| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31550 | μιναρές | μι-να-ρές ουσ. (αρσ.): μακρόστενος κυλινδρικός πύργος με εξώστη: το τζαμί και ο ~ του. Βλ. -ές, μουεζίνης. [< τουρκ. minare] | |
| 31551 | μινεστρόνε | μι-νε-στρό-νε {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. πηχτή σούπα με λαχανικά, ζυμαρικά και φασόλια. [< ιταλ. minestrone, γαλλ. ~, 1930] | |
| 31552 | μίνθη | μίν-θη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ΒΟΤ. μέντα, δυόσμος. [< μτγν. μίνθη] | |
| 31553 | μινθόλη | βλ. μενθόλη | |
| 31554 | μίνι | μί-νι επίθ. {άκλ.} 1. μικρός: ~ ακουστικά/αυτοκίνητο/κάμερα/λεωφορείο (πβ. ~ μπας)/μπαρ/συσκευασία. ~ ασφαλιστικό/αφιέρωμα/καύσωνας/κρουαζιέρα/μαραθώνιος/σειρά/τουρνουά. ΑΝΤ. μάξι (2) 2. ΑΘΛ. ως χαρακτηρισμός αθλήματος που παίζεται σε γήπεδο μικρότερων διαστάσεων από τα κανονικό και απευθύνεται κυρ. σε παιδιά: ~ βόλεϊ/γκολφ/μπάσκετ/ποδόσφαιρο/τένις. [< αγγλ. mini, 1963] | |
| 31555 | μίνι | μί-νι ουσ. (ουδ.) 1. κοντή φούστα ή φόρεμα πάνω από το γόνατο: καυτό/σούπερ ~. 2. μοντέλο αυτοκινήτου μικρού μεγέθους. 3. αθλητικό τμήμα ή αθλητική διοργάνωση για μικρά παιδιά: ~ αγοριών/κοριτσιών. ● Υποκ.: μινάκι (το): στη σημ. 1. [< αγγλ. mini, 1960, miniskirt, 1962] | |
| 31556 | μίνι μπας | μί-νι μπας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) μινιμπάς: μικρό λεωφορείο για σύντομες συνήθ. διαδρομές: ~ ξενοδοχείου. Πβ. πουλμανάκι. [< αγγλ. minibus, 1958, γαλλ. minibus, περ. 1965] | |
| 31562 | μίνι-μάρκετ | μί-νι μάρ-κετ ουσ. (ουδ.): μικρό κατάστημα που πουλά τυποποιημένα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης (τρόφιμα, ψιλικά, εφημερίδες): το ~ της γειτονιάς. Πβ. μπακάλικο, παντοπωλείο, ψιλικατζίδικο. Βλ. σούπερ-μάρκετ. [< αγγλ. mini-market, 1963] | |
| 31557 | μινιατούρα | μι-νια-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μικρογραφία: ~ χειρογράφου.|| Ιστορική/πορσελάνινη/συλλεκτική ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Αυτοκίνητο/βιβλίο-~. Δέντρα-(πβ. μπονσάι)/παιχνίδια-~ες. Πβ. μικροτέχνημα.|| (μτφ.-προφ.) Η τηλεόραση αποτελεί ~ της κοινωνίας. [< ιταλ. miniatura] | |
| 31558 | μίνιμαλ | βλ. μινιμαλιστικός | |
| 31559 | μινιμαλισμός | μι-νι-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα που χαρακτηρίζεται από οικονομία στη χρήση εκφραστικών μέσων· γενικότ. στάση η οποία στηρίζεται στην ελαχιστοποίηση, την απλοποίηση και την αναζήτηση του ουσιώδους: Ο ~ ως τάση στην αρχιτεκτονική/διακόσμηση/ζωγραφική/σκηνοθεσία. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. μαξιμαλισμός (1) [< αγγλ. minimalism, 1927, γαλλ. minimalisme, 1967] | |
| 31560 | μινιμαλιστής | μι-νι-μα-λι-στής επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. μινιμαλίστρια}: υποστηρικτής, οπαδός του μινιμαλισμού. ΑΝΤ. μαξιμαλιστής [< γαλλ. minimaliste] | |
| 31561 | μινιμαλιστικός | , ή, ό μι-νι-μα-λι-στι-κός επίθ. & μίνιμαλ & μινιμάλ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον μινιμαλισμό: ~ός: ήχος/σχεδιασμός/χώρος. ~ή: αισθητική/αντίληψη/αρχιτεκτονική/γλυπτική/διακόσμηση/μουσική/τέχνη. ~ό: σχέδιο/ύφος. ~ά: σκηνικά. ΑΝΤ. μαξιμαλιστικός ● επίρρ.: μινιμαλιστικά [< γαλλ. minimal, 1969, minimaliste, 1974, αγγλ. minimalistic, 1967] | |
| 31563 | μίνιμουμ | μί-νι-μουμ επίθ./ουσ. {άκλ.}: ελάχιστη τιμή, κατώτατο όριο: το ~ των ικανοτήτων/μηνιαίων αποδοχών. Ένα ~ γνώσεων/επίπεδο ποιότητας. Το ~ (: λιγότερο) που απαιτείται είναι ...|| (ως επίθ.) ~ διάρκεια/ηλικία/ποσότητα/στόχος/τιμή. ΑΝΤ. μάξιμουμ, μέγιστο [< γαλλ. minimum] | |
| 31564 | μίνιο | μί-νι-ο ουσ. (ουδ.): χρωστική ύλη από οξείδιο του μολύβδου (σύμβ. Pb3O4)που κατασκευάζεται βιομηχανικά· συνεκδ. αντισκωριακή βαφή που περιέχει αυτό το υλικό. [< ιταλ. minio, γαλλ.-αγγλ. minium < λατ. ~] | |
| 31565 | μινιόν | μι-νιόν επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. (για πρόσωπο) μικροκαμωμένος και κομψός, χαριτωμένος ή/και ευπαθής. ΣΥΝ. λεπτοκαμωμένος 2. πολύ μικρός: τριαντάφυλλα/φιλέτο ~. ~ διαστάσεις (= μίνι). [< γαλλ. mignon] | |
| 31566 | μινκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βιζόν. [< αγγλ. mink] | |
| 31567 | μινόρε | μι-νό-ρε επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ελάσσων τόνος: αρμονικό ~. Λα/μι/ρε/σι ~. Μελαγχολικές ~ κλίμακες. ΑΝΤ. ματζόρε [< ιταλ. minore] | |
| 31568 | μινουέτο | μι-νου-έ-το ουσ. (ουδ.) & μενουέτο: ΜΟΥΣ. παλιός ζωηρός γαλλικός χορός σε μέτρο 3/4 και η αντίστοιχη μουσική, συχνά ως τμήμα μεγαλύτερης οργανικής σύνθεσης, π.χ. σουίτα. [< ιταλ. minuetto] | |
| 31569 | μιντέρι | μι-ντέ-ρι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.-λαϊκό) 1. χαμηλό ντιβάνι-καναπές ή κρεβάτι που το τοποθετούσαν κατά μήκος του τοίχου. ΣΥΝ. σοφάς (1) 2. (σπάν.) χαμηλό, κτιστό πεζούλι. [< τουρκ. minder] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ