| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31329 | μικρογλυπτική | μι-κρο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της δημιουργίας γλυπτών σε μικρές διαστάσεις. | |
| 31330 | μικρογονιμοποίηση | μι-κρο-γο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έγχυση σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο, μικροχειρουργική γονιμοποίηση: εξωσωματική γονιμοποίηση με ~. Πβ. σπερματέγχυση. Βλ. αζωοσπερμία, στειρότητα, υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, υπογονιμότητα. | |
| 31331 | μικρογραμμάριο | μι-κρο-γραμ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (σύμβ. μg): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα ίση με το ένα εκατομμυριοστό του γραμμαρίου. [< αγγλ. microgram, γαλλ. microgramme, 1931] | |
| 31332 | μικρογράμματος | , η, ο μι-κρο-γράμ-μα-τος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που γράφεται ή έχει γραφεί με πεζά γράμματα: ~ος: κώδικας. ~η: γραφή. ΑΝΤ. κεφαλαιογράμματος, μεγαλογράμματος | |
| 31333 | μικρογραφία | μι-κρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφικό έργο πολύ μικρών διαστάσεων και η αντίστοιχη τέχνη ή τεχνική· κατ' επέκτ. αντικείμενο ή έργο τέχνης πολύ πιο μικρό σε μέγεθος σε σχέση με αυτό που αναπαριστά: βυζαντινή ~. Έγχρωμες ~ες. ~ χειρογράφου του 11ου αι. (: εικονογραφημένο χειρόγραφο). ~ες με παραστάσεις αγίων.|| Χρυσή ~. ~ες παραδοσιακών ενδυμασιών/πλοίων. ~ κτιρίου (πβ. μακέτα). Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. μινιατούρα 2. (μτφ.) για κάτι που είναι όμοιο, αλλά μικρότερο σε έκταση ή μέγεθος σε σχέση με κάτι άλλο: Το σχολείο ως ~ της κοινωνίας. Τα αστικά κέντρα της περιφέρειας εξελίσσονται σε ~ες της πρωτεύουσας. ΣΥΝ. μινιατούρα 3. ΠΛΗΡΟΦ. αναπαράσταση κανονικής εικόνας σε σμίκρυνση: ~ μιας φωτογραφίας. Κάνε κλικ πάνω στις ~ες για μεγέθυνση. 4. (επιστ.) μικροσκοπική εξέταση αντικειμένου: ηλεκτρονική ~. Βλ. μακρογραφία. ● ΦΡ.: σε μικρογραφία: σε μικρότερη κλίμακα, έκταση, σε μικρότερο μέγεθος, εύρος: η Γη ~ ~. Πόλεις/χάρτες ~ ~. (μτφ.) Η κοινωνία ~ ~. [< πβ. μεσν. μικρογραφία ‘γραφή με βραχύ φωνήεν’, γαλλ. micrographie, αγγλ. micrography] | |
| 31334 | μικρογραφικός | , ή, ό μι-κρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναφέρεται στη μικρογραφία ή δημιουργείται με μικρογραφία: ~ή: αναπαράσταση/τέχνη/τοιχογραφία. [< γαλλ. micrographique, αγγλ. micrographic] | |
| 31335 | μικρογράφος | μι-κρο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που δημιουργεί μικρογραφίες ή διακοσμεί κάτι με αυτές: αριστοτέχνης/βυζαντινός ~. Καλλιγράφος/κωδικογράφος και ~. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. micrographe, αγγλ. micrographer] | |
| 31336 | μικροδάνειο | μι-κρο-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. μικρό δάνειο (μέχρι 25.000 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση) που χορηγείται σε ανέργους ή μικροεπαγγελματίες για την ίδρυση ή στήριξη μικρής επιχείρησης· γενικότ. μικρό δάνειο. [< αγγλ. microloan, 1988] | |
| 31337 | μικροδείχνω | μι-κρο-δεί-χνω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ’ πρόσ.}: φαίνομαι μικρότερος στην ηλικία απ' όσο είμαι. ΣΥΝ. νεάζω & νεανίζω (2) ΑΝΤ. μεγαλοδείχνω, μεγαλοφέρνω | |
| 31338 | μικροδερμοαπόξεση | μι-κρο-δερ-μο-α-πό-ξε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος απολέπισης του δέρματος με ειδικό μηχάνημα εκτόξευσης μικροκρυστάλλων: ~ για βελτίωση της λιπαρότητας της επιδερμίδας/θεραπεία δερματικών ουλών. Βλ. πίλινγκ. [< αγγλ. microdermabrasion, 1993, γαλλ. ~] | |
| 31339 | μικροδευτερόλεπτο | μι-κρο-δευ-τε-ρό-λε-πτο ουσ. (ουδ.) (σύμβ. μsec): ΦΥΣ. μονάδα χρόνου ίση με το ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου. [< αγγλ. microsecond, 1906] | |
| 31340 | μικροδιακινητής | μι-κρο-δι-α-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): πρόσωπο που διακινεί μικρές ποσότητες παράνομων ουσιών. Πβ. βαποράκι. | |
| 31341 | μικροδιάστημα | μι-κρο-δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {μικροδιαστήμ-ατα} 1. ΜΟΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} διάστημα μικρότερο από το ημιτόνιο: Στην ανατολίτικη/δημοτική μουσική παράδοση χρησιμοποιούνται τα ~ατα. Βλ. συγκερασμένο διάστημα. 2. (προφ.) σύντομο χρονικό διάστημα: Προσλήφθηκε για ένα ~. Η ομάδα απέδωσε στον αγωνιστικό χώρο, με εξαίρεση κάποια ~ατα. | |
| 31342 | μικροδιατάξεις | μι-κρο-δι-α-τά-ξεις ουσ. (θηλ.) (οι) 1. ΒΙΟΛ. μικρομόρια οργανωμένα σε δικτυωτό πλέγμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνολογικά στοιχεία ή όργανα μικρού μεγέθους τοποθετημένα σε καθορισμένη σειρά: ολοκληρωμένα κυκλώματα και ηλεκτρονικές ~. Πβ. τσιπ. [< αγγλ. microarrays, 1995] | |
| 31343 | μικροδιαφορά | μι-κρο-δια-φο-ρά ουσ. (θηλ.) {κυρ. στον πληθ.} 1. ελάχιστη διαφορά ή ασήμαντη διαφωνία: ~ στην τιμή. ~ με το πρωτότυπο.|| Παρά τις ~ές τους, βρήκαν κοινό σημείο επικοινωνίας. 2. ΝΟΜ. διαδικασία με την οποία εκδικάζονται στο ειρηνοδικείο αγωγές που αφορούν διαφορές για μικροποσά. | |
| 31344 | μικροδιδασκαλία | μι-κρο-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. εργαστηριακή άσκηση στην οποία μικρές ομάδες σπουδαστών με τη βοήθεια ενός συμβούλου-καθηγητή λειτουργούν διαδοχικά ως εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενοι, με σκοπό την παρατήρηση και διερεύνηση των διαδικασιών της διδασκαλίας. [< αμερικ. microteaching, 1964] | |
| 31345 | μικροδιήθηση | μι-κρο-δι-ή-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εργαστηριακή διεργασία διαχωρισμού ρευστών, αιωρημάτων ή μικροοργανισμών (με υλικό που έχει πόρους μικρής διαμέτρου): μεμβράνες/μονάδες ~ης. 2. ΙΑΤΡ. μικρή επέκταση κακοήθων κυττάρων σε γειτονικούς ιστούς (σε περίπτωση καρκινώματος in situ): εστίες ~ης. [< 1: αγγλ. microfiltration 2: αγγλ. microinvasion] | |
| 31346 | μικροδιόρθωση | μι-κρο-δι-όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.): διόρθωση μικρών, ασήμαντων λαθών ή ατελειών: βελτιώσεις και ~ώσεις στο αρχικό κείμενο. | |
| 31347 | μικροδομή | μι-κρο-δο-μή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το σύνολο των μικρότερων δομικών στοιχείων που αποτελούν μια ευρύτερη δομή: ~ μετάλλου/υλικών. Ανάλυση ~ής.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ κειμένου (: οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα γλωσσικά στοιχεία μέσα στα όρια μιας πρότασης)/λεξικού (: το σύνολο των πληροφοριών που περιέχονται σε κάθε λήμμα). ΑΝΤ. μακροδομή [< αγγλ. microstructure, γαλλ. ~] | |
| 31348 | μικροδονήσεις | μι-κρο-δο-νή-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. μικροδόνηση} 1. ΓΕΩΛ. ασθενή, σχεδόν συνεχή σεισμικά κύματα της Γης, που δεν οφείλονται σε συγκεκριμένο σεισμό, αλλά στην ανθρώπινη δραστηριότητα ή στις ταλαντώσεις του γήινου φλοιού: ανίχνευση/μέτρηση ~εων. 2. (προφ.) μικροσεισμός. 3. κάθε δόνηση (ταχέως επαναλαμβανόμενη κίνηση) μικρού μεγέθους: Συσκευή που παράγει 4.000 ~ το λεπτό. [< 1: αγγλ. microtremors 2: αγγλ. microearthquake, 1965] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ