| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31429 | μικρομονάδα | μι-κρο-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. μικρή βιομηχανική ή άλλη επιχείρηση. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μικροσκοπικό ηλεκτρονικό κύκλωμα. | |
| 31430 | μικρομόρια | μι-κρο-μό-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μικρομόριο}: ΒΙΟΧ. βιομόρια μικρού μοριακού βάρους: οργανικά ~. ΑΝΤ. μακρομόρια [< αγγλ. micromolecules, γαλλ. micromolécules] | |
| 31431 | μικρομοριακός | , ή, ό μι-κρο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αποτελείται από μικρομόρια ή αναφέρεται σε αυτά: ~ή: δομή/σύσταση. ~ές: ενώσεις/ουσίες/πρωτεΐνες. ~ά: συστατικά. ΑΝΤ. μακρομοριακός | |
| 31432 | μικρόμυαλος | , η, ο μι-κρό-μυα-λος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από στενότητα πνεύματος, περιορισμένη αντίληψη. Βλ. ελαφρόμυαλος, μυωπικός. ΣΥΝ. μικρόνους, στενόμυαλος | |
| 31434 | μικρόνοια | μι-κρό-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): στενότητα πνεύματος, περιορισμένη πνευματική ικανότητα. [< μεσν. μικρόνοια] | |
| 31435 | μικρονοϊκός | , ή, ό μι-κρο-νο-ϊ-κός επίθ.: μικρόνους: ~ή: αντίληψη. | |
| 31436 | μικρόνους | , ους, ουν μι-κρό-νους επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από μικρόνοια. Πβ. μύωπας. ΣΥΝ. μικρόμυαλος, μικρονοϊκός, στενόμυαλος [< μεσν. μικρόνους] | |
| 31437 | μικροοικονομία | μι-κρο-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την οικονομική δραστηριότητα και συμπεριφορά σε επίπεδο οικονομικής μονάδας (ιδιώτες, επιχειρήσεις). ΣΥΝ. μικροοικονομική ΑΝΤ. μακροοικονομία ● μικροοικονομίες (οι): λιγοστές οικονομίες, αποταμιεύσεις: Επενδύω/χάνω τις ~ μου. [< αγγλ. microeconomics, 1943, γαλλ. microéconomie, 1956] | |
| 31438 | μικροοικονομικός | , ή, ό μι-κρο-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη μικροοικονομία: ~ή: ανάλυση/θεωρία. ~ό: επίπεδο/περιβάλλον. ΑΝΤ. μακροοικονομικός ● Ουσ.: μικροοικονομική (η) & (προφ.) μικροοικονομικά (τα): μικροοικονομία. [< αγγλ. micro-economic, 1949, γαλλ. microéconomique, 1963] | |
| 31439 | μικροοργανισμός | μι-κρο-ορ-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. ζωντανός οργανισμός, ορατός μόνο με μικροσκόπιο: (αν)αερόβιοι/αιωρούμενοι/βακτηριακοί (: βακτήρια, ιοί)/ευεργετικοί/ευκαρυωτικοί/ζωικοί (: πρωτόζωα)/μολυσματικοί/παθογόνοι/προκαρυωτικοί/φυτικοί (: πρωτόφυτα, μύκητες· βλ. μικροχλωρίδα, σαπρόφυτα) ~οί. Πβ. μικρόβιο. [< γαλλ. micro-organisme, αγγλ. micro-organism] | |
| 31440 | μικροπαλαιοντολογία | μι-κρο-πα-λαι-ο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά απολιθώματα πολύ μικρών διαστάσεων με μικροσκόπιο. [< αγγλ. micropal(a)eontology] | |
| 31441 | μικροπανίδα | μι-κρο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. το σύνολο των μικροσκοπικών ζώων (π.χ. βακτηρίων, μυκήτων, αλγών) που ζουν σε καθορισμένο περιβάλλον (συγκεκριμένο βιότοπο ή άλλο οργανισμό): ~ του εδάφους. Βλ. μικροχλωρίδα. 2. ΟΙΚΟΛ. πανίδα μικροπεριβάλλοντος. [< αγγλ. microfauna, 1902] | |
| 31442 | μικροπαντρεύω | μι-κρο-πα-ντρεύ-ω ρ. (μτβ.) {μικροπάντρ-εψα, -εύτηκα, -εμένος} (προφ.): παντρεύω το παιδί μου σε μικρή ηλικία. ● Παθ.: μικροπαντρεύομαι: παντρεύομαι σε νεαρή ηλικία. | |
| 31443 | μικροπαρεξήγηση | μι-κρο-πα-ρε-ξή-γη-ση ουσ. (θηλ.): μικρή, ασήμαντη παρεξήγηση. | |
| 31444 | μικροπεριβάλλον | μι-κρο-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.) 1. το περιβάλλον μιας πολύ μικρής, συγκεκριμένης περιοχής: το ~ ενός κτιρίου (: δομημένο περιβάλλον, μορφολογία εδάφους, θέα)/σπηλαίου. 2. περιορισμένος κοινωνικός περίγυρος: διδακτικό/μαθησιακό/οικογενειακό ~. Το ~ της σχολικής τάξης. 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. περιβάλλον σε μικροσκοπικό ή κυτταρικό επίπεδο: το ~ των καρκινικών όγκων/του μυελού των οστών. 4. ΟΙΚΟΝ. οι οικονομικές συνθήκες που επηρεάζουν άμεσα μια επιχείρηση, όπως ο αριθμός των ανταγωνιστών ή των προμηθευτών. ΑΝΤ. μακροπεριβάλλον [< αγγλ. microenvironment, 1931] | |
| 31445 | μικροπλαστικά | μι-κρο-πλα-στι-κά ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν. μικροπλαστικό}: μικροσκοπικά κομμάτια πλαστικών, μήκους κάτω των πέντε χιλιοστών, που ρυπαίνουν επικίνδυνα το περιβάλλον με άμεσες επιπτώσεις στη διατροφική αλυσίδα και την υγεία. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< αγγλ. microplastic, 1990] | |
| 31446 | μικροπληροφορική | μι-κρο-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος που ασχολείται με τη χρήση της μικροηλεκτρονικής και των μικροϋπολογιστών στην πληροφορική. [< γαλλ. micro-informatique, 1974] | |
| 31447 | μικροπολιτική | μι-κρο-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.): πολιτική που ασκείται με γνώμονα το ατομικό ή το κομματικό συμφέρον· ειδικότ. χρήση αναξιοπρεπών μέσων και πρακτικών για την αντιμετώπιση του πολιτικού αντιπάλου: κομματική/κοντόφθαλμη ~. Πβ. πολιτικαντισμός. [< γαλλ. politiquaillerie] | |
| 31448 | μικροπολιτικός | , ή, ό μι-κρο-πο-λι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την μικροπολιτική: ~ή: αντιπαράθεση/εκμετάλλευση/στάση/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: όφελος/παιχνίδι/συμφέρον. ~ές: σκοπιμότητες. Πβ. πολιτικάντικος. [< γαλλ. politicard] | |
| 31449 | μικροποσό | μι-κρο-πο-σό ουσ. (ουδ.): μικρό, ασήμαντο χρηματικό ποσό: Πλήρωσε ένα ~. Την εκβίαζε και της αποσπούσε ~ά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ