| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31309 | μικροαρχιτεκτονική | μι-κρο-αρ-χι-τε-κτο-νι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. οργάνωση του υλικού και του λογισμικού ενός συστήματος μικροϋπολογιστή: ~ επεξεργαστή. 2. ΙΑΤΡ. δομή οργάνου ή σώματος σε μικροσκοπικό επίπεδο: ~ οστού. [< αγγλ. microarchitecture] | |
| 31310 | μικροαστικός | , ή, ό μι-κρο-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους μικροαστούς: ~ή: ζωή/ηθική/ιδεολογία/καταγωγή/κοινωνία/νοοτροπία/οικογένεια. ~ό: περιβάλλον. Βλ. μεσοαστικός. ΑΝΤ. μεγαλοαστικός ● ΣΥΜΠΛ.: μικροαστική τάξη: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. το κατώτερο στρώμα της αστικής τάξης. [< γαλλ. petite bourgeoisie] | |
| 31311 | μικροαστισμός | μι-κρο-α-στι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): νοοτροπία, συμπεριφορά, τρόπος ζωής που χαρακτηρίζει τους μικροαστούς. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. μεγαλοαστισμός | |
| 31312 | μικροαστός, μικροαστή | μι-κρο-α-στός επίθ./ουσ. 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. πρόσωπο που ανήκει στα κατώτερα (οικονομικά) στρώματα της αστικής τάξης. Βλ. μεσοαστός. ΑΝΤ. μεγαλοαστός, μεγαλοαστή 2. (μειωτ.) κάθε πρόσωπο που φέρει τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ατόμων που ανήκουν στη μικροαστική τάξη. [< γαλλ. petit bourgeois] | |
| 31313 | μικροατύχημα | μι-κρο-α-τύ-χη-μα ουσ. (ουδ.) {μικροατυχήμ-ατα}: ατύχημα με ασήμαντες συνέπειες: καθημερινά ~ατα. Είχε ένα ~ με τη μηχανή του. | |
| 31314 | μικροβαρύτητα | μι-κρο-βα-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. -ΦΥΣ. πολύ μικρή δύναμη βαρύτητας που υπάρχει στο Διάστημα: πειράματα σε περιβάλλον/συνθήκες ~ας. [< αγγλ. microgravity, 1974, γαλλ. microgravité, 1975] | |
| 31315 | μικροβάτ | μι-κρο-βάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. μW): ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα ισχύος ίση με το ένα εκατομμυριοστό του βατ. [< αγγλ. microwatt, περ. 1909] | |
| 31316 | μικροβιαιμία | μι-κρο-βι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βακτηριαιμία. Βλ. -αιμία. | |
| 31317 | μικροβιακός | , ή, ό μι-κρο-βι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα μικρόβια ή οφείλεται σε αυτά: ~ός: έλεγχος (τροφίμων)/παράγοντας/πληθυσμός. ~ή: δραστηριότητα/λοίμωξη/μηνιγγίτιδα/οικολογία/πλάκα/πνευμονία. [< γαλλ. microbien, αγγλ. microbial] | |
| 31318 | μικρόβιο | μι-κρό-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (κυρ. λόγ.) -ίου} 1. ΒΙΟΛ. {κυρ. στον πληθ.} παθογόνος μονοκύτταρος μικροοργανισμός και γενικότ. κάθε μικροοργανισμός αόρατος διά γυμνού οφθαλμού: (αν)αερόβια ~α. Ανάπτυξη/καλλιέργεια/μετάδοση ~ίων. Προστασία από τα ~α (βλ. ασηψία, εμβόλιο). Είχε προσβληθεί από ~. Πβ. ιός. Βλ. ζύμωση, βάκιλος, βακτήριο, μύκητας, πρωτόζωο. 2. (μτφ.) έντονο ενδιαφέρον, υπέρμετρος ζήλος για κάτι: Έχει το ~ της πολιτικής στο αίμα του. Έχει κολλήσει το ~ της τέχνης. Πβ. ζιζάνιο. 3. (για πρόσ.-νεαν. αργκό) μικροκαμωμένος ή ασήμαντος, τιποτένιος. [< γαλλ.- αγγλ. microbe] | |
| 31319 | μικροβιοκτονία | μι-κρο-βι-ο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξουδετέρωση μικροβίων, μικροοργανισμών: ~-απολύμανση εσωτερικών χώρων. Βλ. -κτονία. | |
| 31320 | μικροβιοκτόνος | , ος, ο μι-κρο-βι-ο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που σκοτώνει, εξουδετερώνει τα μικρόβια: ~α: σκευάσματα. Η ~ δράση των αντιβιοτικών. Οι υπεριώδεις ακτινοβολίες έχουν ~ες ιδιότητες. Πβ. βακτηριοκτόνος. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: μικροβιοκτόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικές συνήθ. ουσίες που σκοτώνουν τα μικρόβια: εμβόλια και ~. Οικολογικές καλλιέργειες χωρίς ~. [< γαλλ.-αγγλ. microbicide] | |
| 31321 | μικροβιολογία | μι-κρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των μικροοργανισμών και η αντίστοιχη ιατρική ειδικότητα: γενική/εφαρμοσμένη/κλινική/μοριακή/περιβαλλοντική ~. ~ εδάφους/τροφίμων. Πβ. βιοπαθολογία. Βλ. βακτηριο-, ιο-, μυκητο-λογία. [< γαλλ. microbiologie, αγγλ. microbiology] | |
| 31322 | μικροβιολογικός | , ή, ό μι-κρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μικροβιολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/εξέταση/κατάσταση (τροφίμων). ~ό: εργαστήριο/ιατρείο/κέντρο/τμήμα. [< γαλλ. microbiologique, αγγλ. microbiological] | |
| 31323 | μικροβιολόγος | μι-κρο-βι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη μικροβιολογία: ιατρός ~. ~ τροφίμων. ~-βιοπαθολόγος. Εξέταση δείγματος αίματος από ~ο. [< γαλλ. microbiologiste, αγγλ. microbiologist] | |
| 31324 | μικροβιομηχανία | μι-κρο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): μικρή σε μέγεθος και αριθμό εργαζομένων παραγωγική μονάδα. Βλ. -βιομηχανία, βιοτεχνία. ΑΝΤ. μεγαλοβιομηχανία | |
| 31325 | μικροβιοτεχνία | μι-κρο-βι-ο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): μικρή σε μέγεθος βιοτεχνία, με περιορισμένη δυνατότητα παραγωγής. Βλ. μικροεπιχείρηση. | |
| 31326 | μικροβιουρία | μι-κρο-βι-ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία μικροβίων στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. bactériurie, αγγλ. bacteriuria] | |
| 31327 | μικροβιοφοβία | μι-κρο-βι-ο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υπερβολικό, παθολογικό φόβο για τα μικρόβια. Βλ. αρρωστοφοβία, υποχονδρία, -φοβία. [< γαλλ. bactériophobie] | |
| 31328 | μικρογεύμα | [μικρογεῦμα] μι-κρο-γεύ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρή ποσότητα φαγητού, ελαφρύ γεύμα: Το κυλικείο σερβίρει ~ατα και αναψυκτικά. Πβ. σνακ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ