Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32160-32180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31473μικρόσωμος, η, ο μι-κρό-σω-μος επίθ.: που έχει μικρές σωματικές διαστάσεις. ΣΥΝ. βραχύσωμος, μικροκαμωμένος ΑΝΤ. γιγαντόσωμος, μεγαλόσωμος [< μτγν. μικρόσωμος]
31474μικροταινίαβλ. μικροφίλμ
31475μικροτέχνημαμι-κρο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {μικροτεχνήμ-ατα}: καλλιτεχνικό έργο μικρών διαστάσεων: ~ατα από ημιπολύτιμους λίθους. Πβ. μινιατούρα. Βλ. -τέχνημα.
31476μικροτεχνίαμι-κρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της κατασκευής ή της διακόσμησης μικροτεχνημάτων: πολύτιμα έργα ~ας από ελεφαντόδοντο. Αντικείμενα ~ας και χρυσοκεντητικής. Βλ. αργυροχρυσοχοΐα, μεταλλοτεχνία, -τεχνία. [< μτγν. μικροτεχνία, γερμ. Kleinkunst]
31477μικροτεχνολογίαμι-κρο-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο τεχνικών μέσων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία δομών σε κλίμακα μικρομέτρου (π.χ. μικροκυκλώματα). Βλ. μικροηλεκτρονική, νανοτεχνολογία. [< αγγλ. microtechnology, 1963]
31478μικροτηλέφωνομι-κρο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. κινητό εξάρτημα τηλεφωνικής συσκευής που διαθέτει ακουστικό και μικρόφωνο. [< γαλλ. microtéléphone, αγγλ. microtelephone]
31479μικρότηταμι-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μικροπρέπεια: πολιτική ~. Πονηριές και ~ες. Πβ. αναξιοπρέπεια, ποταπότητα. Βλ. μεγαλείο, μεγαλοσύνη. 2. το να είναι κάτι μικρό, περιορισμένο, σύντομο: η ~ της ζωής/ύπαρξης (βλ. ματαιότητα). Βλ. -ότητα. [< αρχ. μικρότης]
31480μικροτόμοςμι-κρο-τό-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο κοπής ιστών σε πάρα πολύ λεπτά φύλλα, ώστε να εξεταστούν στο μικροσκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. microtome]
31481μικροτραυματισμόςμι-κρο-τραυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ελαφρύς, επιπόλαιος τραυματισμός: ~ στον αστράγαλο/στο πόδι. (για αθλητές) ~οί τον άφησαν εκτός αποστολής.
31483μικροτσίπμι-κρο-τσίπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. πλακίδιο πυριτίου που περιέχει όλα τα στοιχεία ενός κυκλώματος υπολογιστή, ηλεκτρονικός μικροεπεξεργαστής: κάρτες με ~. Πβ. μικροκύκλωμα. ΣΥΝ. πλινθίο [< αγγλ. microchip, 1969]
31482μικρούληςβλ. μικρός
31484μικροϋπολογιστήςμι-κρο-ϋ-πο-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. μικρός ψηφιακός υπολογιστής που έχει για κεντρική μονάδα επεξεργασίας ένα μικροεπεξεργαστή: φορητός ~. Πβ. μικροεπεξεργαστής, προσωπικός υπολογιστής. [< αγγλ. microcomputer, 1956, γαλλ. microordinateur, 1971]
31485μικροϋπολογιστικός, ή, ό μι-κρο-ϋ-πο-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται στον μικροϋπολογιστή: ~ά: συστήματα.
31486μικροφαλλίαμι-κρο-φαλ-λί-α ουσ. (θηλ.) & μικροφαλία: ΙΑΤΡ. κατάσταση κατά την οποία το ανδρικό μόριο έχει μικρότερο μέγεθος από το φυσιολογικό. Βλ. φαλλός. [< αγγλ. microphallus]
31487μικροφθορέςμι-κρο-φθο-ρές ουσ. (θηλ.) (οι): μικρές, ασήμαντες φθορές: κοψίματα, γδαρσίματα και άλλες ~. ~ σε αυτοκίνητα. Πβ. μικροζημιά. Βλ. γρατζουνιά.
31488μικροφίλμμι-κρο-φίλμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μικροταινία: ΦΩΤΟΓΡ. φωτογραφικό φιλμ που επιτρέπει την αρχειοθέτηση και την αναπαραγωγή εγγράφων σε περιορισμένες διαστάσεις: κώδικες/χειρόγραφα σε ~. [< αγγλ. microfilm, 1906, γαλλ. ~, 1931]
31489μικροφίμπρεςμι-κρο-φί-μπρες ουσ. (θηλ.) (οι) (προφ.): μικροΐνες.
31490μικροφίςμι-κρο-φίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό ορθογώνιο φύλλο φωτογραφικού φιλμ που περιέχει αντίγραφα εγγράφων σε πολύ μικρές διαστάσεις: Το μικροφίλμ αποτελείται από ~. [< αγγλ. microfiche, 1943, γαλλ. ~, 1953]
31491μικροφυσικήμι-κρο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την ύλη σε μικροσκοπική κλίμακα (π.χ. μόρια, άτομα, στοιχειώδη σωματίδια). [< αγγλ. microphysics, γαλλ. microphysique, 1910]
31492μικροφωνίζειμι-κρο-φω-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.}: (για ηχητικό σύστημα) προκαλεί μικροφωνισμό: Παρακαλώ να κλείσετε το ραδιόφωνό σας, γιατί ~. Τα μεγάφωνα ~ουν.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.