| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31510 | μιλέδη | μι-λέ-δη ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): τιμητικός τίτλος προσφώνησης λαίδης. Βλ. μιλόρδος. [< γαλλ. milady < αγγλ. my lady] | |
| 31511 | μιλένιουμ | μι-λέ-νι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χιλιετία. [< αγγλ. millennium] | |
| 31512 | μιλέτι | μι-λέ-τι ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. θρησκευτική κοινότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που λειτουργούσε ως αυτόνομη διοικητική μονάδα. Βλ. βιλαέτι, φάρα. [< τουρκ. millet] | |
| 31513 | μίλημα | μί-λη-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): λόγος, ομιλία. | |
| 31514 | μιλημός | , η, ο μι-λη-μέ-νος επίθ. (προφ.): για πρόσωπο με το οποίο έχει γίνει προσυνεννόηση, ώστε να επέμβει μεροληπτικά ή να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, ή για ενέργεια συμφωνημένη από πριν: ~η: επιτροπή. ~ο: παιχνίδι. Ο διαιτητής ήταν ~. Μην ανησυχείς, η δουλειά είναι ~η. ● ΦΡ.: μιλημένα ξηγημένα/τιμημένα (προφ.-εμφατ.): όσα ειπώθηκαν, εξηγήθηκαν και συμφωνήθηκαν, θα τηρηθούν., τα 'χουν μιλημένα (προφ.): έχουν συνεννοηθεί εκ των προτέρων, ώστε να ενεργήσουν με συγκεκριμένο τρόπο ή να τηρήσουν ορισμένη στάση. ● βλ. μιλώ [< μεσν. μιλημένος] | |
| 31515 | μιλητό | μι-λη-τό ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: στο μιλητό (προφ.) 1. για να δηλωθεί κάτι προσυνεννοημένο: Η δουλειά έγινε ~ ~. Τα παιχνίδια στήνονται ~ ~. 2. στα λόγια: ~ ~ οι συμφωνίες. ΣΥΝ. στο κουβεντιαστό (2) | |
| 31516 | μίλι | μί-λι ουσ. (ουδ.) {μιλί-ου}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους για τη μέτρηση μεγάλων αποστάσεων (στην ξηρά, τη θάλασσα ή τον αέρα): αγγλικό (: 1609 περ. μέτρα)/τετραγωνικό ~. Μέση κατανάλωση καυσίμων ανά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικό μίλι βλ. ναυτικός ● ΦΡ.: χιλιόμετρα/μίλια μακριά βλ. μακριά [< μεσν. μίλι(ν) < μτγν. μίλιον < λατ. milia] | |
| 31517 | μιλι- | (σύμβ. m): ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό που δηλώνει υποπολλαπλάσια μονάδων μέτρησης, ίσα με το ένα χιλιοστό: ~αμπέρ/~βόλτ/~γκράμ/~λίτρ/~μέτρ/~μπάρ. Πβ. χιλιοστο-. Βλ. κιλο-, μικρο-, νανο-. | |
| 31518 | μιλιά | μι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ομιλία, ήχος της φωνής και η αντίστοιχη ικανότητα: (σε παραμύθια) Τα πουλιά μιλούσαν με ανθρώπινη ~. ΣΥΝ. ομιλία (1) 2. (ως προσταγή) μη μιλάς!, σώπα!, μη βγάλεις άχνα!: Και συ τ' ακούς; ~! Μη βγάζεις λέξη, ~ (= βούβα, μούγγα, σκασμός, τσιμουδιά). ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά (μτφ.): επικρατεί απόλυτη σιωπή., δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά & δεν κάνω κιχ (μτφ.-προφ.): δεν λέω τίποτα, δεν κάνω το παραμικρό σχόλιο, παράπονο: Μη βγάλεις ~ (= μη μιλήσεις, σώπα)! Ούτε ~ δεν πρόλαβε να βγάλει!, έχασε τη μιλιά/τη λαλιά του & του κόπηκε η μιλιά/η λαλιά (μτφ.): έμεινε άναυδος, άφωνος: ~ ~ από την έκπληξη/τον τρόμο/τον φόβο., στόμα έχει και μιλιά δεν έχει βλ. στόμα [< μεσν. μιλιά] | |
| 31519 | μιλιαμπέρ | μι-λι-α-μπέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. mA): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος που ισούται με το ένα χιλιοστό του αμπέρ. [< γαλλ. milliampère] | |
| 31520 | μιλιαμπερόμετρο | μι-λι-α-μπε-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. όργανο μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος σε μιλιαμπέρ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. milliampèremètre, 1923] | |
| 31521 | μιλιβάτ | μι-λι-βάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. mW): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ισχύος του ηλεκτρικού ρεύματος που ισούται με το ένα χιλιοστό του βατ. [< αγγλ. milliwatt, περ. 1924] | |
| 31522 | μιλιβόλτ | μι-λι-βόλτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. mV): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής τάσης που ισούται με το ένα χιλιοστό του βολτ. [< γαλλ. millivolt, 1923] | |
| 31523 | μιλιβολτόμετρο | μι-λι-βολ-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. όργανο μέτρησης της διαφοράς δυναμικού σε μιλιβόλτ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. millivoltmètre, 1963] | |
| 31524 | μιλιγκράμ | μι-λι-γκράμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. mg): ΜΕΤΡΟΛ. χιλιοστόγραμμο. [< γαλλ. milligramme] | |
| 31525 | μιλιλίτρ | μι-λι-λίτρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. ml): ΜΕΤΡΟΛ. χιλιοστόλιτρο. [< γαλλ. millilitre] | |
| 31526 | μιλιμέτρ | μι-λι-μέτρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. mm): ΜΕΤΡΟΛ. χιλιοστόμετρο. [< γαλλ. millimètre] | |
| 31527 | μιλιμετρέ | μι-λι-με-τρέ επίθ. {άκλ.} (σύμβ. mm): που είναι διαιρεμένος, χωρισμένος σε μιλιμέτρ, που φέρει διαγραμμίσεις ανά μιλιμέτρ: ~ χαρτί σχεδίασης. Μπλοκ ~. ΣΥΝ. χιλιοστομετρικός [< γαλλ. millimétré, περ. 1900] | |
| 31528 | μιλιμπάρ | μι-λι-μπάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. mbar): ΜΕΤΕΩΡ. μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης που ισούται με το ένα χιλιοστό του μπαρ. [< γερμ. Millibar, αγγλ. millibar, 1910, γαλλ. ~, 1914] | |
| 31529 | μιλιούνι | μι-λιού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παρωχ.): εκατομμύριο. Βλ. -ούνι. ● μιλιούνια (τα): για να δηλωθεί εξαιρετικά μεγάλη και απροσδιόριστη ποσότητα: ~ οι πρόσφυγες/οι τουρίστες. ~ (= πλήθος) κόσμου πλημμύρισαν τους δρόμους. Το κοινό συνέρρεε κατά ~ (πβ. σαν (το) μυρμήγκι). [< μεσν. μιλιούνι(ν), μιλιόνι < ιταλ. milione] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ