| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31691 | ΜΚΟ | & ΜΗ.ΚΥ.Ο. (η/ο): Μη Κυβερνητική Οργάνωση/Μη Κυβερνητικός Οργανισμός. | |
| 31692 | ΜΜΑ | (το) 1. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 2. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. | |
| 31693 | ΜΜΕ | 1. (τα) Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης/Επικοινωνίας. 2. (& ΜμΕ) (οι) Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις. | |
| 31694 | ΜΜΘ | (το): Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. | |
| 31695 | ΜΜΜ | (τα): Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. | |
| 31696 | μνα | [μνᾶ] ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. μονάδα βάρους που χρησιμοποιήθηκε και ως νομισματική από τους αρχαίους Έλληνες. Βλ. τάλαντο1. [< αρχ. μνᾶ] | |
| 31697 | μνεία | μνεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γραπτή ή προφορική αναφορά, μνημόνευση: ξεχωριστή/πρώτη/ρητή/σχετική ~. Με/χωρίς ιδιαίτερη ~. Κάνω ~ (= μνημονεύω). Άξιο ~ας. Το έργο του χρήζει ιδιαίτερης ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: ειδική μνεία 1. συγκεκριμένη, ιδιαίτερη αναφορά: Πρέπει να γίνει ~ ~ στην ιδιαιτερότητα του τουριστικού τομέα. 2. έπαινος, διάκριση: Απέσπασε/κέρδισε την ~ ~ της κριτικής επιτροπής. Τιμήθηκε με ~ ~ για το βιβλίο του., εύφημη/εύφημος μνεία βλ. εύφημος [< 1: αρχ. μνεία] | |
| 31698 | μνήμα | [μνῆμα] μνή-μα ουσ. (ουδ.) {μνήμ-ατος | -ατα}: τάφος. ● μνήματα (τα): νεκροταφείο. [< αρχ. μνῆμα] | |
| 31699 | μνημειακός | , ή, ό μνη-μει-α-κός επίθ.: που αναφέρεται σε μνημείο ή που έχει την επιβλητική μεγαλοπρέπειά του: ~ός: πλούτος/τάφος/χώρος. ~ή: αξία/αρχιτεκτονική/γλυπτική/ζωγραφική/κληρονομιά/τέχνη/τοπογραφία. ~ό: συγκρότημα. ~ά: αγάλματα. Ο ~ χαρακτήρας του κτιρίου. Έργα ~ών (= πολύ μεγάλων) διαστάσεων. ΣΥΝ. μνημειώδης (2) [< γαλλ. monumental] | |
| 31700 | μνημειακότητα | μνη-μει-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μνημειακού. Βλ. -ότητα. | |
| 31701 | μνημείο | [μνημεῖο] μνη-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έργο τέχνης παλαιότερης εποχής, με (μεγάλη) αισθητική, αρχαιολογική, ιστορική και καλλιτεχνική αξία και γενικότ. οτιδήποτε αποτελεί σημαντικό δείγμα της εποχής του: αρχαίο/βυζαντινό/εθνικό/ιερό/ιστορικό/μεγαλιθικό/πολιτιστικό/ρωμαϊκό/χριστιανικό ~. Αναπαλαίωση/αναστήλωση/ανέγερση/αποκατάσταση/βεβήλωση/πρόσοψη/συντήρηση/(εκθεσιακός) χώρος ~ου. ~ παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο. Τα ~α της περιοχής/πόλης/χώρας. Tο ~ του Παρθενώνα.|| Γραπτά ~α λόγου (: κείμενα). 2. αρχιτεκτονικό έργο ή γλυπτό προς τιμή και ανάμνηση προσώπου ή σημαντικού γεγονότος: επιτύμβιο/ταφικό ~ (πβ. μαυσωλείο). ~ γενοκτονίας/ηρώων (πβ. ηρώο)/ολοκαυτώματος/πεσόντων/πολέμου. Αποκαλυπτήρια ~ου. Το ~ του Άγνωστου Στρατιώτη/Αφανούς Ναύτη. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) χαρακτηριστικό δείγμα κάποιας ιδιότητας: ~ αυθαιρεσίας/βλακείας/προχειρότητας. Το κείμενο χαρακτηρίστηκε ως ~ ασάφειας. || (ως παραθετικό σύνθ.) Έργο-~ (= μνημειώδες έργο). ● ΣΥΜΠΛ.: μνημείο της φύσης: περιοχή που προστατεύεται από το κράτος λόγω της μεγάλης φυσικής, βιολογικής και γενικά οικολογικής αξίας της: διατηρητέο/μοναδικό/παγκόσμιο ~ ~. (Κάτι) ανακηρύσσεται/χαρακτηρίζεται (ως) ~ ~ . [< αρχ. μνημεῖον, γαλλ. monument] | |
| 31702 | μνημειώδης | , ης, ες μνη-μει-ώ-δης επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που είναι εξαιρετικά σημαντικός και άξιος μνείας, που ξεπερνά τα καθιερωμένα πλαίσια: ~ης: έκδοση/μελέτη/ομιλία. ~ες: έργο/κείμενο/λεξικό. ~εις: αλλαγές (= κοσμοϊστορικές).|| (ειρων.) ~ης: ανοησία/απόφαση/βλακεία/γκάφα. ~ες: παράδειγμα κακοδιαχείρισης. 2. που έχει την επιβλητική μεγαλοπρέπεια, τη λαμπρότητα μνημείου: ~ης: ναός/τάφος. ~ης: αρχιτεκτονική/κατασκευή. ~ες: άγαλμα/κτίριο. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. μεγαλειώδης, μνημειακός ● επίρρ.: μνημειωδώς [-ῶς] [< γαλλ. monumental] | |
| 31703 | μνήμη | μνή-μη ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα του νου να διατηρεί και να ανακαλεί εικόνες, γεγονότα, παραστάσεις, γνώσεις και συνεκδ. η αντίστοιχη λειτουργία και το σχετικό τμήμα του εγκεφάλου: αγχίνους/αδύνατη/ακουστική/ασθενική/βραχυπρόθεσμη/γερή/δυνατή/ισχυρή/κακή/καλή/κριτική/λειτουργική/μακροπρόθεσμη/μηχανική/μουσική/μυϊκή/οπτική/πρόσφατη/φωτογραφική ~. Άδηλη/δηλωτική/διαδικαστική/έκδηλη ~. Αδυναμία/απώλεια (πβ. αμνησία, λήθη)/διαταραχές/εξάσκηση/επιδείνωση της/κενά/παιχνίδι ~ης. Ανασύρω/διατηρώ/έρχεται/έχω/συγκρατώ/φέρνω (κάτι) στη ~ μου. Εξασκώ/τονώνω/χάνω τη ~ μου. (Κάτι) διασώζεται/εντυπώνεται/μένει/χαράσσεται στη ~ μου (= το θυμάμαι). Η ημέρα αυτή θα μείνει βαθιά χαραγμένη στη ~ μας. Δεν με βοηθάει η ~ μου. Για να φρεσκάρω τη ~ σας, να σας υπενθυμίσω ότι ... Διαθέτει εξαιρετική ~. Με πρόδωσε η ~ μου (= ξέχασα). Η ~ μου με εγκαταλείπει. Πβ. θυμητικό, μνημονικό.|| Συναισθηματική ~ (: αναβίωση της συναισθηματικής κατάστασης που προκάλεσε μια εμπειρία). 2. ανάμνηση προσώπου, πράγματος ή γεγονότος και γενικότ. ιστορικού παρελθόντος, εμπειρίας: ατομική/αυτοβιογραφική/δημόσια/ιδιαίτερη/ιερή/ιστορική/κοινή/κοινωνική/πολιτισμική/προγονική/συλλογική ~. Εκδήλωση/εορτή/επέτειος/ημέρα/τελετή ~ης. Αμαυρώνω/διατηρώ/κηλιδώνω/προσβάλλω τη ~ (κάποιου). Έθνος χωρίς ~. Η ~ του θα παραμείνει για πάντα ζωντανή μέσα μας/στην καρδιά μας. Είναι ακόμη παρών/ζει στη ~ μας. Αποκαταστάθηκε η ~ του. Πβ. θύμηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Στις 17 Ιουλίου εορτάζεται/τιμάται η ~ της Αγίας Μαρίνας.|| Εφηβικές/παιδικές ~ες. ~ες του λαού/του πολέμου/του τόπου. Νωπές οι ~ες του παρελθόντος. Ο πρόσφατος σεισμός ξύπνησε εφιαλτικές ~ες. 3. ΠΛΗΡΟΦ. λειτουργική μονάδα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για την αποθήκευση δεδομένων, απ' όπου είναι δυνατή η γρήγορη ανάκτησή τους και η παρουσίασή τους στην οθόνη: εξωτερική/εσωτερική/μαγνητική/μεταφραστική/φορητή ~. Διεύθυνση/κύτταρο/λειτουργία/μέγεθος/σύστημα/ταχύτητα/χωρητικότητα ~ης. ~ ένα γιγαμπάιτ.|| (κατ' επέκτ.) ~ ηλεκτρονικού εγκεφάλου/(κινητού) τηλεφώνου.|| Συναλλακτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δευτερεύουσα/περιφερειακή/βοηθητική μνήμη: ΠΛΗΡΟΦ. κάθε συσκευή αποθήκευσης δεδομένων που δεν είναι απευθείας προσπελάσιμη από την κεντρική μονάδα και διαφοροποιείται από την κύρια μνήμη του υπολογιστή. [< αγγλ. secondary memory, 1970] , ενδιάμεση/κρυφή/λανθάνουσα μνήμη: ΠΛΗΡΟΦ. τμήμα της κύριας μνήμης του υπολογιστή που χρησιμοποιείται για προσωρινή αποθήκευση δεδομένων πριν τη μεταβίβασή τους σε περιφερειακή συσκευή. [< αγγλ. cache (memory), 1968] , επιλεκτική μνήμη: ΨΥΧΟΛ. διανοητική διεργασία συγκράτησης πληροφοριών κατόπιν επιλογής· (κυρ. ειρων.) για κάποιον που θυμάται μόνο ό,τι τον συμφέρει, που προσποιείται ότι έχει ξεχάσει τα υπόλοιπα: ~ ~ για τις αρνητικές αναμνήσεις και εμπειρίες.|| ~ ~ και συλλογική αμνησία. Έχει ~ ~. [< αγγλ. selective memory] , κύρια/κεντρική μνήμη: ΠΛΗΡΟΦ. RAM., μνήμη RAM/τυχαίας προσπέλασης: ΠΛΗΡΟΦ. ολοκληρωμένο κύκλωμα μνήμης για ανάγνωση, εγγραφή και επεξεργασία δεδομένων που χάνονται μόλις διακοπεί η ηλεκτρική τροφοδοσία του υπολογιστή. [< αγγλ. random-access memory, 1953] , πτητική μνήμη: ΠΛΗΡΟΦ. που δεν διατηρεί τα περιεχόμενά της μετά τη διακοπή της τροφοδοσίας του υπολογιστή με το ρεύμα: Η ROM/οι σκληροί δίσκοι είναι μη ~ ~. [< αγγλ. volatile memory, 1950] , εικονική μνήμη βλ. εικονικός, κάρτα μνήμης βλ. κάρτα ● ΦΡ.: αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου: αν θυμάμαι σωστά, καλά: ~ ~, κάπου έχουμε ξανασυναντηθεί., από μνήμης: χωρίς να συμβουλεύομαι γραπτές σημειώσεις, απέξω: Απαγγέλλω ~ ~. ΣΥΝ. από στήθους [< γαλλ. de mémoire] , μνήμη ROM/μόνο για ανάγνωση: ΠΛΗΡΟΦ. το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να τροποποιήσει ούτε να διαγράψει ο χρήστης., στη μνήμη (κάποιου) & (λόγ.) εις μνήμη(ν) προς ανάμνηση ή τιμή ενός προσώπου που δεν ζει: αγώνας/δωρεά/εκδήλωση/εορτή/συναυλία ~ ~ του ... Το έργο/βιβλίο αφιερώνεται στη ~ της ..., (έχει) μνήμη ελέφαντα βλ. ελέφαντας, (έχει) μνήμη χρυσόψαρου βλ. χρυσόψαρο, αιωνία σου/του/της η μνήμη βλ. αιώνιος, αλήστου μνήμης βλ. άληστος, ανακαλώ στη μνήμη (μου) βλ. ανακαλώ, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι [< 1,2: αρχ. μνήμη, γαλλ. mémoire 3: αγγλ. memory, 1946] | |
| 31704 | μνημόνευση | μνη-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) αναφορά, λόγος, μνεία σε κάποιον ή κάτι: ~ εργασιών/ιστορικών γεγονότων. Γεγονός άξιο ~ης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ονομαστική αναφορά προσώπου (ζωντανού ή νεκρού) σε ευχή: ~ του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχη/του (Αρχι)επισκόπου. ~ υπέρ αναπαύσεως/υγείας ... [< μτγν. μνημόνευσις] | |
| 31705 | μνημονεύω | μνη-μο-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {μνημόνευ-σα, μνημονεύ-σει, -θηκε κ. -τηκε, -θεί κ. -τεί, -μένος, -οντας} 1. (λόγ.) αναφέρω, κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι: Ο ομιλητής ~σε την ηρωική θυσία των πεσόντων. Αξίζει να ~θεί η προσφορά του στον χώρο των γραμμάτων. 2. ΕΚΚΛΗΣ. αναφέρω το όνομα προσώπου (ζωντανού ή νεκρού) σε ευχή: Ο επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας ~εται κατά τη Θεία Λειτουργία. Στην επιμνημόσυνη δέηση ~τηκαν τα άτομα που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας. [< αρχ. μνημονεύω] | |
| 31706 | μνημονιακός | , ή, ό μνη-μο-νι-α-κός επίθ./ουσ.: που αναφέρεται στο μνημόνιο· ειδικότ. που υποστηρίζει το μνημόνιο: ~ός: στόχος. ~ή: δέσμευση/πολιτική. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: μέτρα.|| ~ό: μπλοκ. ~ές: δυνάμεις. Βλ. μετα~. (ως ουσ.) Οι ~οί. Βλ. αντι~. | |
| 31707 | μνημονικός | , ή, ό μνη-μο-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μνήμη ή την υποβοηθά: ~ός: κανόνας. ~ή: ικανότητα/λειτουργία. ~ές: ασκήσεις/παραστάσεις/τεχνικές. ● Ουσ.: μνημονική (η): μνημοτεχνική. [< γαλλ. mnémonique, αγγλ. mnemonics] , μνημονικό (το) 1. (προφ.) μνήμη: Διαθέτει γερό/καλό ~. Το ~ μου δεν μπορεί να συγκρατήσει τόσες λεπτομέρειες. Πβ. θυμητικό. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων, σύμβολο που υποβοηθά την απομνημόνευση ή κώδικας εντολής: Οι τελεστές πρέπει να χωρίζονται από τα ~ά με ένα ή περισσότερα κενά. [< αρχ. μνημονικός, γαλλ. mnémonique, αγγλ. mnemonic] | |
| 31708 | μνημόνιο | μνη-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {μνημονί-ου}: (διπλωματικός όρ.) επίσημη γραπτή έκθεση: πολιτικό ~. ~ συναντίληψης/συνεννόησης. Κύρωση/σύνταξη/υπογραφή ~ου. Πβ. μεμοράντουμ, σύμφωνο, υπόμνημα.|| (ως το 2022, με την έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία) ~ο: σύμβαση ανάμεσα στην Ελλάδα και την τρόικα (ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Ένωση και ΕΚΤ), η οποία υπογράφηκε τον Μάιο του 2010 στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της οικονομίας κρατών-μελών με μεγάλο δημόσιο χρέος και δημοσιονομικά προβλήματα. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης: ΝΟΜ. επίσημη συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών που καθορίζει τα καθήκοντα και τα δικαιώματά τους, καθώς και την κοινή τους δράση για την επίτευξη ενός στόχου: ~ επιστημονικής/πολιτιστικής/τουριστικής συνεργασίας. ~ αμοιβαίας κατανόησης. [< μτγν. μνημόνιον, μνημονεῖον ‘μητρώο, αρχείο’, γαλλ. mémorandum] | |
| 31709 | μνημόσυνο | μνη-μό-συ-νο ουσ. (ουδ.) {μνημοσύν-ου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερή ακολουθία που τελείται ορισμένο διάστημα μετά την κηδεία κάποιου για την ανάπαυση και συγχώρεση της ψυχής του: αρχιερατικό/πάνδημο ~.|| Τριήμερο/σαρανταήμερο/τρίμηνο/εξάμηνο/ετήσιο/τριετές ~. ~ αγνοουμένων/πεσόντων. (επίσ.) Του ~ου προέστη ο Μητροπολίτης. Βλ. κηδεία, κόλλυβα. 2. εκδήλωση για να τιμηθεί η ζωή και το έργο σημαντικού προσώπου που δεν ζει πια: πολιτικό/φιλολογικό ~. [< 1: μτγν. μνημόσυνον] | |
| 31710 | μνημοτεχνικός | , ή, ό μνη-μο-τε-χνι-κός επίθ.: που βοηθά στην απομνημόνευση: ~ά: μέσα. ● Ουσ.: μνημοτεχνική (η): μέθοδος, τεχνική που υποβοηθά τη μνήμη: ασκήσεις ~ής. ΣΥΝ. μνημονική [< γαλλ. mnémotechnie] [< γαλλ. mnémotechnique, αγγλ. mnemotechnic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ