| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31409 | μικροκύτταρο | μι-κρο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. {κυρ. στον πληθ.} ερυθροκύτταρο με διάμετρο πολύ μικρότερη του φυσιολογικού, που εμφανίζεται κυρ. σε ορισμένες αναιμίες. 2. (σπάν.-μτφ.) μικρογραφία, βασικό συστατικό στοιχείο: η οικογένεια ως ~ της κοινωνίας. [< 1: γαλλ.-αγγλ. microcyte] | |
| 31410 | μικροκυψέλη | μι-κρο-κυ-ψέ-λη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. κεραία κινητής τηλεφωνίας με μικρή εμβέλεια, που παρέχει πρόσθετη κάλυψη σε περιοχές όπου οι ανάγκες των χρηστών είναι αυξημένες: συστήματα ~ών. [< αγγλ. microcell] | |
| 31411 | μικροκώδικας | μι-κρο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία μικροεντολών αποθηκευμένων κυρ. σε έναν μικροεπεξεργαστή: φορολογικός ~ (: λογισμικό διαχείρισης και ελέγχου των φορολογικών δεδομένων). [< αγγλ. microcode, 1958] | |
| 31412 | μικρολαθάκι | μι-κρο-λα-θά-κι ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.} (προφ.): πολύ μικρό, ασήμαντο λάθος: Ξέφυγαν κάποια ~ια στο κείμενο. | |
| 31413 | μικρολεπτομέρεια | μι-κρο-λε-πτο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (εμφατ.): μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια: Μένουν μόνο κάποιες ~ες για να υπογραφεί η συμφωνία. | |
| 31414 | μικρόλιθος | μι-κρό-λι-θος ουσ. (αρσ.) 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. μικρό λαξευμένο λίθινο εργαλείο από πυριτόλιθο ή οψιανό με ξύλινη ή οστέινη λαβή: προϊστορικός/τριγωνικός ~. 2. ΚΡΥΣΤ. μικροσκοπικός κρύσταλλος σε ηφαιστειακά πετρώματα. [< γαλλ. microlithe , αγγλ. microlith] | |
| 31415 | μικρολίτρο | μι-κρο-λί-τρο ουσ. (ουδ.) (σύμβ. μl): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης όγκου που ισοδυναμεί με ένα εκατομμυριοστό του λίτρου. [< γαλλ.-αγγλ. microlitre] | |
| 31416 | μικρολογία | μι-κρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συζήτηση για ασήμαντα πράγματα ή ενασχόληση με αυτά. Βλ. -λογία. [< αρχ. μικρολογία] | |
| 31417 | μικρομάγαζο | μι-κρο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) 1. μικρή επιχείρηση, μικρό μαγαζί: τουριστικά ~α με είδη λαϊκής τέχνης. Τα ~α της γειτονιάς/του χωριού. Πβ. μαγαζάκι. 2. (κατ' επέκτ.-μειωτ.) οτιδήποτε λειτουργεί πρόχειρα: πολιτικό ~. | |
| 31418 | μικρομάνα | μι-κρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): νεαρή μητέρα ή που έχει παιδί μικρής ηλικίας. Βλ. -μάνα. | |
| 31419 | μικρομεγαλισμός | μι-κρο-με-γα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): το να επιδιώκει κάποιος να εμφανίζεται ως σπουδαίος ή ισχυρός, ενώ δεν είναι: αλαζονεία/ηγεμονισμός/μεγαλοστομία και ~. Βλ. -ισμός. | |
| 31420 | μικρομέγαλος | , η, ο μι-κρο-μέ-γα-λος επίθ. (μειωτ.) 1. {συνήθ. το ουδ. ως ουσ.} (για παιδί ή έφηβο) που έχει μεγαλίστικη συμπεριφορά. 2. (σπάν.-μτφ.) που θέλει να ξεπεράσει τον μέσο όρο, να αποκτήσει ισχύ, ενώ έχει περιορισμένες δυνατότητες: ~ος: ηγεμονισμός. ~η: πολιτική. | |
| 31421 | μικρομερίδα | μι-κρο-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ποσότητα φαγητού που αντιστοιχεί περ. στο μισό της μερίδας: ~ες φρούτων και λαχανικών. | |
| 31422 | μικρομεσαίος | , α, ο [μικρομεσαῖος] μι-κρο-με-σαί-ος επίθ./ουσ.: που δεν έχει μεγάλη οικονομική δύναμη, ισχύ, που κατατάσσεται από οικονομική άποψη ανάμεσα στις ασθενέστερες και στις μεσαίες τάξεις: ~ος: αγρότης/έμπορος/επιχειρηματίας. ~α: βιομηχανία/επιχειρηματικότητα/επιχείρηση/εταιρεία/κατηγορία/κεφαλαιοποίηση. ~ο: αυτοκίνητο. ~α: εισοδήματα/στρώματα.|| (ως ουσ.) Φορολογικές ελαφρύνσεις σε ~ους. | |
| 31423 | μικρομετεωρολογία | μι-κρο-με-τε-ω-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα μικρής κλίμακας μετεωρολογικά φαινόμενα σε ύψος λίγων μέτρων από την επιφάνεια του εδάφους. [< αγγλ. micrometeorology, 1930, γαλλ. micrométéorologie] | |
| 31424 | μικρομέτοχος | μι-κρο-μέ-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει στην κατοχή του λίγες μετοχές ή εταιρικά μερίδια. ΑΝΤ. μεγαλομέτοχος | |
| 31425 | μικρομετρία | μι-κρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΜΕΤΡΟΛ. μέτρηση μικροσκοπικών αντικειμένων ή πολύ μικρών αποστάσεων ή διαστάσεων, με τη βοήθεια μικρομέτρου. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. micrométrie, αγγλ. micrometry] | |
| 31426 | μικρομετρικός | , ή, ό μι-κρο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΕΤΡΟΛ. που αναφέρεται στη μικρομετρία ή το μικρόμετρο: ~ός: κοχλίας (: που χρησιμοποιείται για εξαιρετικά ακριβείς ρυθμίσεις και αποτελεί κύριο μέρος του μικρόμετρου)/μηχανισμός/συντονισμός. ~ή: ακρίβεια/κλίμακα/ρύθμιση. ~ό: όργανο. ~ές: κινήσεις. ● επίρρ.: μικρομετρικά [< γαλλ. micrométrique, αγγλ. micrometric(al)] | |
| 31427 | μικρόμετρο | μι-κρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ακριβούς μέτρησης πολύ μικρών αποστάσεων, διαστάσεων: ηλεκτρονικό/ωρολογιακό ~. Βλ. -μετρο. 2. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. μm) μονάδα μήκους που ισοδυναμεί με το ένα εκατομμυριοστό του μέτρου. Βλ. μικρο-. ΣΥΝ. μικρό(ν) [< 1: γαλλ. micromètre, αγγλ. micrometer 2: αγγλ. micrometre, γαλλ. micromètre, 1959] | |
| 31428 | μικρομηκάς | [μικρομηκᾶς] μι-κρο-μη-κάς επίθ./ουσ. {μικρομηκάδες, συνήθ. στον πληθ.}: ΚΙΝΗΜ. (αργκό) κινηματογραφιστής ταινίας μικρού μήκους. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ