| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31349 | μικροδουλειά | μι-κρο-δου-λειά ουσ. (θηλ.): απλή, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις δουλειά ή εύκολη υπόθεση: καθημερινές ~ές. Οι ~ές του κήπου/του σπιτιού. Έκανε διάφορες ~ές (πβ. ψευτοδουλειά), για να ζήσει. Τον έστελνε συχνά για θελήματα και ~ές. ΣΥΝ. ψιλοδουλειά (2) | |
| 31350 | μικροεγκληματικότητα | μι-κρο-ε-γκλη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): γενική ονομασία αδικημάτων, κυρ. κατά της ιδιοκτησίας, χωρίς σοβαρές ποινικές κυρώσεις (π.χ. κλοπές, διαρρήξεις, σωματικές βλάβες, τροχαίες παραβάσεις): ~ στον δρόμο. Καταστολή/κρούσματα/πάταξη της ~ας. Βλ. οργανωμένο έγκλημα. | |
| 31351 | μικροεγωισμοί | μι-κρο-ε-γω-ι-σμοί ουσ. (αρσ.) (οι): εγωιστική συμπεριφορά που φανερώνει μικροπρέπεια: Αφήστε στην άκρη ~ούς και εμπάθειες και συμφιλιωθείτε. | |
| 31352 | μικροελεγκτής | μι-κρο-ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. μικροεπεξεργαστής σε ένα μόνο ολοκληρωμένο κύκλωμα: ~ ποντικιού. [< αγγλ. microcontroller, 1971] | |
| 31353 | μικροελλείψεις | μι-κρο-ελ-λεί-ψεις ουσ. (θηλ.) (οι): μικρές, ασήμαντες ελλείψεις: ~ σε είδη διατροφής. | |
| 31354 | μικροεμπόριο | βλ. μικρεμπόριο | |
| 31355 | μικροέμπορος | βλ. μικρέμπορος | |
| 31356 | μικροενόχληση | μι-κρο-ε-νό-χλη-ση ουσ. (θηλ.): ελαφρύς πόνος, ασήμαντη αδιαθεσία: Αισθάνθηκε μια ~ στο γόνατο. Είχε κάποιες ~ήσεις στη μέση. | |
| 31357 | μικροεντολή | μι-κρο-ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. στοιχειώδης εντολή ελέγχου και διαχείρισης δεδομένων σε γλώσσα μηχανής: προγραμματισμός με ~ές. Ακολουθία ~ών. Βλ. μακροεντολή. [< αγγλ. microinstruction, 1959, γαλλ. micro-instruction, περ. 1968] | |
| 31358 | μικροέξοδα | μι-κρο-έ-ξο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): μικρές δαπάνες, συνήθ. για τις καθημερινές ανάγκες: προσωπικά ~. ~ επιχείρησης/νοικοκυριού/ταξιδιού. ~ γραφείου για γραφική ύλη και φωτοτυπίες. | |
| 31359 | μικροέξοδος | μι-κρο-έ-ξο-δος ουσ. (θηλ.): μικρή εκτροπή αγωνιστικού αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας από την πίστα ή τη διαδρομή. | |
| 31360 | μικροεπαγγελματίας | μι-κρο-ε-παγ-γελ-μα-τί-ας επίθ./ουσ.: επαγγελματίας με περιορισμένα κεφάλαια ή με λιγοστά εισοδήματα. | |
| 31361 | μικροεπεισόδιο | μι-κρο-ε-πει-σό-δι-ο ουσ. (ουδ.): επεισόδιο, συμβάν, ιδ. φιλονικία, μικρής έκτασης: Ένταση και ~α σημειώθηκαν στο γήπεδο. | |
| 31362 | μικροεπέμβαση | μι-κρο-ε-πέμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εγχείρηση που δεν εμπερικλείει σοβαρούς κινδύνους για τον ασθενή: ~ αφαίρεσης οζιδίου. 2. περιορισμένη ανάμειξη, παρέμβαση ή διόρθωση: αισθητικές ~άσεις. Αποκατάσταση ζημιών και ~άσεις στο επαρχιακό οδικό δίκτυο. | |
| 31363 | μικροεπενδυτής | μι-κρο-ε-πεν-δυ-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο που επενδύει μικρά χρηματικά ποσά, κυρ. στο χρηματιστήριο. | |
| 31364 | μικροεπεξεργαστής | μι-κρο-ε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. -ΠΛΗΡΟΦ. κεντρική μονάδα επεξεργασίας που αποτελείται από ένα μόνο ενσωματωμένο κύκλωμα και επιτελεί τις βασικές λειτουργίες ενός μικροϋπολογιστή και ο ίδιος ο μικροϋπολογιστής: ~ ελέγχου. Πβ. τσιπ. Βλ. μικροελεγκτής. [< αμερικ. microprocessor, 1969, γαλλ. microprocesseur, 1973] | |
| 31365 | μικροεπίπεδο | μι-κρο-ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): στενότερο επίπεδο, περιορισμένη κλίμακα: διδασκαλία σε ~. ΑΝΤ. μακροεπίπεδο | |
| 31366 | μικροέπιπλο | μι-κρο-έ-πι-πλο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: έπιπλο μικρού μεγέθους: ξύλινα ~α και είδη δώρων. | |
| 31367 | μικροεπιχειρηματίας | μι-κρο-ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης μικροεπιχείρησης. ΑΝΤ. μεγαλοεπιχειρηματίας | |
| 31368 | μικροεπιχείρηση | μι-κρο-ε-πι-χεί-ρη-ση ουσ. (θηλ.): επιχείρηση με μικρό κεφάλαιο, περιορισμένο κύκλο εργασιών και αριθμό εργαζομένων. [< γαλλ. microenterprise, 1978, αγγλ. microenterprise, 1980] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ