| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31392 | μικροκλίμακα | μι-κρο-κλί-μα-κα ουσ. (θηλ.): πολύ μικρή κλίμακα: μετρήσεις/πειράματα χημείας σε ~.|| (μτφ.) Η ~ της επαρχιακής ζωής/μιας τοπικής κοινωνίας. [< αγγλ. microscale, 1929] | |
| 31393 | μικροκλοπή | μι-κρο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): κλοπή αντικειμένου μικρής αξίας ή ευτελούς ποσού. | |
| 31394 | μικροκοινωνιολογία | μι-κρο-κοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις δομές των σχέσεων που αναπτύσσονται σε μικρά σύνολα και μονάδες, μέσα σε μια ευρύτερη κοινωνία: ~ της σχολικής τάξης. ΑΝΤ. μακροκοινωνιολογία [< γαλλ. microsociologie, 1939, αγγλ. microsociology, 1941] | |
| 31395 | μικρόκοκκος | μι-κρό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. σφαιρικό, αερόβιο βακτήριο, που συνήθ. δεν είναι παθογόνο. 2. (σπάν.) κόκκος μικρών διαστάσεων: ~οι πιτυρίδας/σκόνης. [< γαλλ. microcoque , αγγλ. micrococcus] | |
| 31396 | μικροκομματικός | , ή, ό μι-κρο-κομ-μα-τι-κός επίθ.: που διακρίνεται από μικροκομματισμό: ~ός: ανταγωνισμός/λαϊκισμός. ~ή: αντιπαράθεση/νοοτροπία/πολιτική/τακτική. ~ό: όφελος/συμφέρον. ~οί: υπολογισμοί. ~ές: σκοπιμότητες. ~ά: κίνητρα/κριτήρια. ~ή εκμετάλλευση των κοινωνικών προβλημάτων. | |
| 31397 | μικροκομματισμός | μι-κρο-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): παραμερισμός του κοινωνικού ή/και του εθνικού συμφέροντος προς όφελος του κομματικού. Βλ. -ισμός, λαϊκισμός. | |
| 31398 | μικροκομπίνα | μι-κρο-κο-μπί-να ουσ. (θηλ.): μικροαπάτη. | |
| 31399 | μικροκοσμικός | , ή, ό μι-κρο-κο-σμι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μικρόκοσμο: ~ό: επίπεδο. ΑΝΤ. μακροκοσμικός ● επίρρ.: μικροκοσμικά [< γαλλ. microcosmique, αγγλ. microcosmical] | |
| 31400 | μικρόκοσμος | μι-κρό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όσμου} 1. μικρό κοινωνικό ή/και ψυχικό περιβάλλον που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός ευρύτερου συνόλου, στο οποίο και εντάσσεται: ο ~ της οικογένειας/της συνοικίας/του χωριού. ΑΝΤ. μακρόκοσμος (1) 2. ΦΙΛΟΣ. κάθε οντότητα ως μικρογραφία μιας άλλης μεγαλύτερης και κυρ. ο άνθρωπος σε σχέση με το Σύμπαν. ΑΝΤ. μακρόκοσμος (2) 3. ΦΥΣ. το άτομο και τα στοιχειώδη σωματίδια και γενικότ. ό,τι διακρίνεται μόνο με μικροσκόπιο: ο θαυμαστός ~ της ύλης. 4. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό περιβάλλον που υλοποιεί ένα συγκεκριμένο πλάνο δραστηριότητας: δικτυακός ~. Ο ~ ενός λογισμικού. 5. ΒΙΟΛ. το σύνολο των μικροοργανισμών: ο ~ των εντόμων. 6. (σπάν.) σύνολο μικρών παιδιών. Βλ. -κοσμος. [< 1: γαλλ. microcosme, αγγλ. microcosm 2: μεσν. μικρόκοσμος 3,4,5: αγγλ. microworld, 1955, γαλλ. micromonde, 1995] | |
| 31401 | μικροκρυσταλλικός | , ή, ό μι-κρο-κρυ-σταλ-λι-κός επίθ. (επιστ.): που έχει σχηματιστεί ή αποτελείται από πολύ μικρούς κρυστάλλους: ~ή: δομή/κυτταρίνη/μάζα. ~ό: πυρίτιο. [< αγγλ. microcrystallic] | |
| 31402 | μικροκρύσταλλος | μι-κρο-κρύ-σταλ-λος ουσ. (αρσ.) {κυρ. στον πληθ.}: ΧΗΜ.-ΟΡΥΚΤ. κρύσταλλος ορατός μόνο με μικροσκόπιο. [< αγγλ. micro-crystal, γαλλ. microcristal] | |
| 31403 | μικροκτηματίας | μι-κρο-κτη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.): κάτοχος μικρής κτηματικής περιουσίας. Βλ. μικροϊδιοκτήτης. ΑΝΤ. μεγαλοκτηματίας | |
| 31404 | μικροκυκλοφορία | μι-κρο-κυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κυκλοφορία του αίματος μέσω των μικρών αγγείων: Γαλάκτωμα που βελτιώνει/ενισχύει/τονώνει τη ~. Διαταραχές της ~ας. [< αγγλ. microcirculation, 1955] | |
| 31405 | μικροκύκλωμα | μι-κρο-κύ-κλω-μα ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό κύκλωμα πολύ μικρών διαστάσεων, μικρογραφία κυκλώματος: ~ ηλεκτρονικού υπολογιστή/μικροεπεξεργαστή. ΣΥΝ. μικροτσίπ [< αγγλ. microcircuit, 1959, γαλλ. microcircuit, 1961] | |
| 31406 | μικροκύματα | μι-κρο-κύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα πολύ μικρού μήκους, μεταξύ περ. ενός χιλιοστόμετρου και τριάντα εκατοστών: ακτινοβολία/δέσμη/εκπομπή/ραντάρ/συσκευή/συχνότητα ~άτων. Ευρεία χρήση των ~άτων στις τηλεπικοινωνίες, τη ραδιοφωνία, τη λειτουργία των ραντάρ και σε οικιακές συσκευές μαγειρικής. ● ΣΥΜΠΛ.: φούρνος μικροκυμάτων: που χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία υψηλής συχνότητας για πολύ γρήγορη θέρμανση τροφίμων. [< αγγλ. microwave oven, 1955, four à micro-ondes, 1970] [< αγγλ. microwaves, 1931, γαλλ. micro-ondes, 1984] | |
| 31407 | μικροκυματικός | , ή, ό μι-κρο-κυ-μα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στα μικροκύματα: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: ακτινοβολία/ζεύξη/τεχνολογία/τηλεπισκόπηση. ~ό: δίκτυο. ~ά: σήματα/συστήματα. [< αγγλ. microwave, 1933] | |
| 31408 | μικροκυτταρικός | , ή, ό μι-κρο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με κύτταρα μικρού μεγέθους ή αποτελείται από αυτά: ~ή: αναιμία. ~ό: καρκίνωμα. Βλ. μακροκυτταρικός. [< αγγλ. microcellular, 1909, microcytic, 1925, γαλλ. microcellulaire, microcytaire] | |
| 31409 | μικροκύτταρο | μι-κρο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. {κυρ. στον πληθ.} ερυθροκύτταρο με διάμετρο πολύ μικρότερη του φυσιολογικού, που εμφανίζεται κυρ. σε ορισμένες αναιμίες. 2. (σπάν.-μτφ.) μικρογραφία, βασικό συστατικό στοιχείο: η οικογένεια ως ~ της κοινωνίας. [< 1: γαλλ.-αγγλ. microcyte] | |
| 31410 | μικροκυψέλη | μι-κρο-κυ-ψέ-λη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. κεραία κινητής τηλεφωνίας με μικρή εμβέλεια, που παρέχει πρόσθετη κάλυψη σε περιοχές όπου οι ανάγκες των χρηστών είναι αυξημένες: συστήματα ~ών. [< αγγλ. microcell] | |
| 31411 | μικροκώδικας | μι-κρο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία μικροεντολών αποθηκευμένων κυρ. σε έναν μικροεπεξεργαστή: φορολογικός ~ (: λογισμικό διαχείρισης και ελέγχου των φορολογικών δεδομένων). [< αγγλ. microcode, 1958] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ