμοιβαίες καταγγελίες: αγωγές/αντεγκλήσεις/αντιπαραθέσεις και ~. | |
| 2242 | αλληλοκατανόηση | [ἀλληλοκατανόηση] αλ-λη-λο-κα-τα-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία κατανόηση: δημιουργία κλίματος ~ης. Ενίσχυση της ~ης, της φιλίας και της συνεργασίας μεταξύ των λαών. | |
| 2243 | αλληλοκατηγορίες | [ἀλληλοκατηγορίες] αλ-λη-λο-κα-τη-γο-ρί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): αμοιβαίες κατηγορίες: βαρύτατες/προσωπικές ~. Ένταση και ~ μεταξύ των κατηγορουμένων. Ανταλλάσσουν/απευθύνουν/επιδίδονται σε ~. | |
| 2244 | αλληλοκατηγορούνται | [ἀλληλοκατηγοροῦνται] αλ-λη-λο-κα-τη-γο-ρού-νται ρ.: κατηγορεί ο ένας τον άλλο: Οι δύο πλευρές ~ για το αδιέξοδο στις συνομιλίες. ~ούνταν με επιστολές/λυσσαλέα. | |
| 2245 | αλληλομαχαιρώματα | [ἀλληλομαχαιρώματα] αλ-λη-λο-μα-χαι-ρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): αμοιβαίες υπονομευτικές ενέργειες και ύπουλες συνήθ. κατηγορίες μεταξύ δύο πλευρών: συντροφικά ~. Πβ. ακροβολισμός, αλληλο-καρφώματα, -κατηγορίες. | |
| 2246 | αλληλομισούνται | [ἀλληλομισοῦνται] αλ-λη-λο-μι-σού-νται ρ. & (προφ.) αλληλομισιούνται: μισεί ο ένας τον άλλο: Οι δύο φυλές ~ και αλληλοσπαράσσονται. ~ούνταν όλη τους τη ζωή. [< πβ. μτγν. ἀλληλομισῶ] | |
| 2247 | αλληλόμορφος | , η, ο [ἀλληλόμορφος] αλ-λη-λό-μορ-φος επίθ.: βλ. -μορφος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλόμορφο (γονίδιο) & αλληλόμορφος (ο) & αλλήλιο (το): ΒΙΟΛ. εναλλακτική μορφή γονιδίων που ελέγχουν με διαφορετικό τρόπο την ίδια ιδιότητα και βρίσκονται στην ίδια γονιδιακή θέση στα ομόλογα χρωμοσώματα: πολλαπλά ~α. Ζεύγος/ποικιλότητα ~ων. Βλ. απλότυπος, επικρατές γονίδιο, υπολειπόμενο γονίδιο. [< αγγλ. allelomorph, 1902, allele, 1931, γαλλ. gène allélomorphe, 1903, allèle, 1936] | |
| 2248 | αλληλοπάθεια1 | [ἀλληλοπάθεια] αλ-λη-λο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. αμοιβαία ενέργεια περισσότερων του ενός υποκειμένων, η οποία μεταβαίνει από το ένα στο άλλο και αντίστροφα και εκφράζεται με αλληλοπαθή ρήματα (π.χ. αλληλοεπηρεάζονται), αλληλοπαθείς αντωνυμίες (λ.χ. κοίταζαν ο ένας τον άλλο) και εκφράσεις (: βοηθούνται μεταξύ τους). Βλ. αυτοπάθεια. [< μτγν. ἀλληλοπάθεια 'αμοιβαία αστρολογική επίδραση', γερμ. Reziprozität] | |
| 2249 | αλληλοπάθεια2 | [ἀλληλοπάθεια] αλ-λη-λο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αμοιβαία επίδραση μεταξύ ανώτερων και κατώτερων φυτών, κυρ. η διαδικασία κατά την οποία ένα είδος επηρεάζει αρνητικά όσα βρίσκονται δίπλα του, απελευθερώνοντας τοξικές ή ανασταλτικές ουσίες στο περιβάλλον. [< αγγλ. allelopathy, 1957, γαλλ. allélopathie] | |
| 2250 | αλληλοπαθής | , ής, ές [ἀλληλοπαθής] αλ-λη-λο-πα-θής επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που εκφράζει αλληλοπάθεια: ~είς: αντωνυμίες (λ.χ. "ο ένας τον άλλο", "η μία την άλλη"). ~ή: ρήματα (π.χ. αγαπιόμαστε, αλληλοαναιρούνται, γνωριζόμαστε, τσακωνόμαστε). Βλ. αυτοπαθής, -παθής. [< γαλλ. réciproque] | |
| 2251 | αλληλοπαθητικός | , ή, ό [ἀλληλοπαθητικός] αλ-λη-λο-πα-θη-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που αναφέρεται στην αλληλοπάθεια: αντιµετώπιση των ζιζανίων µε ~ά φυτά (= που παράγουν τοξικές ουσίες). Φύλλα και σπόροι με ισχυρή ~ή δράση. Βλ. -παθητικός. [< αγγλ. allelopathic, 1960] | |
| 2252 | αλληλοπεριχώρηση | [ἀλληλοπεριχώρηση] αλ-λη-λο-πε-ρι-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. συνύπαρξη προσώπων, ιδεολογιών, απόψεων, χωρίς να χάνουν την ιδιαιτερότητά τους: ~ θεολογίας και πολιτικής. 2. ΘΕΟΛ. περιχώρηση. | |
| 2253 | αλληλοσεβασμός | [ἀλληλοσεβασμός] αλ-λη-λο-σε-βα-σμός ουσ. (αρσ.): αμοιβαίος σεβασμός: ο ~ ανάμεσα στους λαούς/των πολιτισμών. Κλίμα/σχέσεις ~ού και εμπιστοσύνης. Δεν υπάρχει ίχνος ~ού μεταξύ τους. | |
| 2254 | αλληλοσκοτωμός | [ἀλληλοσκοτωμός] αλ-λη-λο-σκο-τω-μός ουσ. (αρσ.): σύγκρουση με απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και από τις δύο πλευρές, ειδικότ.-σπάν. μεταξύ δύο προσώπων: ~ συγγενών και φίλων. Να σταματήσει ο ~!|| ~ αδελφών. Πβ. αλληλο-εξόντωση, -σπαραγμός. Βλ. εμφύλιος. | |
| 2255 | αλληλοσκοτώνονται | [ἀλληλοσκοτώνονται] αλ-λη-λο-σκο-τώ-νο-νται ρ. {σπάν. στο γ' εν.}: (για άτομα) σκοτώνει ο ένας τον άλλο ή κυρ. (για ομάδες) συγκρούονται με αμοιβαίες απώλειες: Οι συμμορίες ~ονταν για την επικράτηση της μίας έναντι της άλλης. Πβ. αλληλοσφάζονται. [< γαλλ. s΄entretuer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ