| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31450 | μικροπράγματα | μι-κρο-πράγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. μικροαντικείμενα: άχρηστα ~. Το αυτοκίνητο έχει αρκετές θέσεις για ~. 2. (μτφ.) ασήμαντα ζητήματα, υποθέσεις ανάξιες λόγου: Οι καβγάδες για ~ δεν ωφελούν κανέναν. Πβ. χαζόπραμα, ψιλοπράγματα. | |
| 31451 | μικροπρέπεια | μι-κρο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ήθους και αξιοπρέπειας, μικρότητα και (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες ενέργειες. ΣΥΝ. αναξιοπρέπεια [< αρχ. μικροπρέπεια] | |
| 31452 | μικροπρεπής | , ής, ές μι-κρο-πρε-πής επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μικροπρέπεια: ~ής: στάση/συμπεριφορά. Είναι ~ές να αφήνεις υπονοούμενα. Μικρόψυχος και ~. Βλ. -πρεπής. ΣΥΝ. αναξιοπρεπής ● επίρρ.: μικροπρεπώς (λόγ.) [-ῶς] [< αρχ. μικροπρεπής] | |
| 31453 | μικροπρόβλημα | μι-κρο-πρό-βλη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. μικροπροβλήμ-ατα}: μικρό, ασήμαντο πρόβλημα: τεχνικά ~ατα. ~ατα υγείας. Αντιμετωπίζει ένα ~ τραυματισμού. | |
| 31454 | μικροπρόγραμμα | μι-κρο-πρό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία μικροεντολών για την εκτέλεση συγκεκριμένης λειτουργίας σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Βλ. μικροκώδικας. [< αγγλ. microprogram, 1953, γαλλ. microprogramme, 1969] | |
| 31455 | μικροπρογραμματισμός | μι-κρο-προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. αντιστοίχιση κάθε εντολής του υπολογιστή σε μια ακολουθία μικροεντολών. [< αγγλ. microprogramming, 1953, γαλλ. microprogrammation, 1968] | |
| 31456 | μικροπωλητής | μι-κρο-πω-λη-τής ουσ. (αρσ.) , μικροπωλήτρια (η): πρόσωπο που πουλά διάφορα αντικείμενα στον δρόμο: πλανόδιος ~. Άδεια/πάγκος ~ή. Πβ. μικρέμπορος. | |
| 31457 | μικρορομπότ | μι-κρο-ρο-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μικροσκοπική, περίπλοκη και εξελιγμένη τεχνολογικά κατασκευή, προορισμένη να εκτελέσει εξειδικευμένη εργασία επανειλημμένα και με ακρίβεια: ~ στη χειρουργική. Βλ. μικροτσίπ, μικρο-. [< αγγλ. microrobot] | |
| 31458 | μικρορομποτική | μι-κρο-ρο-μπο-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. κλάδος της ρομποτικής μηχανικής που ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη λειτουργία και τις εφαρμογές των μικρορομπότ. Βλ. μικρο-. [< αγγλ. microrobotics] | |
| 31459 | μικρός | , ή, ό μι-κρός επίθ. {(λόγ.) θηλ. -ά | συγκρ. μικρότ-ερος, υπερθ. μικρότ-ατος, ελάχιστος} 1. που το μέγεθός του είναι πιο κάτω από τον μέσο όρο ή το συνηθισμένο: ~ός: δήμος/οικισμός (: με λίγους κατοίκους)/πληθυσμός/χώρος. ~ή: αμοιβή/απόσταση/δόση/ιδιοκτησία/παρέα (= ολιγάριθμη)/συμμετοχή (= περιορισμένη). ~ό: βάρος/γεύμα (= ελαφρύ)/δίκτυο (π.χ. υπολογιστών)/έργο/κεφάλαιο/κόστος/μήκος/πλάτος/ποσό (= μικροποσό)/ποτάμι/σημάδι/σπίτι/ύψος. ~ά: βήματα. Όπλο ~ού βεληνεκούς/διαμετρήματος. Ιατρείο ~ών ζώων. Εργασίες ~ής κλίμακας. (σε συνταγές μαγειρικής) Κόψτε τις πιπεριές σε ~ά κομμάτια. Η συμμετοχή ήταν ~ερη του αναμενόμενου.|| (που βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μιας ιεραρχίας που ακολουθεί αύξουσα σειρά:) Διδάσκει σε ~ές τάξεις. ΑΝΤ. μεγάλος (1) 2. που έχει σύντομη διάρκεια ή ένταση: ~ή: επίσκεψη/καθυστέρηση/συζήτηση/ταχύτητα (ΣΥΝ. αργός). ~ό: αφιέρωμα/διάλειμμα/ταξίδι/χρονικό διάστημα. ~ές: βροχοπτώσεις/μέρες/νύχτες. Η ζωή είναι ~ή.|| ~ός: ήχος/θόρυβος. ~ή: κραυγή/φωνή. 3. (μτφ.) που δεν έχει μεγάλη σημασία, αξία ή δύναμη: ~ός: άνθρωπος (= μικροπρεπής)/κίνδυνος/μέτοχος/παίκτης/τελικός. ~ή: αλλαγή (π.χ. σε ένα πρόγραμμα)/άνοδος/βελτίωση/βοήθεια/διαφορά/ελπίδα/εμβέλεια/ζημιά (= ασήμαντη)/νίκη/παράβαση/προσπάθεια/προσφορά/πτώση. ~ό: δώρο/λάθος/ψέμα. ~ές: αλήθειες/απώλειες/ειδήσεις/επισκευές/λεπτομέρειες/χαρές. ~ά: κόμματα/μυστικά ομορφιάς. Ερώτηση ~ής βαρύτητας. ~ές και μεσαίες επιχειρήσεις (= μικρομεσαίες). (ΑΘΛ.) Τοπικό πρωτάθλημα ~ών κατηγοριών.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε πολύ ~ για σένα (= ανάξιος). Βλ. παρα~. 4. που έχει μικρή ή μικρότερη ηλικία σε σχέση με κάποιον άλλο· νεαρός: ~ός: αδελφός/θεατής/μαθητής. ~ό: κορίτσι. Διοργανώνουμε πάρτι για τους ~ούς μας φίλους (: για τα παιδιά). Είμαι η ~ερη της παρέας. Δεν κάνει σχέσεις με ~ερούς της (ενν. άνδρες). Είσαι πολύ ~ ακόμα για να... Από ~ στα βάσανα/φαινόταν ότι ... ~οί (= ανήλικοι) και μεγάλοι αναζητούν λίγη δροσιά.|| (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις, ~έ; ● Ουσ.: μικρή (η) (προφ.): νεαρή: Φώναξε τη ~ για φαγητό., μικρό (το) 1. νεογνό, βρέφος ή συνήθ. παιδί. Βλ. μωρό. 2. πεζό γράμμα. Βλ. κεφαλαίο., μικροί (οι): οι ασθενείς κοινωνικές τάξεις από οικονομική ή πολιτική άποψη., μικρός (ο) 1. μικρό αγόρι. 2. (ειδικότ.-παλαιότ.) νεαρός που εργαζόταν συνήθ. ως σερβιτόρος ή βοηθός κάποιου. 3. το μικρό δάχτυλο του χεριού. ● Υποκ.: μικράκι (το): μόνο στη σημ. 4., μικρούλης , α, -ικο/-ι: κυρ. στις σημ. 1,2: Του αρέσουν οι ~ες (: οι νεαρές γυναίκες)., μικρούλικος , η/ια, ο: κυρ. στις σημ. 1,2., μικρούτσικος , η, ο: κυρ. στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: μικρές ώρες: οι πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα και πριν το ξημέρωμα., η μικρή οθόνη βλ. οθόνη, Μικρά Είσοδος βλ. είσοδος, μικρές αγγελίες βλ. αγγελία, Μικρή Άρκτος βλ. άρκτος, Μικρό Απόδειπνο βλ. απόδειπνο, μικρό όνομα βλ. όνομα ● ΦΡ.: (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος!: σε περιπτώσεις που συναντά κάποιος τυχαία γνωστό του πρόσωπο ή ακούει από τρίτους να αναφέρονται σε αυτό, χωρίς να το περιμένει., μικρό(ς), αλλά θαυματουργό(ς): για κάτι που έχει θεαματικά αποτελέσματα παρά το μικρό μέγεθός του., από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, μικρό/λίγο το κακό! βλ. κακό, σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι [< αρχ. μικρός] | |
| 31460 | μικροσεισμός | μι-κρο-σει-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΦ. σεισμική δόνηση μικρότερη των τριών βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ: επίκεντρο/εστία/μέγεθος ~ού. Βλ. μεγα~. ΣΥΝ. μικροδονήσεις (2) [< γαλλ. microséisme, αγγλ. microseism, microearthquake, 1965] | |
| 31461 | μικροσκοπία | μι-κρο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): εξέταση με μικροσκόπιο: ηλεκτρονική/οπτική/ψηφιακή απεικονιστική ~. ~ διέλευσης/σάρωσης. Βλ. -σκοπία. [< γαλλ. microscopie, αγγλ. microscopy] | |
| 31462 | μικροσκοπικός | , ή, ό μι-κρο-σκο-πι-κός επίθ. 1. που έχει πολύ μικρές διαστάσεις, πολύ μικρός: ~ός: υπολογιστής/φακός. ~ή: εικόνα/κάμερα/συσκευή/φωτογραφική μηχανή. ~ό: ακουστικό/κράτος/νησί/όργανο/πουλί (βλ. κολιμπρί). ~ά: ανθρωπάκια/γράμματα/ζωύφια. Πβ. λιλιπούτειος, τοσοδούλης. 2. (επιστ.) που έχει τόσο μικρές διαστάσεις, ώστε να γίνεται ορατός μόνο με μικροσκόπιο: ~ός: πυρήνας. ~ή: δομή. ~οί: οργανισμοί (= μικροοργανισμοί). ~ά: κύτταρα/σταγονίδια/σωματίδια. ΑΝΤ. μακροσκοπικός 3. που αναφέρεται στο μικροσκόπιο ή στη μικροσκοπία ή γίνεται με μικροσκόπιο: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση της ύλης/εξέταση/κλίμακα/παρατήρηση. 4. που αποτελεί μικρογραφία μιας μεγαλύτερης οντότητας: σε ~ό επίπεδο. [< γαλλ. microscopique, γερμ. mikroskopish, αγγλ. microscopic(al)] | |
| 31463 | μικροσκόπιο | μι-κρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. οπτικό όργανο το οποίο με τη βοήθεια φωτεινών ακτίνων μεγεθύνει αντικείμενα που είναι αόρατα διά γυμνού οφθαλμού: διοπτρικό/διοφθαλμικό/εργαστηριακό/κοινό/οπτικό/πολωτικό/στερεοσκοπικό/φορητό/φωτονικό/χειρουργικό/ψηφιακό ~. ~ φθορισμού/χειρός. Φακός ~ίου. Απεικόνιση/εξέταση/εργαστηριακές ασκήσεις με ~. Βλ. -σκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό μικροσκόπιο: που παράγει σε μεγέθυνση την εικόνα ενός μικροσκοπικού αντικειμένου σε μια οθόνη φθορισμού ή σε φωτογραφική πλάκα μέσω μιας δέσμης ηλεκτρονίων: ~ ~ σάρωσης. [< γερμ. Elektronenmikroskop, αγγλ. electron microscope, 1932] , μικροσκόπιο ατομικής δύναμης: όργανο μέτρησης και καταγραφής της θέσης μιας πολύ λεπτής ακίδας, καθώς αυτή κινείται πάνω στην προς εξέταση επιφάνεια: απεικόνιση βιολογικών ιστών με χρήση ~ίου ~. [< αγγλ. atomic force microscope (AFM)] ● ΦΡ.: στο/από το μικροσκόπιο: (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι εξετάζεται ενδελεχώς: Βάζω κάτι/κάτι μπαίνει στο ~. H σύμβαση μεγάλου έργου βρίσκεται στο ~ των εισαγγελικών Αρχών. Από ~ ~ της κοινοβουλευτικής ομάδας θα περάσει η οικονομική πολιτική., (ούτε) με (τα) κιάλια/το κιάλι βλ. κιάλι [< ιταλ. microscopio, γαλλ.-αγγλ. microscope, γερμ. Mikroskop] | |
| 31464 | μικροστοιχείο | [μικροστοιχεῖο] μι-κρο-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΒΙΟΛ. χημικό ή μεταλλικό στοιχείο που υπάρχει σε πολύ μικρή ποσότητα στον ανθρώπινο οργανισμό, στις τροφές, στον αέρα, στο νερό ή στο έδαφος: ~α απαραίτητα για την ανάπτυξη των ζώων/των φυτών. Τα αντιοξειδωτικά είναι ~α που περιέχονται στο λάδι, στο κρασί, στα φρούτα. ΣΥΝ. ιχνοστοιχείο, ολιγοστοιχείο 2. επουσιώδες συστατικό ενός συνόλου. [< αγγλ. microelement, 1936] | |
| 31465 | μικροσυμπλοκή | μι-κρο-συ-μπλο-κή ουσ. (θηλ.): συμπλοκή μικρής έκτασης. Πβ. μικροκαβγάς. | |
| 31466 | μικροσυμφέρον | μι-κρο-συμ-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ευτελές προσωπικό, συνήθ. υλικό, όφελος. | |
| 31467 | μικροσυνταξιούχος | [μικροσυνταξιοῦχος] μι-κρο-συν-τα-ξι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): χαμηλοσυνταξιούχος. | |
| 31468 | μικροσυσκευή | μι-κρο-συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: συσκευή μικρών διαστάσεων: ηλεκτρική/φορητή ~. Οικιακές ~ές. ~ές κουζίνας (βλ. καφετιέρα, μίξερ). Βλ. γκάτζετ. | |
| 31469 | μικροσφαιρίδια | μι-κρο-σφαι-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν. μικροσφαιρίδιο}: μικροσκοπικά πλαστικά σφαιρίδια, κυρ. από πολυαιθυλένιο και πολυπροπυλένιο, τα οποία βρίσκονται σε προϊόντα, όπως απολεπιστικά, αφρόλουτρα, κρεμοσάπουνα, οδοντόκρεμες, και αποτελούν σταθερή πηγή μόλυνσης του περιβάλλοντος. Βλ. μικροπλαστικά. [< αγγλ. microbeads, 1975, γαλλ. microbilles, 2020] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ