Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32040-32060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31352μικροελεγκτήςμι-κρο-ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. μικροεπεξεργαστής σε ένα μόνο ολοκληρωμένο κύκλωμα: ~ ποντικιού. [< αγγλ. microcontroller, 1971]
31353μικροελλείψειςμι-κρο-ελ-λεί-ψεις ουσ. (θηλ.) (οι): μικρές, ασήμαντες ελλείψεις: ~ σε είδη διατροφής.
31354μικροεμπόριοβλ. μικρεμπόριο
31355μικροέμποροςβλ. μικρέμπορος
31356μικροενόχλησημι-κρο-ε-νό-χλη-ση ουσ. (θηλ.): ελαφρύς πόνος, ασήμαντη αδιαθεσία: Αισθάνθηκε μια ~ στο γόνατο. Είχε κάποιες ~ήσεις στη μέση.
31357μικροεντολήμι-κρο-ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. στοιχειώδης εντολή ελέγχου και διαχείρισης δεδομένων σε γλώσσα μηχανής: προγραμματισμός με ~ές. Ακολουθία ~ών. Βλ. μακροεντολή. [< αγγλ. microinstruction, 1959, γαλλ. micro-instruction, περ. 1968]
31358μικροέξοδαμι-κρο-έ-ξο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): μικρές δαπάνες, συνήθ. για τις καθημερινές ανάγκες: προσωπικά ~. ~ επιχείρησης/νοικοκυριού/ταξιδιού. ~ γραφείου για γραφική ύλη και φωτοτυπίες.
31359μικροέξοδοςμι-κρο-έ-ξο-δος ουσ. (θηλ.): μικρή εκτροπή αγωνιστικού αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας από την πίστα ή τη διαδρομή.
31360μικροεπαγγελματίαςμι-κρο-ε-παγ-γελ-μα-τί-ας επίθ./ουσ.: επαγγελματίας με περιορισμένα κεφάλαια ή με λιγοστά εισοδήματα.
31361μικροεπεισόδιομι-κρο-ε-πει-σό-δι-ο ουσ. (ουδ.): επεισόδιο, συμβάν, ιδ. φιλονικία, μικρής έκτασης: Ένταση και ~α σημειώθηκαν στο γήπεδο.
31362μικροεπέμβασημι-κρο-ε-πέμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εγχείρηση που δεν εμπερικλείει σοβαρούς κινδύνους για τον ασθενή: ~ αφαίρεσης οζιδίου. 2. περιορισμένη ανάμειξη, παρέμβαση ή διόρθωση: αισθητικές ~άσεις. Αποκατάσταση ζημιών και ~άσεις στο επαρχιακό οδικό δίκτυο.
31363μικροεπενδυτήςμι-κρο-ε-πεν-δυ-τής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο που επενδύει μικρά χρηματικά ποσά, κυρ. στο χρηματιστήριο.
31364μικροεπεξεργαστήςμι-κρο-ε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. -ΠΛΗΡΟΦ. κεντρική μονάδα επεξεργασίας που αποτελείται από ένα μόνο ενσωματωμένο κύκλωμα και επιτελεί τις βασικές λειτουργίες ενός μικροϋπολογιστή και ο ίδιος ο μικροϋπολογιστής: ~ ελέγχου. Πβ. τσιπ. Βλ. μικροελεγκτής. [< αμερικ. microprocessor, 1969, γαλλ. microprocesseur, 1973]
31365μικροεπίπεδομι-κρο-ε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): στενότερο επίπεδο, περιορισμένη κλίμακα: διδασκαλία σε ~. ΑΝΤ. μακροεπίπεδο
31366μικροέπιπλομι-κρο-έ-πι-πλο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: έπιπλο μικρού μεγέθους: ξύλινα ~α και είδη δώρων.
31367μικροεπιχειρηματίαςμι-κρο-ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης μικροεπιχείρησης. ΑΝΤ. μεγαλοεπιχειρηματίας
31368μικροεπιχείρησημι-κρο-ε-πι-χεί-ρη-ση ουσ. (θηλ.): επιχείρηση με μικρό κεφάλαιο, περιορισμένο κύκλο εργασιών και αριθμό εργαζομένων. [< γαλλ. microenterprise, 1978, αγγλ. microenterprise, 1980]
31369μικροζημιάμι-κρο-ζη-μιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ασήμαντη, περιορισμένη ζημιά: Προκλήθηκαν/σημειώθηκαν ~ιές από την κακοκαιρία.Το κτίριο έχει υποστεί ~ιές από τον σεισμό. Πβ. μικροφθορές.
31370μικροζυθοποιίαμι-κρο-ζυ-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εταιρεία ζυθοποιίας με μικρές παραγωγικές δυνατότητες, προκειμένου να εξασφαλίζεται ποιοτικότερο αποτέλεσμα στο τελικό προϊόν· συνεκδ. το εργοστάσιο παραγωγής.
31371μικροηλεκτρονικήμι-κρο-η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. επιστημονικός κλάδος που σχετίζεται με την τεχνολογία παραγωγής ηλεκτρονικών διατάξεων πολύ μικρών διαστάσεων (π.χ. μικροκυκλώματα). Βλ. μικροτεχνολογία, νανοηλεκτρονική. [< αγγλ. microelectronics, 1958, γαλλ. microélectronique, 1966]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.