Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32160-32180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31490μικροφίςμι-κρο-φίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό ορθογώνιο φύλλο φωτογραφικού φιλμ που περιέχει αντίγραφα εγγράφων σε πολύ μικρές διαστάσεις: Το μικροφίλμ αποτελείται από ~. [< αγγλ. microfiche, 1943, γαλλ. ~, 1953]
31491μικροφυσικήμι-κρο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την ύλη σε μικροσκοπική κλίμακα (π.χ. μόρια, άτομα, στοιχειώδη σωματίδια). [< αγγλ. microphysics, γαλλ. microphysique, 1910]
31492μικροφωνίζειμι-κρο-φω-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.}: (για ηχητικό σύστημα) προκαλεί μικροφωνισμό: Παρακαλώ να κλείσετε το ραδιόφωνό σας, γιατί ~. Τα μεγάφωνα ~ουν.
31493μικροφωνικός, ή, ό μι-κρο-φω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το μικρόφωνο: ~ός: ενισχυτής. ~ή: εγκατάσταση/κάλυψη/μονάδα. ~ό: καλώδιο/σύστημα. Βλ. μεγαφωνικός, -φωνικός. ● Ουσ.: μικροφωνική (η): ενν. εγκατάσταση: Έστησαν ~. ~ με αποσπώμενο ενισχυτή. [< γαλλ. microphonique, αγγλ. microphonic]
31494μικροφωνισμόςμι-κρο-φω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. φαινόμενο κατά το οποίο προκαλείται δυσάρεστος συριστικός ήχος από όργανο που αποτελεί μέρος ηλεκτρονικού κυκλώματος και συνεκδ. ο αντίστοιχος ήχος: Αν έχετε πρόβλημα ~ού, χαμηλώστε λίγο την ένταση του μεγαφώνου.|| Βόμβοι και ~οί. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. microphonism, 1947, microphonics, 1929]
31495μικρόφωνομι-κρό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που μετατρέπει τη μηχανική ενέργεια του ήχου σε ηλεκτρική με σκοπό την αναμετάδοση, την ηχογράφηση ή την ενίσχυσή του: ασύρματο/δημοσιογραφικό/δυναμικό/ενσύρματο/ενσωματωμένο/μονοφωνικό/πυκνωτικό/στερεοφωνικό ~. ~ πέτου (= ψείρα). Βύσμα/είσοδος/καλώδιο/σίγαση ~ώνου. Ακουστικά με ~. Ανοίγω/κλείνω/ρυθμίζω το ~. Μιλώ στο ~. Τραγουδώ με ~. Βλ. μεγάφωνο. [< γαλλ.-αγγλ. microphone]
31496μικροφωτογραφίαμι-κρο-φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. φωτογραφία αντικειμένου ορατού από μικροσκόπιο: ηλεκτρονική ~. 2. φωτογραφική εικόνα πολύ μικρών διαστάσεων: ~ες εγγράφων. Βλ. μικροφίλμ. [< γαλλ. microphotographie , αγγλ. microphotograph]
31497μικροχαρέςμι-κρο-χα-ρές ουσ. (θηλ.) (οι): ευχάριστα συναισθήματα που δημιουργούνται από την απόλαυση απλών, καθημερινών πραγμάτων: οι ~ της ζωής. ΣΥΝ. μικροαπολαύσεις
31498μικροχειρουργικήμι-κρο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύνολο χειρουργικών τεχνικών που εκτελούνται με τη χρήση μικροσκοπίου και εξαιρετικά λεπτών χειρουργικών εργαλείων: ενδοσκοπική/επανορθωτική ~. ~ καταρράκτη/ρινός/ωτός. ~ με λέιζερ. [< αγγλ. microsurgery, 1926, γαλλ. microchirurgie, 1931]
31499μικροχειρουργικός, ή, ό μι-κρο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μικροχειρουργική: ~ή: γονιμοποίηση/επέμβαση/μεταμόσχευση/τεχνική. ~ά: εργαλεία. Συρραφή ιστών, αγγείων, νεύρων με ~ές τεχνικές. [< αγγλ. microsurgical, 1963]
31500μικροχειρουργόςμι-κρο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός-χειρουργός ειδικευμένος στη μικροχειρουργική.
31501μικροχημείαμι-κρο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κλάδος της αναλυτικής χημείας που μελετά εξαιρετικά μικρές ποσότητες στοιχείων ή ουσιών. [< αγγλ. microchemistry, γαλλ. microchimie]
31502μικροχλωρίδαμι-κρο-χλω-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. το σύνολο των μικροσκοπικών φυτικών οργανισμών δεδομένου περιβάλλοντος (οικοσυστήματος, οργανισμού): ~ του εδάφους.|| Εντερική ~. ~ του πεπτικού συστήματος. Ισορροπία ~ας. Βλ. μικροπανίδα. 2. ΟΙΚΟΛ. χλωρίδα μικροπεριβάλλοντος. [< αγγλ. microflora, 1904, γαλλ. microflore, 1972]
31503μικροψυχίαμι-κρο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ηθικής ανωτερότητας ή γενναιότητας: κομματική/πολιτική ~. Πβ. λιποψυχία, μικροπρέπεια, μικρότητα. ΑΝΤ. μεγαλοψυχία [< αρχ. μικροψυχία]
31504μικρόψυχος, η, ο μι-κρό-ψυ-χος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μικροψυχία: ~ος: άνθρωπος. ~η: αντιμετώπιση/στάση/συμπεριφορά. Βλ. -ψυχος. ΑΝΤ. γενναιόφρων, μεγαλόψυχος ● επίρρ.: μικρόψυχα [< αρχ. μικρόψυχος]
31505μικρύνειβλ. μικραίνω
31506μίκτηςμί-κτης ουσ. (αρσ.) & μείκτης ΤΕΧΝΟΛ. 1. ηλεκτρονική συσκευή ή λογισμικό που επιτρέπει τον συνδυασμό δύο ή περισσότερων ηχητικών ή οπτικών σημάτων, ώστε να προκύπτει ένα: αναλογικός/επαγγελματικός/ψηφιακός ~. ~ εικόνας/ήχου (ΣΥΝ. κονσόλα ήχου). ~ με πέντε κανάλια εισόδου. 2. συσκευή για ανάμειξη στοιχείων: ~ νερού. [< αγγλ. mixer]
31507μικτός, ή, ό μι-κτός επίθ. & μεικτός 1. που αποτελείται από περισσότερα του ενός διαφορετικά στοιχεία: ~ός: αγώνας/πληθυσμός. ~ή: ασφάλεια αυτοκινήτου (: ασφαλιστική κάλυψη και για ίδιες ζημίες σε περίπτωση ατυχήματος)/ατομική (: κολύμβηση με συνδυασμό διαφορετικών στιλ)/γλώσσα (: με στοιχεία δημοτικής και καθαρεύουσας)/επιτροπή/εταιρεία (: που συστήνεται από ένα πρόσωπο δημοσίου δικαίου και μία ιδιωτική επιχείρηση)/καύση (ξυλείας και προϊόντων λιγνίτη)/κουζίνα (: με γκάζι και ηλεκτρισμό)/ονομασία/τεχνική (στη ζωγραφική και τις καλές τέχνες). ~ό: δέρμα (αλλού λιπαρό, αλλού κανονικό ή ξηρό)/δικαστήριο (με τακτικούς δικαστές και λαϊκούς ενόρκους)/εκλογικό σύστημα (: εκλογή άλλων βουλευτών σε μικρές περιοχές με σταυρό προτίμησης και άλλων σε μεγάλες περιφέρειες με λίστα). ~ές: αποδοχές. ~ά: ασφάλιστρα. ~ό σώμα αξιολογητών. Βλ. αμιγής, σύμμικτος. 2. που προορίζεται για άτομα και των δύο φύλων: ~ός: χορός. ~ή: χορωδία. ~ό: σχολείο (για μαθητές και μαθήτριες). ● επίρρ.: μικτά ● ΣΥΜΠΛ.: μικτή ζώνη: (κυρ. στην αθλητική δημοσιογραφία) οριοθετημένη περιοχή σε αθλητικούς χώρους, όπου οι ρεπόρτερς παίρνουν δηλώσεις από πρωταγωνιστές αθλητές ή/και προπονητές., μικτό/ακαθάριστο βάρος: ΟΙΚΟΝ. το βάρος ενός εμπορεύματος μαζί με τη συσκευασία του. Βλ. απόβαρο. ΑΝΤ. καθαρό βάρος, μικτός αριθμός: ΜΑΘ. πραγματικός αριθμός που αποτελείται από ακέραιο και κλάσμα., μικτή οικονομία βλ. οικονομία, μικτό δάσος βλ. δάσος, μικτό/ακαθάριστο κέρδος βλ. κέρδος, μικτός γάμος βλ. γάμος, μικτός/ακαθάριστος μισθός βλ. μισθός [< αρχ. μικτός, γαλλ. mixte, αγγλ. mixed]
31508Μίκυ ΜάουςΜί-κυ Μά-ους ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & Μίκι Μάους & (προφ.) μικυμάους 1. ήρωας παιδικών κινουμένων σχεδίων και κόμικς. 2. {ουδ., με κεφαλ. ή πεζό} (μετωνυμ.) σειρά παιδικών κινουμένων σχεδίων με πρωταγωνιστή τον ομώνυμο ήρωα ή κατ’ επέκτ. κάθε σειρά κόμικς: εικονογραφημένα ~. [< αμερικ. Mickey Mouse, 1928]
31509μιλάωβλ. μιλώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.