| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31671 | μισοφωτισμένος | , η, ο μι-σο-φω-τι-σμέ-νος επίθ.: που δεν είναι εντελώς, επαρκώς φωτισμένος: ~ος: χώρος. ~η: σκηνή. ~ο: δωμάτιο. ~α: σοκάκια/υπόγεια. Πβ. μισοσκότεινος. | |
| 31672 | μισόφωτο | βλ. ημίφως | |
| 31673 | μισοχώρι | βλ. μεσοχώρι | |
| 31674 | μισοψημένος | , η, ο μι-σο-ψη-μέ-νος επίθ.: που δεν έχει ψηθεί αρκετά: ~ο: κρέας. ~ες: πατάτες. | |
| 31675 | μίστερ | μί-στερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. (συνήθ. ειρων.) κύριος: Ο ~ Τζον κατέφθασε από την Αμερική. Ο ~ Τέλειος. 2. τίτλος που απονέμεται σε άνδρα νικητή καλλιστείων ή διαγωνισμού μπόντι-μπίλντινγκ και γενικότ. σε άνδρα που διαπρέπει σε κάτι: Ο ~ Κόσμος/Υφήλιος.|| Ο ~ γκολ/φάουλ (: που το εκτελεί απευθείας και σκοράρει). [< αγγλ. Mister] | |
| 31676 | μιστός | βλ. μισθός | |
| 31677 | μίσχος | μί-σχος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) λεπτό στέλεχος που ενώνει το φύλλο ή το άνθος ή σπανιότ. τον καρπό με το υπόλοιπο σώμα του φυτού ή με τη γη: ο ~ του κυκλάμινου/της παπαρούνας/των σταφυλιών/των χρυσανθέμων. ΣΥΝ. κοτσάνι, τσουνί (1) 2. ΙΑΤΡ. επιμήκης ανατομική δομή που μοιάζει με μίσχο φυτού: αγγειακός ~. ~ της υπόφυσης. [< 1: μτγν. μίσχος] | |
| 31678 | μισώ | [μισῶ] μι-σώ ρ. (μτβ.) {μισ-είς ... | μίσ-ησα, -ήσει, -είται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι: ~ούσαν θανάσιμα ο ένας τον άλλο.|| ~ την αδικία/την υποκρισία/το ψέμα. Πβ. απεχθάν-, αποστρέφ-, εχθρεύ-, σιχαίν-ομαι. ΑΝΤ. αγαπώ (1) ● ΦΡ.: ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης: μην κάνεις στους άλλους αυτό που δεν αρέσει σε σένα., τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς (γνωμ.): για να δηλωθεί η υπεροχή της φήμης έναντι του πλούτου. [< αρχ. μισῶ] | |
| 31679 | μιτάτο | [μιτᾶτο] μι-τά-το ουσ. (ουδ.) & μητάτο (διαλεκτ.) : ορεινή κατοικία βοσκού, μαντρί, στάνη· κατ' επέκτ. τυροκομείο. [< μτγν. μητᾶτον ‘κατάλυμα, κατοικία < λατ. metatus ‘διαμονή, φιλοξενία’] | |
| 31680 | μίτινγκ | μί-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αθλητική διοργάνωση και γενικότ. επίσημη συνάντηση προσώπων για επαγγελματικούς λόγους: ~ ενόργανης/ρυθμικής γυμναστικής/κολύμβησης. Διεθνές ~ ανοιχτού/κλειστού στίβου.|| (προφ.) ~ με πελάτες (= ραντεβού). [< αγγλ. meeting] | |
| 31681 | μίτος | μί-τος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ειρμός, λογική σύνδεση και αλληλουχία αλλά και ο τρόπος που οδηγεί στην επίλυση ορισμένου θέματος, προβλήματος: ο ~ των αναμνήσεων/της αφήγησης/των ιδεών/του κειμένου. Σιγά σιγά ξετυλίγεται ο ~ του σκανδάλου. 2. (σπάν.) κλωστή, νήμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μίτος της Αριάδνης: ΜΥΘ. το νήμα που έδωσε η Αριάδνη στον Θησέα, για να βγει από τον λαβύρινθο· (κυρ.-κατ' επέκτ.) λύση, διέξοδος σε δύσκολο πρόβλημα ή κατάσταση: Βρήκαν τον ~ο ~ (: την άκρη του νήματος) που θα τους οδηγήσει στην πηγή του εγκλήματος. [< αρχ. μίτος `'νήμα του στημονιού'] | |
| 31682 | μιτοχονδριακός | , ή, ό μι-το-χον-δρι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται ή ανήκει στο μιτοχόνδριο: ~ή: δυσλειτουργία/μεμβράνη. ~ό: γονιδίωμα/DNA. [< γαλλ. mitochondrial, 1910, αγγλ. ~] | |
| 31683 | μιτοχόνδριο | μι-το-χόν-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {μιτοχονδρί-ου}: ΒΙΟΛ. καθένα από τα κυτταροπλασματικά οργανίδια των ευκαρυωτικών κυττάρων, που αποτελούν σημαντική πηγή παραγωγής ενέργειας για τον οργανισμό. Βλ. κενοτόπιο. [< γαλλ. mitochondria, mitochondrie, 1907, αγγλ. mitochondrion, 1901] | |
| 31684 | μίτρα | μί-τρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. χρυσοκέντητο κάλυμμα της κεφαλής του επισκόπου με σφαιροειδές σχήμα: αρχιερατική/δεσποτική ~ με πολύτιμους λίθους. Βλ. άμφια, τιάρα. [< αρχ. μίτρα 'διάδημα'] | |
| 31685 | μιτροειδής | , ής, ές μι-τρο-ει-δής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μιτροειδής (βαλβίδα): ΑΝΑΤ. βαλβίδα μεταξύ του αριστερού κόλπου και της αριστερής κοιλίας της καρδιάς: ανεπάρκεια/πρόπτωση/στένωση ~ούς. Οι γλωχίνες της ~ούς ~ας. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. valvule mitrale, αγγλ. mitral valve] | |
| 31686 | μίτωση | μί-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η διαδικασία της διαίρεσης του κυττάρου, κατά την οποία παράγονται θυγατρικά κύτταρα που είναι γενετικά όμοια με το γονικό: οι φάσεις της ~ης (: πρό-, μετά-, ανά-, τελό-φαση). Βλ. μείωση. [< γαλλ. mitose, αγγλ. mitosis] | |
| 31687 | μιτωτικός | , ή, ό μι-τω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στη μίτωση: ~ός: δείκτης/κύκλος. ~ή: διαίρεση/φάση. [< γαλλ. mitotique, αγγλ. mitotic] | |
| 31688 | Μιχαλού | Μι-χα-λού ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: χρωστά(ει) της Μιχαλούς 1. είναι τρελός, ανισόρροπος. 2. & χρωστάει και της Μιχαλούς (καταχρ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος έχει πολλά χρέη, χρωστά παντού. | |
| 31689 | ΜΚΔ | 1. (ο) Μέγιστος Κοινός Διαιρέτης. 2. (η) Μονάδα Καταδρομών. | |
| 31690 | ΜΚΕ | 1. (η) Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία. 2. ΧΗΜ. (ο) Μη Καταστροφικός Έλεγχος. 3. (ο) Μόνιμος Κάτοικος Εξωτερικού. 4. (η) Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). 5. (το) Μικτό Κέντρο Επιχειρήσεων. 6. (η) Μελέτη Κυκλοφοριακών Επιπτώσεων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ