| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 31590 | μίρλα | μίρ-λα ουσ. (θηλ.) (αργκό): γκρίνια, κατσουφιά. | |
| 31591 | μις | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. τίτλος που απονέμεται σε νικήτρια καλλιστείων και κυρ. η ίδια η νικήτρια: ~ Γιανγκ/Ελλάς/Κόσμος. Βλ. βασίλισσα της ομορφιάς, σταρ. 2. (στην Αγγλική) δεσποινίδα. [< αγγλ. miss] | |
| 31592 | μισ- | βλ. μισο- | |
| 31593 | μισαδάκι | μι-σα-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (αργκό) στριφτό ή μισό τσιγάρο. 2. για να δηλωθεί κάτι πολύ μικρό, ελάχιστο. | |
| 31594 | μισακός | , ή, ό βλ. μισιακός | |
| 31595 | μισαλλοδοξία | μι-σαλ-λο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ανοχής και αποδοχής της αντίθετης άποψης, θρησκείας, ιδεολογίας και όσων την ασπάζονται: θρησκευτική/πολιτική ~. ~, ρατσισμός και ξενοφοβία. Βλ. απολυτότητα, διακρίσεις, δογματ-, φανατ-ισμός. ΑΝΤ. ανεκτικότητα [< γαλλ. intolérance, αγγλ. intolerance] | |
| 31596 | μισαλλόδοξος | , η, ο μι-σαλ-λό-δο-ξος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία: ~ος: λόγος. ~η: πολιτική/στάση/συμπεριφορά. ● επίρρ.: μισαλλόδοξα [< γαλλ. intolerant, αγγλ. intolerant] | |
| 31597 | μισανδρία | μι-σαν-δρί-α ουσ. (θηλ.) & μισανδρισμός (ο): μίσος εναντίον των ανδρών. Βλ. μισογυνισμός. [< μτγν. μισανδρία] | |
| 31598 | μισανθρωπία | μι-σαν-θρω-πί-α ουσ. (θηλ.): μίσος, εχθρότητα προς τους ανθρώπους και αποφυγή των κοινωνικών επαφών. ΑΝΤ. φιλανθρωπία (1) [< αρχ. μισανθρωπία, γαλλ. misanthropie , αγγλ. misanthropy] | |
| 31599 | μισάνθρωπος | , η, ο μι-σάν-θρω-πος επίθ./ουσ.: που χαρακτηρίζεται από μισανθρωπία. Βλ. αντικοινωνικός, μισογύνης.|| ~η: συμπεριφορά. Βλ. -άνθρωπος. ΑΝΤ. φιλάνθρωπος [< αρχ. μισάνθρωπος, γαλλ.-αγγλ. misanthrope] | |
| 31600 | μισανοίγω | μι-σα-νοί-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μισάνοι-ξα, -γμένος}: δεν ανοίγω εντελώς: ~ τα μάτια/το παράθυρο. Η πόρτα ~ξε. ~γμένα χείλη. ΑΝΤ. μισοκλείνω | |
| 31601 | μισάνοιχτος | , η, ο μι-σά-νοι-χτος επίθ.: που δεν είναι τελείως ανοιχτός: ~η: πόρτα. ~ο: πουκάμισο/στόμα. ~α: μάτια/παντζούρια/χείλη. ΑΝΤ. μισόκλειστος | |
| 31602 | μισάωρο | μι-σά-ω-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χρονικό διάστημα μισής ώρας, τριάντα λεπτά: το πρώτο/το τελευταίο ~ του αγώνα/του μαθήματος/της ταινίας. Τον πήρε ο ύπνος για κανά ~.|| (ως επίθ.) ~ διάλειμμα/πρόγραμμα. Πβ. ημίωρο. Βλ. τέταρτο. | |
| 31603 | μισγάγκεια | μι-σγά-γκει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. νοητή γραμμή κατά μήκος της κοίτης ποταμού που συνδέει όλα τα σημεία με το μέγιστο βάθος και διά μέσου της οποίας γίνεται η ροή του νερού: ~ ρέματος. [< αρχ. μισγάγκεια, γαλλ. talweg] | |
| 31604 | μισέλληνας | μι-σέλ-λη-νας επίθ./ουσ.: ανθέλληνας. ΑΝΤ. ελληνολάτρης (1), φιλέλληνας [< αρχ. μισέλλην, αγγλ. mishellene, 1972] | |
| 31605 | μισελληνικός | , ή, ό μι-σελ-λη-νι-κός επίθ.: ανθελληνικός. ΑΝΤ. φιλελληνικός [< πβ. αγγλ. mishellenic, 1958] | |
| 31606 | μισελληνισμός | μι-σελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): εχθρότητα προς την Ελλάδα, τους Έλληνες και προς καθετί ελληνικό. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. φιλελληνισμός [< πβ. γαλλ. mishellénisme] | |
| 31607 | μισεμός | μι-σε-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): αναχώρηση, ταξίδι και κυρ. ξενιτεμός. ΑΝΤ. γυρισμός, επιστροφή (1), νόστος [< μεσν. μισεμός] | |
| 31608 | μισερός | , ή, ό μι-σε-ρός επίθ. (λαϊκό) 1. μισός, ατελής, λειψός. ΑΝΤ. ολόκληρος (2), ολοκληρωμένος (1), τέλειος (1) 2. (για πρόσ.) σωματικά ή διανοητικά ανάπηρος. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. σακάτης ΑΝΤ. αρτιμελής [< 1: μεσν. μισερός] | |
| 31609 | μισεύω | μι-σεύ-ω ρ. (μτβ.) {μίσε-ψε, -μένος} (λαϊκό-λογοτ.): αναχωρώ για ταξίδι και κυρ. ξενιτεύομαι. [< μεσν. μισεύω] | |