Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32260-32280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31590μίρλαμίρ-λα ουσ. (θηλ.) (αργκό): γκρίνια, κατσουφιά.
31591μιςουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. τίτλος που απονέμεται σε νικήτρια καλλιστείων και κυρ. η ίδια η νικήτρια: ~ Γιανγκ/Ελλάς/Κόσμος. Βλ. βασίλισσα της ομορφιάς, σταρ. 2. (στην Αγγλική) δεσποινίδα. [< αγγλ. miss]
31592μισ-βλ. μισο-
31593μισαδάκιμι-σα-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (αργκό) στριφτό ή μισό τσιγάρο. 2. για να δηλωθεί κάτι πολύ μικρό, ελάχιστο.
31594μισακός, ή, ό βλ. μισιακός
31595μισαλλοδοξίαμι-σαλ-λο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ανοχής και αποδοχής της αντίθετης άποψης, θρησκείας, ιδεολογίας και όσων την ασπάζονται: θρησκευτική/πολιτική ~. ~, ρατσισμός και ξενοφοβία. Βλ. απολυτότητα, διακρίσεις, δογματ-, φανατ-ισμός. ΑΝΤ. ανεκτικότητα [< γαλλ. intolérance, αγγλ. intolerance]
31596μισαλλόδοξος, η, ο μι-σαλ-λό-δο-ξος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία: ~ος: λόγος. ~η: πολιτική/στάση/συμπεριφορά. ● επίρρ.: μισαλλόδοξα [< γαλλ. intolerant, αγγλ. intolerant]
31597μισανδρίαμι-σαν-δρί-α ουσ. (θηλ.) & μισανδρισμός (ο): μίσος εναντίον των ανδρών. Βλ. μισογυνισμός. [< μτγν. μισανδρία]
31598μισανθρωπίαμι-σαν-θρω-πί-α ουσ. (θηλ.): μίσος, εχθρότητα προς τους ανθρώπους και αποφυγή των κοινωνικών επαφών. ΑΝΤ. φιλανθρωπία (1) [< αρχ. μισανθρωπία, γαλλ. misanthropie , αγγλ. misanthropy]
31599μισάνθρωπος, η, ο μι-σάν-θρω-πος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από μισανθρωπία. Βλ. αντικοινωνικός, μισογύνης.|| ~η: συμπεριφορά. Βλ. -άνθρωπος. ΑΝΤ. φιλάνθρωπος [< αρχ. μισάνθρωπος, γαλλ.-αγγλ. misanthrope]
31600μισανοίγωμι-σα-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μισάνοι-ξα, -γμένος}: δεν ανοίγω εντελώς: ~ τα μάτια/το παράθυρο. Η πόρτα ~ξε. ~γμένα χείλη. ΑΝΤ. μισοκλείνω
31601μισάνοιχτος, η, ο μι-σά-νοι-χτος επίθ.: που δεν είναι τελείως ανοιχτός: ~η: πόρτα. ~ο: πουκάμισο/στόμα. ~α: μάτια/παντζούρια/χείλη. ΑΝΤ. μισόκλειστος
31602μισάωρομι-σά-ω-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χρονικό διάστημα μισής ώρας, τριάντα λεπτά: το πρώτο/το τελευταίο ~ του αγώνα/του μαθήματος/της ταινίας. Τον πήρε ο ύπνος για κανά ~.|| (ως επίθ.) ~ διάλειμμα/πρόγραμμα. Πβ. ημίωρο. Βλ. τέταρτο.
31603μισγάγκειαμι-σγά-γκει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. νοητή γραμμή κατά μήκος της κοίτης ποταμού που συνδέει όλα τα σημεία με το μέγιστο βάθος και διά μέσου της οποίας γίνεται η ροή του νερού: ~ ρέματος. [< αρχ. μισγάγκεια, γαλλ. talweg]
31604μισέλληναςμι-σέλ-λη-νας επίθ./ουσ.: ανθέλληνας. ΑΝΤ. ελληνολάτρης (1), φιλέλληνας [< αρχ. μισέλλην, αγγλ. mishellene, 1972]
31605μισελληνικός, ή, ό μι-σελ-λη-νι-κός επίθ.: ανθελληνικός. ΑΝΤ. φιλελληνικός [< πβ. αγγλ. mishellenic, 1958]
31606μισελληνισμόςμι-σελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): εχθρότητα προς την Ελλάδα, τους Έλληνες και προς καθετί ελληνικό. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. φιλελληνισμός [< πβ. γαλλ. mishellénisme]
31607μισεμόςμι-σε-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): αναχώρηση, ταξίδι και κυρ. ξενιτεμός. ΑΝΤ. γυρισμός, επιστροφή (1), νόστος [< μεσν. μισεμός]
31608μισερός, ή, ό μι-σε-ρός επίθ. (λαϊκό) 1. μισός, ατελής, λειψός. ΑΝΤ. ολόκληρος (2), ολοκληρωμένος (1), τέλειος (1) 2. (για πρόσ.) σωματικά ή διανοητικά ανάπηρος. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. σακάτης ΑΝΤ. αρτιμελής [< 1: μεσν. μισερός]
31609μισεύωμι-σεύ-ω ρ. (μτβ.) {μίσε-ψε, -μένος} (λαϊκό-λογοτ.): αναχωρώ για ταξίδι και κυρ. ξενιτεύομαι. [< μεσν. μισεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.