Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32320-32340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31651μισοκλείνωμι-σο-κλεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μισόκλει-σα}: δεν κλείνω εντελώς: ~ει τα μάτια. ~σε η πόρτα. ΑΝΤ. μισανοίγω
31652μισόκλειστος, η, ο μι-σό-κλει-στος επίθ. (προφ.): που δεν είναι τελείως κλειστός: ~η: πόρτα. ~ο: παράθυρο/στόμα. ~ες: γρίλιες/κουρτίνες. ~α: μάτια. Πβ. ημίκλειστος.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: καρδιά. ΑΝΤ. μισάνοιχτος
31653μισοκοιμάμαιμι-σο-κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {μισοκοιμ-άσαι ... | μισοκοιμ-ήθηκα, -ισμένος} (προφ.): κοιμάμαι πολύ ελαφρά: ~όταν στον καναπέ/στην πολυθρόνα. ΣΥΝ. λαγοκοιμάμαι
31654μισοκρυμμένος, η, ο μι-σο-κρυμ-μέ-νος επίθ.: που με δυσκολία φαίνεται πίσω από κάτι: ~ πίσω από την πόρτα. Το φεγγάρι ήταν ~ο στα σύννεφα. [< μεσν. μισοκρυμμένος 'συγκαλυμμένος']
31655μισολιπόθυμος, η, ο μι-σο-λι-πό-θυ-μος επίθ. (προφ.): ημιλιπόθυμος.
31656μισόλογαμι-σό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): λόγια που σκοπίμως δεν είναι σαφή και ξεκάθαρα: Μίλα χωρίς περιστροφές και ~. Άσε τα ~ και πες καθαρά την αλήθεια. Βλ. υπεκφυγή.
31657μισομεθυσμένος, η, ο μι-σο-με-θυ-σμέ-νος επίθ.: που δεν έχει μεθύσει εντελώς.
31658μισοπεθαμένος, η, ο μι-σο-πε-θα-μέ-νος επίθ. 1. που βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου: Μεταφέρθηκε ~ στο νοσοκομείο/στο σπίτι του. ΣΥΝ. ημιθανής. 2. (μτφ.) που έχει εξαντληθεί, καταπονηθεί (σωματικά ή ψυχικά): ~ από την πείνα και την έλλειψη ύπνου. Πβ. ψόφιος. [< μεσν. μισοπεθαμένος]
31659μίσος[μῖσος] μί-σος ουσ. (ουδ.) {μίσ-ους | -η}: ισχυρό αίσθημα εχθρότητας, αποστροφής ή αντιπάθειας για κάποιον ή κάτι: άγριο/απύθμενο/άσβεστο/άσπονδο/βαθύ/εθνικιστικό/θανάσιμο/θρησκευτικό/τυφλό/φυλετικό ~. ~ για/προς … Καλλιεργώ/προκαλώ/τροφοδοτώ/υποδαυλίζω το ~. Νιώθω/τρέφω ~ για ... Φουντώνει το ~. Κλίμα ~ους και διχασμού/έντασης. Μηνύματα/υποκίνηση ~ους. Πράξη ~ους και κακίας. Πάθη, έρωτες και ~η. ΣΥΝ. απέχθεια, έχθρα ΑΝΤ. αγάπη (1) ● ΦΡ.: προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; (λόγ.): για πρόσωπα ή ομάδες που συγκρούονται έντονα για ασήμαντο λόγο. [< αρχ. μῖσος]
31660μισός, ή, ό μι-σός επίθ. 1. που αποτελεί το ένα από τα δύο ίσα ή σχεδόν ίσα τμήματα ενός πράγματος, μιας ποσότητας ή μιας μονάδας μέτρησης: ~ή: απόσταση/δόση/μέρα/ντουζίνα (= έξι)/τιμή (πβ. μισοτιμής)/ώρα (= μισάωρο). ~ό: εκατομμύριο/κεφάλι (κοντύτερος, ψηλότερος)/κιλό (= μισόκιλο)/μέτρο/ποτήρι νερό (ΑΝΤ. γεμάτο)/φεγγάρι (= μισοφέγγαρο). Μέχρι/στα/ως τα ~ά (= μέχρι τη μέση). H ώρα είναι μία/πέντε/δέκα και ~ή. Έκανα τη διαδρομή στον ~ό χρόνο από σένα! Μετά από ~ό μήνα (: ένα δεκαπενθήμερο). Οι ~οί πήγαμε με τα πόδια και οι άλλοι ~οί με το αυτοκίνητο. Ο ~ πληθυσμός της Γης ζει σε κατάσταση φτώχειας/υποσιτίζεται. Στις εκπτώσεις το αγόρασα στα ~ά λεφτά. Έχουμε την επιχείρηση από ~ή με τον αδελφό μου. Τα έξοδα είναι από ~ά. (ΜΥΘ.) Ο Κένταυρος ήταν ~ άνθρωπος και ~ άλογο.|| (μτφ.) ~ άνθρωπος (: σωματικά και ψυχικά ανάπηρος). ΣΥΝ. ήμισυς ΑΝΤ. ολόκληρος (2) 2. που δεν έχει τελειώσει ή ολοκληρωθεί, ελλιπής: ~ή: αλήθεια/πρόταση/φράση. ~ές: κουβέντες. ~ά: λόγια (= μισόλογα). Είδα την ταινία ~ή. Μου είπε το μάθημα ~ό. Το άφησε ~ό το έργο. ΣΥΝ. ανολοκλήρωτος, ατελής (1) ● Ουσ.: μισό (το) 1. μισό μέγεθος, μισή ποσότητα από κάτι: Το κόστος/η τιμή μειώθηκε στο ~. Tο πρώτο/το δεύτερο ~ του αιώνα/έτους/χρόνου. Το ~ του 20 είναι το 10. Τρία και ~ μέτρα (= τριάμισι). Πβ. μέσο. 2. ΜΟΥΣ. υποδιαίρεση φθογγόσημου, ίση με το μισό του ολόκληρου, με δύο τέταρτα. ● ΣΥΜΠΛ.: μειωμένο/μισό εισιτήριο βλ. εισιτήριο, μισή μερίδα βλ. μερίδα ● ΦΡ.: έμεινε (ο) μισός: αδυνάτισε υπερβολικά. ΑΝΤ. έγινε διπλός/διπλάσιος, μισό (νεαν. αργκό): ενν. λεπτό, μια στιγμή, περίμενε λίγο: ~ να ψάξω και επιστρέφω. ~ να σκεφτώ. -Τι ώρα είναι; -~. Πβ. ένα/μισό λεπτό., μισό (και) μισό: για ίση αναλογία ή μοιρασιά σε δύο ίσα μέρη: Βάλε μου νερό από το ψυγείο και τη βρύση, ~ ~. Πληρώσαμε ~ά ~ά. Είναι ~ά ~ά (π.χ. ~ά άσπρα, ~ά μαύρα)., το άλλο μου μισό: το ιδανικό ταίρι για μένα και κατ’ επέκτ. ο άνθρωπος που με ολοκληρώνει: Ψάχνω ~ ~. Είναι φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, επιτέλους βρήκε το ~ της ~. Πβ. έτερον ήμισυ.|| Ο δίδυμος αδερφός του είναι ~ του ~. Πβ. alter ego., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (η) μισή ντροπή δική μου (και η) μισή ντροπή δική του βλ. ντροπή, (κάνω) μισές δουλειές βλ. δουλειά, ένα ζώο και μισό βλ. ζώο, ένα/μισό λεπτό βλ. λεπτό, ένας βλάκας και μισός βλ. βλάκας, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά βλ. καρδιά, με μισό παπούτσι βλ. παπούτσι, μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη βλ. λύπη, στα μισά του δρόμου βλ. δρόμος, τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια βλ. χιλιάδα, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά βλ. ρούχο [< μεσν. μισός]
31661μισοσκόταδομι-σο-σκό-τα-δο ουσ. (ουδ.): σκοτάδι με λιγοστό φως: Μόλις που τον διέκρινα στο ~. Πβ. ημίφως.
31662μισοσκότεινος, η, ο μι-σο-σκό-τει-νος επίθ.: που δεν είναι εντελώς σκοτεινός: ~ος: δρόμος/χώρος. ~η: αίθουσα. ~ο: δωμάτιο/μαγαζί. Πβ. μισοφωτισμένος. ● επίρρ.: μισοσκότεινα
31663μισοσοβαράβλ. μισοαστεία-μισοσοβαρά
31664μισοστρατίςβλ. μεσοστρατίς
31665μισοτελειωμένος, η, ο μι-σο-τε-λειω-μέ-νος επίθ. 1. που δεν έχει ολοκληρωθεί, που έχει μείνει στη μέση: ~η: δουλειά/φράση. ~ο: έργο/κτίριο. 2. που έχει σχεδόν τελειώσει: ένα κουτί ~η μπογιά.
31666μισοτιμήςμι-σο-τι-μής επίρρ. (προφ.): στη μισή τιμή από την αρχική και κατ' επέκτ. σε πολύ χαμηλή τιμή: Αγοράζω/πουλάω/ψωνίζω (κάτι) ~.
31667μισότρελος, η, ο μι-σό-τρε-λος επίθ.: που είναι σχεδόν τρελός ή συμπεριφέρεται με ανάλογο τρόπο. ΣΥΝ. ανισόρροπος (1)
31668μισοφαγωμένος, η, ο μι-σο-φα-γω-μέ-νος επίθ. 1. (για φαγητό) που δεν έχει φαγωθεί ολόκληρο: ~ο: γλυκό/μήλο/τοστ. 2. (μτφ.) φθαρμένος: ~α: μολύβια/παπούτσια/ρούχα (από τον σκόρο). Οι τοίχοι ήταν ~οι από την υγρασία. [< μεσν. μισοφαγωμένος]
31669μισοφέγγαρομι-σο-φέγ-γα-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): το ημικυκλικό, δρεπανοειδές σχήμα της Σελήνης και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: στο φως του ~ου. Πβ. ημισέληνος, μηνίσκος.
31670μισοφόριβλ. μεσοφόρι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.