| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31530 | μιλιταρισμός | μι-λι-τα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): στρατοκρατία. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντιμιλιταρισμός [< γαλλ. militarisme] | |
| 31531 | μιλιταριστής | μι-λι-τα-ρι-στής επίθ./ουσ.: στρατοκράτης. ΑΝΤ. αντιμιλιταριστής [< γαλλ. militariste] | |
| 31532 | μιλιταριστικός | , ή, ό μι-λι-τα-ρι-στι-κός επίθ.: στρατοκρατικός: ~ή: ιδεολογία/νοοτροπία/πολιτική. ~ό: καθεστώς/κράτος. ΣΥΝ. στρατοκρατικός ΑΝΤ. αντιμιλιταριστικός, αντιστρατιωτικός | |
| 31533 | μιλιτέρ | μι-λι-τέρ επίθ. {άκλ.} (προφ.): (για ρούχο) του οποίου το σχέδιο, το κόψιμο θυμίζει στρατιωτική στολή: ~ παντελόνι/σακάκι/φόρμα.|| ~ χρώμα (= χακί). [< γαλλ. militaire] | |
| 31534 | μιλκ σέικ | μιλκ σέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παχύρρευστο δροσιστικό ρόφημα κυρ. από παγωτό, γάλα και σιρόπι, χτυπημένα όλα μαζί στο μπλέντερ: ~ μπανάνα/σοκολάτα/φράουλα. [< αμερικ. milkshake, γαλλ. ~, 1946] | |
| 31535 | μιλόνγκα | μι-λόν-γκα ουσ. (θηλ.): αργεντίνικος χορός που μοιάζει με το τάνγκο ή ο αντίστοιχος μουσικός σκοπός ή το μέρος, η εκδήλωση όπου πραγματοποιείται αυτός ο χορός. [< ισπ. milonga, ιταλ. ~, 1957] | |
| 31536 | μιλόρδος | μι-λόρ-δος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): τιμητικός τίτλος προσφώνησης Άγγλου λόρδου. Βλ. μιλέδη. [< γαλλ. milord < αγγλ. my lord] | |
| 31537 | μιλφέιγ | μιλ-φέ-ιγ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη, στο οποίο εναλλάσσονται λεπτά φύλλα σφολιάτας με κρέμα ζαχαροπλαστικής. Βλ. εκμέκ. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (κατ' επέκτ.) για φαγητό που παρασκευάζεται από διαδοχικές στρώσεις διαφόρων υλικών: ~ μελιτζάνας με σάλτσα φρέσκιας τομάτας και κρέμα από ανθότυρο. [< γαλλ. millefeuille] | |
| 31538 | μιλώ | [μιλῶ] μι-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μιλ-άς ... (σπάν.) μιλ-είς ..., μιλούν & μιλάνε | μίλ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & μιλάω & (λόγ.) ομιλώ {-είς ..., παρατ. ομιλ-είτο, -ούνταν} 1. αρθρώνω λόγο: ~ αργά/ασταμάτητα/δυνατά/καθαρά/λίγο/πολύ/σιγά. Γιατί ~άς τόσο γρήγορα; Σταμάτα να ~άς πια! Είναι αγένεια να ~άς, όταν ~άει κάποιος άλλος. Πώς ~άς έτσι; ~άει με τη μύτη/με προφορά. Το μωρό ~ησε, είπε τις πρώτες του λεξούλες. Μίλα, γιατί δεν ~άς; Πβ. λέω. Βλ. παρα~, πολυ~, σωπαίνω. 2. εκφράζομαι προφορικά ή γραπτά· αναφέρομαι σε, κάνω λόγο για κάτι: ~ αλληγορικά/ανοιχτά/άστοχα/ευγενικά/ξεκάθαρα/σοβαρά/σωστά. ~ εκ μέρους κάποιου/εκ του ασφαλούς. ~ με άνεση/ευχέρεια. Δεν του αρέσει να ~άει για τον εαυτό του. Λατρεύει να ~άει για τη μουσική. Θα μας ~ήσει για την καινούργια του ταινία (σε συνέντευξη). Τα τραγούδια του ~ούν για τον έρωτα. Ποτέ δεν ~ούν για ... Για ποιους κινδύνους ~άτε; Ποτέ ως τώρα δεν έχω ~ήσει εναντίον του. Η Αστυνομία ~άει (: κάνει υπόθεση) για φόνο. Δεν ~ησα (: δεν έφερα αντίρρηση), για να μην τσακωθούμε. ~άς (: διαμαρτύρεσαι, παραπονιέσαι) κι εσύ που σου έχουν έρθει όλα βολικά. Θα ~ήσω στον αρμόδιο (: θα μεσολαβήσω). ~ώντας με ντοκουμέντα. ~ώντας γενικά, είπε ότι ...|| Στο πέμπτο κεφάλαιο ~άει για ... (: αφηγείται, διηγείται).|| (προφ.-εμφατ.) ~άμε για το παιχνίδι! 3. κουβεντιάζω, συζητώ για κάποιον/κάτι: Με ποιον ~άς; ~άει με τις ώρες στο τηλέφωνο. Για ποιο πράγμα ~άτε; ~άμε (σπανιότ. ~ούμε) για το ίδιο πράγμα. Δε ~ήσαμε πολύ. Όλος ο κόσμος ~άει για ... (πβ. κουτσομπολεύω). Μη ~άτε μεταξύ σας. Πρέπει να ~ήσουμε εμείς οι δύο. Μείνε ήσυχος, θα της ~ήσω εγώ (: θα προσπαθήσω να την πείσω, να τη συμβουλεύσω). Τα ~ήσαμε, τα συμφωνήσαμε. ~ησαν αρχηγός και διαιτητής (: ήρθαν σε συμφωνία, συνεννόηση). Έχει ήδη ~ηθεί να αποσύρει τη μήνυση. Πβ. συνομιλώ.|| Σου απαγορεύω να του ~άς (: να διατηρείς φιλικές ή τυπικές επαφές μαζί του)! Δεν μου ~άει εδώ και καιρό. Δε(ν) ~ιέται με τους γονείς της. Φτάσαμε στο σημείο να μη ~ιόμαστε. 4. απευθύνομαι σε κάποιον· εκφωνώ λόγο: Σε σένα ~άω, πού κοιτάς; Εγώ σου ~άω και εσύ με γράφεις. Δεν σου επιτρέπω να μου ~άς στον ενικό. Την είδα, αλλά δεν της ~ησα. Κανείς δεν τολμάει να του ~ήσει.|| ~άω δημόσια. Στην εκδήλωση ~ησαν και δύο ξένοι καθηγητές. Θα ~ήσει ο αντιπρόεδρος της ομάδας. Αισθάνομαι μεγάλη συγκίνηση ~ώντας από το βήμα αυτό. Πβ. αγορεύω. 5. γνωρίζω μια γλώσσα και τη χρησιμοποιώ ως μέσο επικοινωνίας: ~ (άπταιστα) Αγγλικά/Γαλλικά/Γερμανικά/Ελληνικά.|| ~ τη γλώσσα του σώματος. ~άνε (: συνεννοούνται) με νοήματα. Είναι σημαντικό οι γονείς να ~ούν στη γλώσσα των παιδιών. 6. αποκαλύπτω ή ομολογώ: Πολλοί γνωρίζουν τι συνέβη, αλλά κανείς δε ~άει. Μη ~ήσεις σε κανέναν! ~ησε τελικά ο κατηγορούμενος. Τον απειλούν επειδή ~ησε. Πβ. μαρτυρώ. 7. (μτφ.) αποφασίζω ή παίζω καθοριστικό ρόλο: Η δικαιοσύνη/ο λαός ~ησε. Τα άστρα ~ούν για σας. Τώρα ~άω εγώ! 8. (μτφ.) καθιστώ κάτι φανερό χωρίς χρήση λόγου: Οι αριθμοί ~ούν από μόνοι τους. Η εικόνα ~άει από μόνη της. 9. (μτφ.) αγγίζω, ευαισθητοποιώ: Η μουσική του ~άει στην ψυχή μου/~ησε απευθείας στις καρδιές μας. ● ΦΡ.: (σαν να) μιλάω στον/με τον τοίχο & στους/με τους τοίχους 1. σε περιπτώσεις που μιλά κάποιος χωρίς να του δίνουν σημασία: Προσπάθησα να του εξηγήσω, αλλά ήταν σαν να ~ στον τοίχο. 2. για κάποιον που μιλά στον εαυτό του., για να μη μιλήσω για ... (προφ.-εμφατ.): για να επισημανθεί κάτι επιπλέον σε σχέση με τα προαναφερθέντα: Υπερβολικές οι τιμές στα ρούχα, ~ ~ για τη χαμηλή ποιότητα των υφασμάτων., δε(ν) μιλιέται (προφ.): δεν έχει όρεξη να μιλήσει, συνήθ. λόγω μεγάλης στενοχώριας ή θυμού., εγώ μιλάω, εγώ τ' ακούω: δεν προσέχει κανένας αυτά που λέω., μίλα καλά! (προφ.): εκφράσου σωστά, όπως αρμόζει ή ξεκάθαρα: ~ ~, μη βρίζεις!|| (απειλητ.) ~ ~ (= ξηγήσου), ποιος τον σκότωσε;, μιλάω καλά για κάποιον: λέω κάτι θετικό για αυτόν, τον επαινώ: ~άει πάντα ~/με τα καλύτερα λόγια για σένα!, μιλάω με το σεις και με το σας & με το σας και με το σεις (συχνά ειρων.): πάρα πολύ ευγενικά., μίλησε με την τύχη (του): αποδείχτηκε, φάνηκε τυχερός: Στα τελευταία λεπτά του αγώνα, η ομάδα ~ ~ της., το μιλάει καλά το ... (λαϊκό): έχει ευχέρεια σε μια ξένη γλώσσα: ~ ~ αγγλικό., το πράγμα μιλάει (από) μόνο του: είναι ολοφάνερο., αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει βλ. καρδιά, ελληνικά (σου) μιλάω (όχι κινέζικα) βλ. ελληνικός, καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς! βλ. μασώ, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε/καταλαβαίνουμε βλ. μαζί, μιλάει η πείρα/η εμπειρία βλ. πείρα, μιλάει το κρασί βλ. κρασί, μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι βλ. κώλος, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια βλ. δόντι, μιλώ άλλη/διαφορετική γλώσσα με κάποιον βλ. γλώσσα, μιλώ στον αέρα βλ. αέρας, μιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον βλ. γλώσσα, να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον βλ. στόμα, ούτε μιλάει ούτε λαλάει βλ. λαλεί, το τηλέφωνο μιλάει/βουίζει βλ. τηλέφωνο, χρωστάω σε όποιον μιλάει ελληνικά βλ. χρωστώ ● βλ. μιλημένος [< μεσν. μιλώ] | |
| 31543 | μίμημα | μι-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {μιμιδί-ου}: 1. ΒΙΟΛ. πολιτισμικό στοιχείο (ιδέα, αντίληψη, δοξασία, τρόπος συμπεριφοράς) που μεταφέρεται από άνθρωπο σε άνθρωπο με τη μίμηση, την επικοινωνία, τη γλώσσα και όχι μέσω των γονιδίων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. διασκεδαστική εικόνα ή βίντεο που διαδίδεται ταχύτατα μέσω του διαδικτύου. [< αγγλ. (mi)meme, 1976 < αρχ. μίμημα ‘απομίμηση, καλλιτεχνική αναπαράσταση’] | |
| 31539 | μίμηση | μί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μιμούμαι: δουλική/πιστή/τέλεια ~. ~ ενός έργου/ήχου/ξένων προτύπων (= μιμητισμός, πβ. ξενομανία)/του παρελθόντος/του τρόπου ζωής κάποιου. ~ του ύφους ενός λογοτέχνη. Η ~ της πραγματικότητας/της φύσης από την τέχνη (πβ. αναπαράσταση). Ιστορική μορφή άξια ~ης. Προϊόν ~ης (πβ. αντίγραφο, βλ. απο~). Αστείες ~ήσεις. Έχει ταλέντο στις/κάνει ~ήσεις (: των εκφράσεων, των κινήσεων, της ομιλίας κάποιου, συνήθ. για διασκέδαση των άλλων). Βλ. παρωδία.|| (ΨΥΧΟΛ.) Ασυνείδητη/συνειδητή ~ συμπεριφοράς. Μάθηση και ~. Πρότυπο για/προς ~η. Πβ. αντιγραφή. 2. ΜΟΥΣ. (στην πολυφωνική μουσική:) επανάληψη από μια φωνή ενός μουσικού μοτίβου, θέματος ή μελωδίας που έχει ήδη ακουστεί από μια άλλη: ελεύθερη/κανονική ~. ● ΦΡ.: παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση βλ. παράδειγμα [< αρχ. μίμησις, γαλλ. imitation, γαλλ.-αγγλ. mimesis] | |
| 31540 | μιμητής | μι-μη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που μιμείται κάποιον ή κάτι, το(ν) έχει ως πρότυπο: Ευχόμαστε αυτή η ενέργεια να βρει/να έχει άξιους ~ές. [< αρχ. μιμητής] | |
| 31541 | μιμητικός | , ή, ό μι-μη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μίμηση: ~ή: ικανότητα/συμπεριφορά. ● Ουσ.: μιμητική (η): η τέχνη ή η ικανότητα της μίμησης. Πβ. μιμική. ● επίρρ.: μιμητικά [< αρχ. μιμητικός, αγγλ. mimetic, γαλλ. mimétique, 1912] | |
| 31542 | μιμητισμός | μι-μη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. παθητική και άκριτη αναπαραγωγή προτύπων: άγονος/στείρος ~. 2. τάση ή ικανότητα μίμησης. 3. ΒΙΟΛ. ιδιότητα ορισμένων οργανισμών να γίνονται εμφανισιακά όμοιοι με τον περιβάλλοντα χώρο ή με άλλο είδος μέσα σ' αυτό το περιβάλλον για λόγους αυτοπροστασίας. Πβ. ομοιοχρωμία. Βλ. χαμαιλέων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. mimétisme, αγγλ. mimetism] | |
| 31544 | μιμικός | , ή, ό μι-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον μίμο ή ακολουθεί τον τρόπο των μίμων: ~ός: χορός. ~ή: γλώσσα/έκφραση του προσώπου/τέχνη. ~ά: σύμβολα (= εμότικον). ~ές: κινήσεις. ● Ουσ.: μιμική (η): η τέχνη της μίμησης, μιμητική: παράσταση βασισμένη στον χορό, στη ~, στην απαγγελία και στο τραγούδι. ● ΣΥΜΠΛ.: μιμικό διάγραμμα: ΤΕΧΝΟΛ. πίνακας ενδείξεων που αναπαριστά τη λειτουργία εργοστασίου, δικτύου, μηχανήματος, εγκατάστασης., μιμικοί μύες: ΑΝΑΤ. οι μύες του προσώπου που εκφράζουν τα συναισθήματα του ατόμου. [< μτγν. μιμικός] | |
| 31545 | μιμόδραμα | μι-μό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. θεατρικό έργο που ερμηνεύεται με παντομίμα και (συχνά) με συνοδεία μουσικής. [< γαλλ. mimodrame] | |
| 31546 | μιμόζα | μι-μό-ζα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγκαθωτό δέντρο ή θάμνος των τροπικών χωρών (γένος Mimosa) ή κοινή ονομασία φυτών που είναι συγγενικά προς την ακακία και καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά· συνεκδ. το άνθος τους: ~ η αισχυντηλή (= το μη μου άπτου, βλ. άπτεται). || ΜΑΓΕΙΡ. αβγά ~ (: γεμιστά, κομμένα στη μέση). [< ιταλ.-γαλλ. mimosa – γαλλ. œuf mimosa, 1911] | |
| 31547 | μίμος | [μῖμος] μί-μος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που μιμείται με ιδιαίτερη ικανότητα, συνήθ. κατ' επάγγελμα, κάποιον ή κάτι· ηθοποιός της παντομίμας: ~ φωνών. ~ σε παιδικά πάρτι (βλ. κλόουν). Η τέχνη του ~ου. Ζογκλέρ, γελωτοποιοί, ταχυδακτυλουργοί και ~οι. 2. ΦΙΛΟΛ. έμμετρο έργο που πραγματεύεται θέματα της καθημερινής ζωής με κωμικό ή σατιρικό τρόπο· το αντίστοιχο θεατρικό είδος: αρχαίοι ελληνικοί/λατινικοί ~οι. ~οι που προορίζονται για απαγγελία. Βλ. μιμόδραμα. [< αρχ. μῖμος, γαλλ.-αγγλ. mime] | |
| 31548 | μιμούμαι | [μιμοῦμαι] μι-μού-μαι ρ. (μτβ.) {μιμ-είσαι ... (ε)μιμ-είτο, μιμ-ούνταν | μιμ-ήθηκα, -ούμενος} 1. παριστάνω, αντιγράφω τις κινήσεις, την ομιλία, τη συμπεριφορά προσώπου: ~ το ντύσιμο/την υπογραφή (πβ. πλαστογραφώ)/το ύφος/τη φωνή κάποιου. Βλ. υποδύομαι.|| (μτφ.) Η τέχνη ~είται τη ζωή/τη φύση.|| (κατ' επέκτ.) Θεραπευτική αγωγή βασισμένη σε φάρμακα που ~ούνται τη δράση της ντοπαμίνης. 2. ακολουθώ κάποιον ή κάτι ως πρότυπο: ~ούμενος το παράδειγμά του ... ~είται τα αρνητικά και όχι τα θετικά στοιχεία των άλλων. Τα παιδιά ~ούνται τους γονείς τους. Βλ. ξεσηκώνω. [< αρχ. μιμοῦμαι] | |
| 31549 | μίνα | μί-να ουσ. (θηλ.) 1. λαγούμι. 2. υπόγεια στοά με εκρηκτικές ύλες για την ανατίναξη κυρ. βράχου και συνεκδ. η ίδια η εκρηκτική ύλη. [< ιταλ. mina 2: μεσν. μίνα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ