Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3200-3220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2256αλληλοσπαραγμός[ἀλληλοσπαραγμός] αλ-λη-λο-σπα-ραγ-μός ουσ. (αρσ.): σφοδρή σύγκρουση μέχρι εξοντώσεως μεταξύ προσώπων ή ομάδων: εθνικός/εμφύλιος ~ (= εμφύλιος πόλεμος). Πβ. αλληλο-εξόντωση, -σκοτωμός.|| (μτφ.) ~ ανάμεσα σε στελέχη του κόμματος. ~ των αντιπάλων. ~ για την επικράτηση στην εξουσία. Πβ. αλληλοφάγωμα. ● ΦΡ.: προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; βλ. μίσος
2257αλληλοσπαράσσονται[ἀλληλοσπαράσσονται] αλ-λη-λο-σπα-ράσ-σο-νται ρ.: (για πρόσωπα ή ομάδες που) συγκρούονται μεταξύ τους μέχρι εξοντώσεως: ~ σαν αγρίμια. Πρώην φίλοι και συνεργάτες ~ για την εξουσία/το χρήμα. ~όμενες: φατρίες. Πβ. αλληλοτρώγονται. [< γαλλ. s΄entre-dévorer]
2258αλληλοσυγκρούονται[ἀλληλοσυγκρούονται] αλ-λη-λο-συ-γκρού-ο-νται ρ.: έρχονται σε σύγκρουση, αντιπαράθεση μεταξύ τους: Οι ανθρώπινες επιθυμίες συχνά ~. Οι καταθέσεις των μαρτύρων ~. ~όμενες: πληροφορίες. ~όμενα: συμφέροντα.
2259αλληλοσυμπληρώνονται[ἀλληλοσυμπληρώνονται] αλ-λη-λο-συ-μπλη-ρώ-νο-νται ρ. {σπάν. στην ενεργ. φωνή}: (για πρόσωπα ή πράγματα που) συμπληρώνει το ένα το άλλο: Τα ετερώνυμα έλκονται, γιατί ~ονται. Οι πολιτικές των κρατών-μελών ~ονται και αλληλοενισχύονται. Βλ. αλληλο-αναιρούνται, -αποκλείονται.|| (σπάν.) Οι επιστήμονες ~ουν τις γνώσεις τους. ● Μτχ.: αλληλοσυμπληρούμενοι , ες, α (λόγ.): που συμπληρώνονται αμοιβαία: ~ες: έννοιες. ~α: πεδία γνώσης.
2260αλληλοσυμπλήρωση[ἀλληλοσυμπλήρωση] αλ-λη-λο-συ-μπλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία συμπλήρωση, ολοκλήρωση: αρμονική ~. ~ των δύο φύλων. Αποτελεσματική ~ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας.
2261αλληλοσυσχέτιση[ἀλληλοσυσχέτιση] αλ-λη-λο-συ-σχέ-τι-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία συσχέτιση: ~ ανθρώπου και φύσης. ~ διαφορετικών παραγόντων στην οικονομία. ~ του σχολείου με την ευρύτερη κοινωνία. Πβ. αλληλ-εξάρτηση, -επίδραση.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ίσεις ανεξάρτητων μεταβλητών. [< αγγλ. intercorrelation, 1901]
2262αλληλοσφαγή[ἀλληλοσφαγή] αλ-λη-λο-σφα-γή ουσ. (θηλ.): αμοιβαία σφαγή: ~ των εθνών. Αιματοχυσία και ~. Πόλεμοι και ~ές.|| (μτφ.) ~ για τη διαδοχή. Ανταγωνισμός και ~. Πβ. αλληλοεξόντωση, αλληλοσπαραγμός.
2263αλληλοσφάζονται[ἀλληλοσφάζονται] αλ-λη-λο-σφά-ζο-νται ρ.: (για πρόσωπα ή ομάδες που) σφάζονται και κατ' επέκτ. συγκρούονται σφοδρά μεταξύ τους: ~ονταν για παλιές βεντέτες/στα πεδία των μαχών.|| Οι κυρίαρχοι της αγοράς ~. Πβ. αλληλοσκοτώνονται. [< γαλλ. s' entre-égorger]
2264αλληλοτρώγονται[ἀλληλοτρώγονται] αλ-λη-λο-τρώ-γο-νται ρ.: (για πρόσωπα ή ομάδες που) βρίσκονται σε διαρκή και έντονη αντιπαράθεση μεταξύ τους: Μαλώνουν και ~ για την πολιτική. Πβ. αλληλοσπαράσσονται. [< γαλλ. s' entre-manger]
2265αλληλούια[ἀλληλούια] αλ-λη-λού-ι-α επιφών.: ΕΚΚΛΗΣ. επωδός εκκλησιαστικών ύμνων και ευχών που σημαίνει "υμνείτε τον Κύριο". ● ΦΡ.: κοντός ψαλμός αλληλούια: για κάτι που αναμένεται να γίνει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ή να φανούν τα αποτελέσματά του στο εγγύς μέλλον: ~ ~· σε λίγες μέρες θα ξέρουμε τι αποφάσισε. [< μτγν. ἀλληλούϊα]
2266αλληλοϋπονομεύονται[ἀλληλοϋπονομεύονται] αλ-λη-λο-ϋ-πο-νο-μεύ-ο-νται ρ.: υπονομεύει ο ένας τον άλλο: Εταιρείες που ~.
2267αλληλοϋπονόμευση[ἀλληλοϋπονόμευση] αλ-λη-λο-ϋ-πο-νό-μευ-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία υπονόμευση: ~ στο εσωτερικό ενός κόμματος. ~ μεταξύ συνεργατών. ~εύσεις στελεχών/συναρμόδιων υπουργών. Αλληλοκατηγορίες/ανταγωνισμοί/συγκρούσεις και ~εύσεις.
2268αλληλοϋποστηρίζονται[ἀλληλοϋποστηρίζονται] αλ-λη-λο-ϋ-πο-στη-ρί-ζο-νται ρ. & (σπανιότ.) αλληλοστηρίζονται: υποστηρίζει ο ένας τον άλλο: Συνεργάζονται και ~ (πβ. συνασπίζομαι). ~ και αλληλοενισχύονται. Τα αδέλφια ~. (ΠΛΗΡΟΦ.) Υποσυστήματα τα οποία είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και ~. Πβ. αλληλοβοηθούνται.
2269αλληλοϋποστήριξη[ἀλληλοϋποστήριξη] αλ-λη-λο-ϋ-πο-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) αλληλοστήριξη: αμοιβαία υποστήριξη: ~ φορέων για την υλοποίηση κοινών δράσεων. Κλίμα αμοιβαίας κατανόησης και ~ης. Ομάδες ~ης. Πβ. αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, συντροφικότητα. Βλ. συναλληλία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δίκτυα ~ης.
2270αλληλουχία[ἀλληλουχία] αλ-λη-λου-χί-α ουσ. (θηλ.): διαδοχή ομοειδών στοιχείων σε ορισμένη σειρά, λόγω της μεταξύ τους σύνδεσης με κάποιου είδους σχέση: αδιάσπαστη/γραμμική/λογική/χρονική ~. ~ ιδεών/συμβάντων (: συνάφεια). Σκέψεις ασύνδετες χωρίς ~ (= ειρμό, συνοχή). Η Iστορία δεν αποτελεί μια απλή ~ (= ακολουθία) γεγονότων.|| (ΒΙΟΛ.) Γονιδιακή/νουκλεοτιδική ~. ~ αµινοξέων/βάσεων. ~ες DNA. ΣΥΝ. σειρά. [< μτγν. ἀλληλουχία ‘αμοιβαία συνοχή ή σύνδεση’, γαλλ. séquence]
2271αλληλοφάγωμα[ἀλληλοφάγωμα] αλ-λη-λο-φά-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): (διαρκής) αντιπαράθεση μεταξύ ατόμων ή στο πλαίσιο μιας ομάδας: ~ αντίπαλων ομάδων/δύο λαών.|| Κομματικό ~. ~ των παραγόντων του ιστορικού συλλόγου. Πβ. αλληλοσπαραγμός. [< γαλλ. entremangement]
2272αλληλόχρεος, η, ο [ἀλληλόχρεος] αλ-λη-λό-χρε-ος επίθ.: που αναφέρεται σε αμοιβαίο χρέος ή υποχρέωση σε κάποιον ή στον αλληλόχρεο λογαριασμό. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλόχρεος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. κοινός τραπεζικός λογαριασμός δύο συμβαλλομένων, μέσω του οποίου γίνονται οι μεταξύ τους συναλλαγές (χρεώσεις και πιστώσεις), οι οποίες χάνουν την αυτοτέλειά τους και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο· απαιτητό είναι το χρηματικό υπόλοιπο μόνο κατά το κλείσιμο του λογαριασμού: κίνηση δανείου/ρύθμιση χρεών μέσω ~ου ~ού. Βλ. λογαριασμός ταμιευτηρίου, τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός. [< μτγν. ἀλληλόχρεος]
2273αλλήλων[ἀλλήλων] αλ-λή-λων αντων. {αιτ. αλλήλους} (λόγ.): δηλώνει αμοιβαιότητα, ο ένας (σ)τον άλλο: Προσωπικές επιθέσεις και απειλές εκτοξεύτηκαν εναντίον ~. ● ΦΡ.: απ’ αλλήλων (αρχαιοπρ.): αμοιβαία, μεταξύ τους: Η δικαιοσύνη και η εκτελεστική εξουσία είναι διακριτές ~ ~., αγαπάτε αλλήλους βλ. αγαπώ, αλλήλων τα βάρη βαστάζετε βλ. βάρος, εαυτούς και αλλήλους βλ. εαυτός [< αρχ. ἀλλήλων]
2274αλλιώς[ἀλλιῶς] αλ-λιώς επίρρ.: διαφορετικά: Μακάρι να ήταν ~ τα πράγματα! Κάπως ~ το φανταζόμουν. Δεν γίνεται ~. Να το θέσω ~. Πώς ~ να σου το πω; (= με τι άλλα λόγια). ~ σκέφτομαι εγώ, ~ εσύ. ~ ξεκίνησε και ~ κατέληξε. Συντομεύετε, ~ δεν θα τελειώσουμε ποτέ (= ειδεμή, ειδάλλως, σε αντίθετη περίπτωση)! Αν μπορείς, κάνε κι ~! Πες το ~! Πότε έτσι πότε ~ (πβ. μια έτσι μια ~). ΣΥΝ. αλλιώτικα (2), άλλως (1) ● ΦΡ.: έτσι κι αλλιώς: σε οποιαδήποτε περίπτωση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: Ήταν κάτι που θα γινόταν ~ ~. Προτίμησα να μη μιλήσω· ~ ~ (= άλλωστε, εξάλλου) δεν θα μου έδινε κανείς σημασία. Ο φόρος ήρθε να προστεθεί στις ~ ~ (= ήδη) αυξημένες τιμές. ΣΥΝ. ούτως ή άλλως, πάρ' το αλλιώς (προφ.): άλλαξε τρόπο αντιμετώπισης: ~ ~ το θέμα/πράγμα.|| (ως προτροπή σε κάποιον να στρίψει το τιμόνι προς την αντίθετη κατεύθυνση, συνήθ. κατά το παρκάρισμα) ~ ~, γιατί θα βρεις στην κολόνα!, την/το είδε αλλιώς (αργκό): εξετάζω τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία: Την είδε ~ (τη ζωή). Τα είδε ~ (τα πράγματα). Δες το ζήτημα ~!, το πήρε αλλιώς (προφ.): παρεξήγησε τα λόγια κάποιου: ~ ~, τσαντίστηκε κι έγινε χαμός. Πλάκα κάνω, ελπίζω να μην το πάρεις ~. Πβ. το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη, στραβά., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, δεν εξηγείται αλλιώς βλ. εξηγώ, δεν μπορώ να κάνω (κι) αλλιώς βλ. μπορώ, έτσι ή αλλιώς(/αλλιώτικα)/είτε έτσι είτε αλλιώς/έτσι (κι) αλλιώς (κι αλλιώτικα) βλ. έτσι, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, κάπως αλλιώς βλ. κάπως, μια έτσι, μια αλλιώς/τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς βλ. έτσι, ο έτσι ο αλλιώς βλ. έτσι [< μεσν. αλλιώς – παλαιότ. ορθογρ. αλλοιώς]
2275αλλιώτικος, η, ο [ἀλλιώτικος] αλ-λιώ-τι-κος επίθ. 1. που είναι ή φαίνεται διαφορετικός, άλλος: ~η: εμφάνιση/όψη (ΑΝΤ. ίδια, όμοια). 2. παράξενος: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~η: στάση (= διαφορετική). ~ο: φέρσιμο. ~α: ρούχα. Πβ. αλλόκοτος, ιδιόρρυθμος, περίεργος. ● επίρρ.: αλλιώτικα (προφ.) 1. διαφορετικά: Συμπεριφέρεται ~ από τα άλλα παιδιά. ~ τα 'χα υπολογίσει. 2. (σπανιότ.) αλλιώς, ειδάλλως. ΣΥΝ. διαφορετικά (2), ειδεμή ● ΦΡ.: έτσι ή αλλιώς(/αλλιώτικα)/είτε έτσι είτε αλλιώς/έτσι (κι) αλλιώς (κι αλλιώτικα) βλ. έτσι [< μεσν. αλλιώτικος – παλαιότ. ορθογρ. αλλοιώτικος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.