Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32240-32260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31570μίντιμί-ντι επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. (για γυναικείο ρούχο) που φτάνει ως τη μέση της γάμπας: ~ φόρεμα/φούστα. 2. μεσαίου μεγέθους. Βλ. μάξι, μίνι. [< αγγλ. midi, 1967]
31571μίντιαμί-ντι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: διεθνή ~. Ο ρόλος των ~. Τα ~ διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. [< αγγλ. media, 1922, γαλλ. média, 1965]
31572μιντιακός

, ή, ό μι-ντι-α-κός επίθ. (προφ.): που αναφέρεται ή ανήκει στα μίντια: ~ός: όμιλος. ~ή: αγορά/εξουσία/κάλυψη (γεγονότος, υπόθεσης)/πραγματικότητα/προβολή. ~ό: θέαμα/κατασκεύασμα/περιβάλλον/σύστημα/φαινόμενο. ~ά: συμφέροντα.

31573μιντιάρχηςμι-ντι-άρ-χης ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. άρχης, καναλάρχης.
31574μιντιοκρατίαμι-ντι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κυριαρχία, επιβολή των μέσων μαζικής ενημέρωσης σε διάφορους τομείς της ζωής. Βλ. -κρατία.
31575μινωικός, ή, ό μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που αναφέρεται στην αρχαία Κρήτη της περιόδου που εκτείνεται περ. από τις αρχές της τρίτης χιλιετίας π.Χ. ως το 1100 π.Χ.: ~ός: πολιτισμός. Βλ. κυκλαδικός, μυκηναϊκός, προ~, πρωτο~. [< γαλλ. minoen, 1913, αγγλ. minoan]
31576μιξ γκριλουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από διάφορα είδη κυρ. κρεάτων που ψήνονται στη σχάρα και σερβίρονται μαζί, ανάμεικτα με λαχανικά: ~ θαλασσινών. [< αγγλ. mixed grill, 1910]
31577μιξάζμι-ξάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μείξη διαφορετικών ηχητικών ή/και οπτικών στοιχείων στο ίδιο κανάλι, σε μία εγγραφή, ταινία: τελικό ~. ~ ήχου. Βλ. μοντάζ. [< γαλλ. mixage, 1934]
31578μιξάρισμαμι-ξά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μίξη διαφορετικών ήχων: ραδιοφωνικό ~. Βλ. -ισμα, μιξάζ, σκρατς.
31579μιξάρωμι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {μίξαρ-ε κ. μιξάρ-ισε, -ισμένος, -οντας} (προφ.): κάνω μιξάζ: ~ουν παραδοσιακή μουσική με ηλεκτρονικό ήχο. ~ισμένος: δίσκος. [< γαλλ. mixer]
31580μίξερμί-ξερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΤΕΧΝΟΛ. 1. ηλεκτρική συσκευή που χρησιμοποιείται για την ανάμειξη και πολτοποίηση τροφών, συστατικών: το μπολ/η ταχύτητα του ~. Φορητό ~ χειρός. Χτυπάω τα αβγά/το βούτυρο/την κρέμα γάλακτος στο ~. || ~ για αφρόγαλα/φραπέ (= φραπιέρα). Πβ. αναδευτήρας. Βλ. μπλέντερ. ΣΥΝ. αναμικτήρας & αναμίκτης (2) 2. μείκτης. ● Υποκ.: μιξεράκι (το): στη σημ. 1. [< αγγλ. mixer]
31581μίξηβλ. μείξη & μίξη
31582μιξοπαρθέναμι-ξο-παρ-θέ-να ουσ. (θηλ.) & (συχνότ.) μυξοπαρθένα (μειωτ.): γυναίκα που προσποιείται ότι δεν έχει ερωτική εμπειρία: Το παίζει ~. [< γαλλ. demi-vierge]
31583μιόνιομι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {μιονίου} (σύμβ. μ): ΦΥΣ. στοιχειώδες σωματίδιο, ασταθές λεπτόνιο, που έχει μάζα 207 φορές μεγαλύτερη από το ηλεκτρόνιο και μπορεί να είναι αρνητικά ή θετικά φορτισμένο. Βλ. νετρίνο. [< αγγλ. muon, 1951, γαλλ. ~, 1958]
31584μιούζικ χολμιού-ζικ χολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κέντρο ή θέατρο μουσικών επιθεωρήσεων και γενικότ. εκδηλώσεων· συνεκδ. ποικίλο θέαμα, είδος βαριετέ με εναλλαγή τραγουδιών, κωμικών σκηνών που παρουσιάζεται σε αυτό. Βλ. βοντβίλ, καμπαρέ. [< αγγλ. music hall, γαλλ. music-hall]
31585μιούζικαλμιού-ζι-καλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : θεατρικό ή κινηματογραφικό μουσικοχορευτικό έργο συναισθηματικού ή/και χιουμοριστικού χαρακτήρα: παράσταση/ταινία ~. [< αγγλ. musical, 1938]
31586μιουλουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: γυναικείο παπούτσι που είναι τελείως ανοιχτό στο μισό πόδι και τη φτέρνα. [< γαλλ. mule]
31587μιράζμι-ράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΣΤΡΑΤ. τύπος γαλλικού μαχητικού αεροσκάφους. [< γαλλ. Mirage, 1959]
31588μιράκολομι-ρά-κο-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.-συνήθ. ειρων.): θαύμα. [< ιταλ. miracolo]
31589μιράμπιλιςμι-ρά-μπι-λις ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. νυχτολούλουδο. [< γαλλ. mirabilis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.