| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31610 | μισητός | , ή, ό μι-ση-τός επίθ.: που τον μισούν ή είναι άξιος μίσους: ~ός: αντίπαλος/εχθρός. ~ό: πρόσωπο. Βλ. λαομίσητος. ΣΥΝ. απεχθής ΑΝΤ. αγαπημένος, αγαπητός (1) [< αρχ. μισητός] | |
| 31611 | μισθαποδοσία | μι-σθα-πο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. ανταμοιβή στη μέλλουσα ζωή: δίκαιη ~. Βλ. -δοσία. [< μτγν. μισθαποδοσία] | |
| 31612 | μίσθαρνος | , η, ο μί-σθαρ-νος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μίσθαρνο όργανο (απαιτ. λεξιλόγ.): για άτομο που εξαγοράζεται, αποβλέπει μόνο στην υλική αμοιβή, αδιαφορώντας για τις ηθικές αξίες και ιδ. για το ιδανικό της πατρίδας: ~α ~α ξένων δυνάμεων/συμφερόντων (: για προδότες, μισθοφόρους στρατιώτες, πολιτικούς). [< μτγν. μίσθαρνος ‘μισθωτός εργαζόμενος’] | |
| 31613 | μίσθιος | , α, ο μί-σθι-ος επίθ. (λόγ.) 1. ΝΟΜ. που μισθώνεται, ενοικιάζεται: ~ο: διαμέρισμα/κατάστημα. 2. (σπάν.) που εργάζεται παίρνοντας μισθό ή που εκτελείται έναντι μισθού, αμοιβής: ~ος: υπάλληλος.|| ~α: δουλειά. Πβ. μισθωτός. ● Ουσ.: μίσθιο (το) {μισθί-ου}: ΝΟΜ. κινητό ή κυρ. ακίνητο αγαθό που παρέχεται με ενοίκιο· συνεκδ. το ενοίκιο: απόδοση ~ίου. Πβ. μίσθωμα. [< 2: μτγν. μίσθιος] | |
| 31614 | μισθοδικείο | [μισθοδικεῖο] μι-σθο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. ειδικό δικαστήριο που απαρτίζεται από ανώτατους δικαστές και δικηγόρους και εκδικάζει τις αγωγές για μισθολογικές και συνταξιοδοτικές διαφορές των δικαστικών λειτουργών: Ανώτατο Ειδικό ~. Βλ. -δικείο. | |
| 31615 | μισθοδοσία | μι-σθο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πληρωμή μισθού· κατ' επέκτ. το σύνολο των αποδοχών που καταβάλλονται κάθε μήνα στους εργαζομένους: ~ προσωπικού/συμβασιούχων/συνταξιούχων/υπαλλήλων. Διακοπή/διαχείριση/έκδοση/έναρξη/καταστάσεις/πρόγραμμα/στοιχεία/υπολογισμός ~ας. Βλ. -δοσία. [< αρχ. μισθοδοσία] | |
| 31616 | μισθοδοτικός | , ή, ό μι-σθο-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στη μισθοδοσία: ~ός: λογαριασμός. ~ή: κλίμακα. ~ό: καθεστώς/κόστος. ~ά: θέματα/στοιχεία. ● Ουσ.: μισθοδοτικό (το): το ζήτημα των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων. Βλ. ασφαλιστικό. | |
| 31617 | μισθοδοτώ | [μισθοδοτῶ] μι-σθο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {μισθοδοτ-εί ... | μισθοδότ-ησε, μισθοδοτ-είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: καταβάλλω μισθό σε κάποιον: Η επιχείρησή του ~εί δεκάδες υπαλλήλους. Προσωπικό ~ούμενο από το Δημόσιο. Βλ. -δοτώ. [< αρχ. μισθοδοτῶ] | |
| 31618 | μισθολογικός | , ή, ό μι-σθο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στο μισθολόγιο ή στον μισθό: ~ός: βαθμός/πίνακας/χάρτης του Δημοσίου. ~ή: αναβάθμιση/εξέλιξη/εξομοίωση/κατάσταση/κατηγορία/κλίμακα/περίοδος/πολιτική/προαγωγή. ~ό: καθεστώς/κλιμάκιο/κόστος/χάσμα. ~ές: διαδικασίες. ~ά: δικαιώματα. ● Ουσ.: μισθολογικό (το): το ζήτημα που αφορά τους μισθούς. Βλ. συνταξιοδοτικό. ● επίρρ.: μισθολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 31619 | μισθολόγιο | μι-σθο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): πίνακας που καθορίζει τον μισθό των δημοσίων συνήθ. υπαλλήλων και συνεκδ. η αντίστοιχη κλίμακα: ειδικό/ενιαίο/κρατικό/νέο ~. Αναμόρφωση του ~ίου. Βλ. -λόγιο. | |
| 31620 | μισθός | μι-σθός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μιστός: το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε εργαζόμενο ως αμοιβή για την εργασία του: ετήσιος/ημερήσιος/ικανοποιητικός/κατώτατος/μηνιαίος/νόμιμος/πενιχρός/πρώτος/σταθερός/συμβατικός (: που καθορίζεται από τη σύμβαση εργασίας)/συντάξιμος ~. Βασικός ~ (: χωρίς επιδόματα και προσαυξήσεις). Καθαρός ~ (: χωρίς κρατήσεις). Ο δέκατος τρίτος ~ (= το δώρο των Χριστουγέννων). ~ βουλευτή/δημοσίου υπαλλήλου. Υπάλληλος με υψηλό/χαμηλό ~ό (πβ. υψηλό-, χαμηλό-μισθος). ~οί και συντάξεις. Αναπροσαρμογή/διαμόρφωση/μείωση/όρια/πάγωμα/περικοπή/πίνακας/συγκράτηση ~ών. Δικαιούμαι/εισπράττω/παίρνω ~ό. Οι εργαζόμενοι ζητούν αυξήσεις ~ών. ΣΥΝ. αποδοχές, απολαβές ● Υποκ.: μισθουλάκος & μισθουλάκι ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός/έμμεσος μισθός: το σύνολο των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων που χορηγούνται ανεξάρτητα από τον μισθό του εργαζομένου (π.χ. ασφάλιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση)., μικτός/ακαθάριστος μισθός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο δεν έχει παρακρατηθεί φόρος ή άλλη εισφορά: μέσος/ωριαίος ~ ~. Αύξηση/φόρος ~ου ~ού., μισθός πείνας (προφ.): πάρα πολύ χαμηλός, που δεν εξασφαλίζει στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση., ονομαστικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. που συμπεριλαμβάνει και τις κρατήσεις: μηνιαίος ελάχιστος ~ ~., πραγματικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με τις αποδοχές του, η αγοραστική δύναμη του μισθού. ● ΦΡ.: άξιος ο μισθός (κάποιου) (συνήθ. ως επιφών.-ειρων.): του αξίζει η ανταμοιβή, η επιβράβευση: Σε καλή μεριά! ~ ~ σου!, κόβω μισθό σε κάποιον (προφ.): χορηγώ, καταβάλλω μισθό. [< αρχ. μισθός, γαλλ. salaire] | |
| 31621 | μισθοσυντήρητος | , η, ο μι-σθο-συ-ντή-ρη-τος επίθ.: (για πρόσ.) που καλύπτει τις ανάγκες του από έναν συνήθ. χαμηλό μισθό: ~ος: εργαζόμενος. ~η: οικογένεια.|| (ως ουσ.) Τα νέα οικονομικά μέτρα πλήττουν τους ~ους. | |
| 31622 | μισθοτροφοδοσία | μι-σθο-τρο-φο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. παροχή μισθού και των αναγκαίων τροφίμων σε στρατιωτικό και η αντίστοιχη υπηρεσία: ~ πληρώματος. Σύστημα ~ας. Βλ. -δοσία. | |
| 31623 | μισθοφορικός | , ή, ό μι-σθο-φο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε μισθοφόρους ή αποτελείται από αυτούς: ~ός: στρατός. ~ό: σώμα. [< μτγν. μισθοφορικός] | |
| 31624 | μισθοφόρος | μι-σθο-φό-ρος επίθ./ουσ. 1. μισθωτός στρατιώτης, συνήθ. σε στρατό ξένης χώρας. 2. (μτφ.-μειωτ.) {ως ουσ.} μίσθαρνο όργανο. Βλ. -φόρος. [< 1: αρχ. μισθοφόρος] | |
| 31625 | μίσθωμα | μί-σθω-μα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ενοίκιο που καταβάλλει ο ενοικιαστής στον ιδιοκτήτη κατόπιν συμφωνίας, ώστε να κάνει χρήση κινητού ή ακίνητου αγαθού: ετήσιο/ημερήσιο/μηνιαίο/τεκμαρτό ~. Πβ. μίσθιο. [< αρχ. μίσθωμα ‘αμοιβή’, μτγν. ~ ‘ενοικιασμένο αντικείμενο’, γαλλ. loyer] | |
| 31626 | μισθώνω | μι-σθώ-νω ρ. (μτβ.) {μίσθω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μισθών-οντας} 1. ΝΟΜ. καταβάλλω ενοίκιο: ~ ακίνητα/αποθήκες/γραφείο/εξοπλισμό/κατάλυμα/κατοικία/χώρο. ~μένο: όχημα (βλ. λίζινγκ). Κτίριο ~μένο σε δημόσιο και ιδιωτικό φορέα. Πβ. ενοικιάζω. ΑΝΤ. εκμισθώνω, ξενοικιάζω 2. (λόγ.) προσλαμβάνω κάποιον για εργασία ορισμένου χρόνου έναντι αμοιβής: ~ εργάτη/τις υπηρεσίες κάποιου. ~μένος: υπάλληλος. ● ΣΥΜΠΛ.: μισθωμένη γραμμή: ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική γραμμή που καθιστά δυνατή την απευθείας επικοινωνία μεταξύ δύο σημείων που ανήκουν σε κοινό τηλεφωνικό δίκτυο. [< αγγλ. leased line] [< αρχ. μισθῶ] | |
| 31627 | μίσθωση | μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. σύμβαση που επιτρέπει τη χρήση κινητού ή ακίνητου αγαθού ή την εκμετάλλευση εργασίας για ορισμένο χρονικό διάστημα, με την καταβολή ορισμένου αντιτίμου: βραχυχρόνια/εμπορική/επαγγελματική/λειτουργική/μακροχρόνια ~. ~ ακινήτων (πβ. ενοικίαση)/αυτοκινήτου/γραφείων/εργασίας (πβ. εργολαβία)/έργου/κατοικίας/λεωφορείων/μηχανήματος/πράγματος. Ακύρωση/διάρκεια/έναρξη/λήξη/όροι/παράταση/συμφωνία ~ης. Βλ. υπο~. ΑΝΤ. εκμίσθωση ● ΣΥΜΠΛ.: χρηματοδοτική μίσθωση: λίζινγκ., χρονομεριστική μίσθωση βλ. χρονομεριστικός [< αρχ. μίσθωσις ‘εκμίσθωση, ενοίκιο’, αγγλ. lease] | |
| 31628 | μισθωτήριο | μι-σθω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμβόλαιο που περιλαμβάνει τους όρους της μίσθωσης: ~ ακινήτου/κατοικίας/χώρου. Υπογράφω ~. Βλ. -τήριο.|| (ως επίθ.) ~ο: συμφωνητικό. [< πβ. μτγν. μισθωτήριον ‘χώρος πρόσληψης, σωματείο εργαζομένων’] | |
| 31629 | μισθωτής | μι-σθω-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μισθώτρια} 1. ΝΟΜ. ενοικιαστής. ΑΝΤ. εκμισθωτής 2. (λόγ.) πρόσωπο που προσλαμβάνει κάποιον για ορισμένη εργασία έναντι αμοιβής. [< αρχ. μισθωτής, μισθώτρια, γαλλ. locataire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ