Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32300-32320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31630μισθωτικός, ή, ό μι-σθω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στη μίσθωση ή στον μισθωτή: ~ή: αξία/νομοθεσία/περίοδος/σύμβαση/σχέση. ~ό: δίκαιο/έτος. ~ά: δικαιώματα. [< αρχ. μισθωτικός]
31631μισθωτός, ή, ό μι-σθω-τός επίθ. ΣΥΝ. έμμισθος. ΑΝΤ. άμισθος (λόγ.) 1. που αναφέρεται στη μίσθωση: ~ή: απασχόληση/δραστηριότητα/εργασία. ~ές: υπηρεσίες. Πβ. μισθωμένος. 2. που εργάζεται, που αμείβεται με μισθό: ~οί: επαγγελματίες/εργαζόμενοι/υπάλληλοι. Πβ. μίσθιος. ● Ουσ.: μισθωτός (ο/η): πρόσωπο που εργάζεται έναντι μισθού: ~οί και συνταξιούχοι. [< αρχ. μισθωτός, γαλλ. salarié]
31633μισιακός, ή, ό μι-σια-κός επίθ. & μισακός (λαϊκό): που τον μοιράζονται δύο άτομα: ~ό: χωράφι. [< μεσν. μισιακός]
31634μισίναβλ. μεσινέζα
31635μισιονάριοςμι-σι-ο-νά-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιεραπόστολος της Ρωμαιοκαθολικής ή της Προτεσταντικής Εκκλησίας. [< ιταλ. missionario]
31636μισο- & μισ-: α' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει μίσος, αποστροφή: μισο-γυνισμός. Μισ-αλλόδοξος/~ανδρία/~άνθρωπος (βλ. φιλο-).
31637μισο- & μισό- & μισ-: α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του μισού, ελλιπούς ή μη ολοκληρωμένου: μισο-φέγγαρο. Μισο-τιμής.|| (λαϊκό) Μισο-στρατίς/~χώρι (= μεσο-).|| Mισο-διαβασμένος/~κρυμμένος. Μισο-φαγωμένος/~ψημένος. Μισο-κοιμάμαι. Μισό-γυμνος (= ημι-). Μισ-άνοιχτος (ΑΝΤ. ορθο1-).|| Μισό-τρελος.
31638μισοάδειος, α, ο μι-σο-ά-δειος επίθ.: που είναι άδειος κατά το ήμισυ, κατά το ένα δεύτερο: ~ος: κάδος. ~α: αίθουσα. ~ο: μπουκάλι. ~ες: εξέδρες. ~α: λεωφορεία. Πβ. μισογεμάτος. ● ΦΡ.: βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ. ποτήρι
31639μισοαστεία-μισοσοβαράμι-σο-α-στεί-α μι-σο-σο-βα-ρά επίρρ.: μεταξύ σοβαρού και αστείου, για να δηλωθεί ότι κάτι λέγεται στ' αστεία, αλλά στην ουσία εννοείται στα σοβαρά: ~ ~ άρχισε να μας απειλεί/έκανε παράπονα.
31640μισογεμάτος, η, ο [μισογεμᾶτος] μι-σο-γε-μά-τος επίθ.: που είναι γεμάτος ως τη μέση ή που δεν είναι εντελώς γεμάτος: ~ο: δοχείο/γήπεδο. Πβ. μισοάδειος. ● ΦΡ.: βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο (μτφ.): είμαι αισιόδοξος, βλέπω τα πράγματα από τη θετική τους πλευρά.
31641μισογκρεμισμένος, η, ο μι-σο-γκρε-μι-σμέ-νος επίθ.: που έχει γκρεμιστεί κατά το ήμισυ: ~ος: ναός/τοίχος. ~η: γέφυρα. ~ο: σπίτι.
31642μισόγυμνος, η, ο μι-σό-γυ-μνος επίθ. (προφ.): ημίγυμνος.
31643μισογύνηςμι-σο-γύ-νης επίθ./ουσ. {μισογύν-ηδες}: άνδρας που χαρακτηρίζεται από μισογυνισμό. Βλ. μισάνθρωπος, σεξιστής, φαλλοκράτης. [< μτγν. μισογύνης, γαλλ. misogyne, 1559, αγγλ. misogynist, 1620]
31644μισογυνικός, ή, ό μι-σο-γυ-νι-κός επίθ.: που στρέφεται εναντίον του γυναικείου φύλου, που αντιπαθεί, μισεί τις γυναίκες. Βλ. ρατσιστ-, σεξιστ-, φαλλοκρατ-ικός. [< γαλλ. misogyne, αγγλ. misogynic, misogynist, 1857]
31645μισογυνισμόςμι-σο-γυ-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μισογυνία (η): μίσος, αντιπάθεια προς τις γυναίκες ή/και προκατάληψη εναντίον τους. Πβ. σεξισμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. μισογυνία, γαλλ. misogynie, αγγλ. misogynism, misogyny]
31646μισοδιαβασμένος, η, ο μι-σο-δια-βα-σμέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν έχει μελετήσει επαρκώς κάποιο μάθημα: ~ος: υποψήφιος. Πήγα ~η στις εξετάσεις. 2. (για μάθημα ή βιβλίο) που δεν έχει διαβαστεί εξ ολοκλήρου ή επαρκώς: ~ο: μυθιστόρημα. 3. (σπάν.) ημιμαθής.
31647μισοερειπωμένος, η, ο μι-σο-ε-ρει-πω-μέ-νος επίθ.: που έχει γίνει κατά μεγάλο μέρος ερείπιο: ~ος: πύργος. ~ο: σπίτι/χωριό.
31648μισοκακόμοιρος, η, ο μι-σο-κα-κό-μοι-ρος επίθ. (οικ.): που χαρακτηρίζεται από κακομοιριά, μιζέρια, που προσπαθεί να προκαλέσει τον οίκτο των άλλων: ~ο: ύφος.|| (ως ουσ.) Κάνει/παριστάνει τον ~ο. ● επίρρ.: μισοκακόμοιρα
31649μισοκαμένος, η, ο μι-σο-κα-μέ-νος επίθ.: που έχει καεί κατά το ήμισυ, που δεν έχει καεί εντελώς: ~ο: δάσος/ξύλο/φαγητό. ~α: κεριά.
31650μισόκιλος, η, ο μι-σό-κι-λος επίθ. (προφ.): που ζυγίζει μισό κιλό: ~ο: ψωμί. Βλ. -κιλος. ● Ουσ.: μισόκιλο (το): μισό κιλό ή κανάτα χωρητικότητας μισού κιλού: ένα ~ κρασί.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.