Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32100-32120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31429μικρομονάδαμι-κρο-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. μικρή βιομηχανική ή άλλη επιχείρηση. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μικροσκοπικό ηλεκτρονικό κύκλωμα.
31430μικρομόριαμι-κρο-μό-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μικρομόριο}: ΒΙΟΧ. βιομόρια μικρού μοριακού βάρους: οργανικά ~. ΑΝΤ. μακρομόρια [< αγγλ. micromolecules, γαλλ. micromolécules]
31431μικρομοριακός, ή, ό μι-κρο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αποτελείται από μικρομόρια ή αναφέρεται σε αυτά: ~ή: δομή/σύσταση. ~ές: ενώσεις/ουσίες/πρωτεΐνες. ~ά: συστατικά. ΑΝΤ. μακρομοριακός
31432μικρόμυαλος, η, ο μι-κρό-μυα-λος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από στενότητα πνεύματος, περιορισμένη αντίληψη. Βλ. ελαφρόμυαλος, μυωπικός. ΣΥΝ. μικρόνους, στενόμυαλος
31434μικρόνοιαμι-κρό-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): στενότητα πνεύματος, περιορισμένη πνευματική ικανότητα. [< μεσν. μικρόνοια]
31435μικρονοϊκός, ή, ό μι-κρο-νο-ϊ-κός επίθ.: μικρόνους: ~ή: αντίληψη.
31436μικρόνους, ους, ουν μι-κρό-νους επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από μικρόνοια. Πβ. μύωπας. ΣΥΝ. μικρόμυαλος, μικρονοϊκός, στενόμυαλος [< μεσν. μικρόνους]
31437μικροοικονομίαμι-κρο-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την οικονομική δραστηριότητα και συμπεριφορά σε επίπεδο οικονομικής μονάδας (ιδιώτες, επιχειρήσεις). ΣΥΝ. μικροοικονομική ΑΝΤ. μακροοικονομία ● μικροοικονομίες (οι): λιγοστές οικονομίες, αποταμιεύσεις: Επενδύω/χάνω τις ~ μου. [< αγγλ. microeconomics, 1943, γαλλ. microéconomie, 1956]
31438μικροοικονομικός, ή, ό μι-κρο-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη μικροοικονομία: ~ή: ανάλυση/θεωρία. ~ό: επίπεδο/περιβάλλον. ΑΝΤ. μακροοικονομικός ● Ουσ.: μικροοικονομική (η) & (προφ.) μικροοικονομικά (τα): μικροοικονομία. [< αγγλ. micro-economic, 1949, γαλλ. microéconomique, 1963]
31439μικροοργανισμόςμι-κρο-ορ-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. ζωντανός οργανισμός, ορατός μόνο με μικροσκόπιο: (αν)αερόβιοι/αιωρούμενοι/βακτηριακοί (: βακτήρια, ιοί)/ευεργετικοί/ευκαρυωτικοί/ζωικοί (: πρωτόζωα)/μολυσματικοί/παθογόνοι/προκαρυωτικοί/φυτικοί (: πρωτόφυτα, μύκητες· βλ. μικροχλωρίδα, σαπρόφυτα) ~οί. Πβ. μικρόβιο. [< γαλλ. micro-organisme, αγγλ. micro-organism]
31440μικροπαλαιοντολογίαμι-κρο-πα-λαι-ο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά απολιθώματα πολύ μικρών διαστάσεων με μικροσκόπιο. [< αγγλ. micropal(a)eontology]
31441μικροπανίδαμι-κρο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. το σύνολο των μικροσκοπικών ζώων (π.χ. βακτηρίων, μυκήτων, αλγών) που ζουν σε καθορισμένο περιβάλλον (συγκεκριμένο βιότοπο ή άλλο οργανισμό): ~ του εδάφους. Βλ. μικροχλωρίδα. 2. ΟΙΚΟΛ. πανίδα μικροπεριβάλλοντος. [< αγγλ. microfauna, 1902]
31442μικροπαντρεύωμι-κρο-πα-ντρεύ-ω ρ. (μτβ.) {μικροπάντρ-εψα, -εύτηκα, -εμένος} (προφ.): παντρεύω το παιδί μου σε μικρή ηλικία. ● Παθ.: μικροπαντρεύομαι: παντρεύομαι σε νεαρή ηλικία.
31443μικροπαρεξήγησημι-κρο-πα-ρε-ξή-γη-ση ουσ. (θηλ.): μικρή, ασήμαντη παρεξήγηση.
31444μικροπεριβάλλονμι-κρο-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.) 1. το περιβάλλον μιας πολύ μικρής, συγκεκριμένης περιοχής: το ~ ενός κτιρίου (: δομημένο περιβάλλον, μορφολογία εδάφους, θέα)/σπηλαίου. 2. περιορισμένος κοινωνικός περίγυρος: διδακτικό/μαθησιακό/οικογενειακό ~. Το ~ της σχολικής τάξης. 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. περιβάλλον σε μικροσκοπικό ή κυτταρικό επίπεδο: το ~ των καρκινικών όγκων/του μυελού των οστών. 4. ΟΙΚΟΝ. οι οικονομικές συνθήκες που επηρεάζουν άμεσα μια επιχείρηση, όπως ο αριθμός των ανταγωνιστών ή των προμηθευτών. ΑΝΤ. μακροπεριβάλλον [< αγγλ. microenvironment, 1931]
31445μικροπλαστικά μι-κρο-πλα-στι-κά ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν. μικροπλαστικό}: μικροσκοπικά κομμάτια πλαστικών, μήκους κάτω των πέντε χιλιοστών, που ρυπαίνουν επικίνδυνα το περιβάλλον με άμεσες επιπτώσεις στη διατροφική αλυσίδα και την υγεία. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< αγγλ. microplastic, 1990]
31446μικροπληροφορικήμι-κρο-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος που ασχολείται με τη χρήση της μικροηλεκτρονικής και των μικροϋπολογιστών στην πληροφορική. [< γαλλ. micro-informatique, 1974]
31447μικροπολιτικήμι-κρο-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.): πολιτική που ασκείται με γνώμονα το ατομικό ή το κομματικό συμφέρον· ειδικότ. χρήση αναξιοπρεπών μέσων και πρακτικών για την αντιμετώπιση του πολιτικού αντιπάλου: κομματική/κοντόφθαλμη ~. Πβ. πολιτικαντισμός. [< γαλλ. politiquaillerie]
31448μικροπολιτικός, ή, ό μι-κρο-πο-λι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την μικροπολιτική: ~ή: αντιπαράθεση/εκμετάλλευση/στάση/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: όφελος/παιχνίδι/συμφέρον. ~ές: σκοπιμότητες. Πβ. πολιτικάντικος. [< γαλλ. politicard]
31449μικροποσόμι-κρο-πο-σό ουσ. (ουδ.): μικρό, ασήμαντο χρηματικό ποσό: Πλήρωσε ένα ~. Την εκβίαζε και της αποσπούσε ~ά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.