Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32000-32020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31312μικροαστός, μικροαστήμι-κρο-α-στός επίθ./ουσ. 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. πρόσωπο που ανήκει στα κατώτερα (οικονομικά) στρώματα της αστικής τάξης. Βλ. μεσοαστός. ΑΝΤ. μεγαλοαστός, μεγαλοαστή 2. (μειωτ.) κάθε πρόσωπο που φέρει τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ατόμων που ανήκουν στη μικροαστική τάξη. [< γαλλ. petit bourgeois]
31313μικροατύχημαμι-κρο-α-τύ-χη-μα ουσ. (ουδ.) {μικροατυχήμ-ατα}: ατύχημα με ασήμαντες συνέπειες: καθημερινά ~ατα. Είχε ένα ~ με τη μηχανή του.
31314μικροβαρύτηταμι-κρο-βα-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. -ΦΥΣ. πολύ μικρή δύναμη βαρύτητας που υπάρχει στο Διάστημα: πειράματα σε περιβάλλον/συνθήκες ~ας. [< αγγλ. microgravity, 1974, γαλλ. microgravité, 1975]
31315μικροβάτμι-κρο-βάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. μW): ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα ισχύος ίση με το ένα εκατομμυριοστό του βατ. [< αγγλ. microwatt, περ. 1909]
31316μικροβιαιμίαμι-κρο-βι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βακτηριαιμία. Βλ. -αιμία.
31317μικροβιακός, ή, ό μι-κρο-βι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα μικρόβια ή οφείλεται σε αυτά: ~ός: έλεγχος (τροφίμων)/παράγοντας/πληθυσμός. ~ή: δραστηριότητα/λοίμωξη/μηνιγγίτιδα/οικολογία/πλάκα/πνευμονία. [< γαλλ. microbien, αγγλ. microbial]
31318μικρόβιομι-κρό-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (κυρ. λόγ.) -ίου} 1. ΒΙΟΛ. {κυρ. στον πληθ.} παθογόνος μονοκύτταρος μικροοργανισμός και γενικότ. κάθε μικροοργανισμός αόρατος διά γυμνού οφθαλμού: (αν)αερόβια ~α. Ανάπτυξη/καλλιέργεια/μετάδοση ~ίων. Προστασία από τα ~α (βλ. ασηψία, εμβόλιο). Είχε προσβληθεί από ~. Πβ. ιός. Βλ. ζύμωση, βάκιλος, βακτήριο, μύκητας, πρωτόζωο. 2. (μτφ.) έντονο ενδιαφέρον, υπέρμετρος ζήλος για κάτι: Έχει το ~ της πολιτικής στο αίμα του. Έχει κολλήσει το ~ της τέχνης. Πβ. ζιζάνιο. 3. (για πρόσ.-νεαν. αργκό) μικροκαμωμένος ή ασήμαντος, τιποτένιος. [< γαλλ.- αγγλ. microbe]
31319μικροβιοκτονίαμι-κρο-βι-ο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξουδετέρωση μικροβίων, μικροοργανισμών: ~-απολύμανση εσωτερικών χώρων. Βλ. -κτονία.
31320μικροβιοκτόνος, ος, ο μι-κρο-βι-ο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που σκοτώνει, εξουδετερώνει τα μικρόβια: ~α: σκευάσματα. Η ~ δράση των αντιβιοτικών. Οι υπεριώδεις ακτινοβολίες έχουν ~ες ιδιότητες. Πβ. βακτηριοκτόνος. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: μικροβιοκτόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικές συνήθ. ουσίες που σκοτώνουν τα μικρόβια: εμβόλια και ~. Οικολογικές καλλιέργειες χωρίς ~. [< γαλλ.-αγγλ. microbicide]
31321μικροβιολογίαμι-κρο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των μικροοργανισμών και η αντίστοιχη ιατρική ειδικότητα: γενική/εφαρμοσμένη/κλινική/μοριακή/περιβαλλοντική ~. ~ εδάφους/τροφίμων. Πβ. βιοπαθολογία. Βλ. βακτηριο-, ιο-, μυκητο-λογία. [< γαλλ. microbiologie, αγγλ. microbiology]
31322μικροβιολογικός, ή, ό μι-κρο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μικροβιολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/εξέταση/κατάσταση (τροφίμων). ~ό: εργαστήριο/ιατρείο/κέντρο/τμήμα. [< γαλλ. microbiologique, αγγλ. microbiological]
31323μικροβιολόγοςμι-κρο-βι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη μικροβιολογία: ιατρός ~. ~ τροφίμων. ~-βιοπαθολόγος. Εξέταση δείγματος αίματος από ~ο. [< γαλλ. microbiologiste, αγγλ. microbiologist]
31324μικροβιομηχανίαμι-κρο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): μικρή σε μέγεθος και αριθμό εργαζομένων παραγωγική μονάδα. Βλ. -βιομηχανία, βιοτεχνία. ΑΝΤ. μεγαλοβιομηχανία
31325μικροβιοτεχνίαμι-κρο-βι-ο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): μικρή σε μέγεθος βιοτεχνία, με περιορισμένη δυνατότητα παραγωγής. Βλ. μικροεπιχείρηση.
31326μικροβιουρίαμι-κρο-βι-ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία μικροβίων στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. bactériurie, αγγλ. bacteriuria]
31327μικροβιοφοβίαμι-κρο-βι-ο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υπερβολικό, παθολογικό φόβο για τα μικρόβια. Βλ. αρρωστοφοβία, υποχονδρία, -φοβία. [< γαλλ. bactériophobie]
31328μικρογεύμα[μικρογεῦμα] μι-κρο-γεύ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρή ποσότητα φαγητού, ελαφρύ γεύμα: Το κυλικείο σερβίρει ~ατα και αναψυκτικά. Πβ. σνακ.
31329μικρογλυπτικήμι-κρο-γλυ-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της δημιουργίας γλυπτών σε μικρές διαστάσεις.
31330μικρογονιμοποίησημι-κρο-γο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έγχυση σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο, μικροχειρουργική γονιμοποίηση: εξωσωματική γονιμοποίηση με ~. Πβ. σπερματέγχυση. Βλ. αζωοσπερμία, στειρότητα, υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, υπογονιμότητα.
31331μικρογραμμάριομι-κρο-γραμ-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (σύμβ. μg): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα ίση με το ένα εκατομμυριοστό του γραμμαρίου. [< αγγλ. microgram, γαλλ. microgramme, 1931]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.