| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2267 | αλληλοϋπονόμευση | [ἀλληλοϋπονόμευση] αλ-λη-λο-ϋ-πο-νό-μευ-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία υπονόμευση: ~ στο εσωτερικό ενός κόμματος. ~ μεταξύ συνεργατών. ~εύσεις στελεχών/συναρμόδιων υπουργών. Αλληλοκατηγορίες/ανταγωνισμοί/συγκρούσεις και ~εύσεις. | |
| 2268 | αλληλοϋποστηρίζονται | [ἀλληλοϋποστηρίζονται] αλ-λη-λο-ϋ-πο-στη-ρί-ζο-νται ρ. & (σπανιότ.) αλληλοστηρίζονται: υποστηρίζει ο ένας τον άλλο: Συνεργάζονται και ~ (πβ. συνασπίζομαι). ~ και αλληλοενισχύονται. Τα αδέλφια ~. (ΠΛΗΡΟΦ.) Υποσυστήματα τα οποία είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και ~. Πβ. αλληλοβοηθούνται. | |
| 2269 | αλληλοϋποστήριξη | [ἀλληλοϋποστήριξη] αλ-λη-λο-ϋ-πο-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.) & (σπανιότ.) αλληλοστήριξη: αμοιβαία υποστήριξη: ~ φορέων για την υλοποίηση κοινών δράσεων. Κλίμα αμοιβαίας κατανόησης και ~ης. Ομάδες ~ης. Πβ. αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, συντροφικότητα. Βλ. συναλληλία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δίκτυα ~ης. | |
| 2270 | αλληλουχία | [ἀλληλουχία] αλ-λη-λου-χί-α ουσ. (θηλ.): διαδοχή ομοειδών στοιχείων σε ορισμένη σειρά, λόγω της μεταξύ τους σύνδεσης με κάποιου είδους σχέση: αδιάσπαστη/γραμμική/λογική/χρονική ~. ~ ιδεών/συμβάντων (: συνάφεια). Σκέψεις ασύνδετες χωρίς ~ (= ειρμό, συνοχή). Η Iστορία δεν αποτελεί μια απλή ~ (= ακολουθία) γεγονότων.|| (ΒΙΟΛ.) Γονιδιακή/νουκλεοτιδική ~. ~ αµινοξέων/βάσεων. ~ες DNA. ΣΥΝ. σειρά. [< μτγν. ἀλληλουχία ‘αμοιβαία συνοχή ή σύνδεση’, γαλλ. séquence] | |
| 2271 | αλληλοφάγωμα | [ἀλληλοφάγωμα] αλ-λη-λο-φά-γω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): (διαρκής) αντιπαράθεση μεταξύ ατόμων ή στο πλαίσιο μιας ομάδας: ~ αντίπαλων ομάδων/δύο λαών.|| Κομματικό ~. ~ των παραγόντων του ιστορικού συλλόγου. Πβ. αλληλοσπαραγμός. [< γαλλ. entremangement] | |
| 2272 | αλληλόχρεος | , η, ο [ἀλληλόχρεος] αλ-λη-λό-χρε-ος επίθ.: που αναφέρεται σε αμοιβαίο χρέος ή υποχρέωση σε κάποιον ή στον αλληλόχρεο λογαριασμό. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλόχρεος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. κοινός τραπεζικός λογαριασμός δύο συμβαλλομένων, μέσω του οποίου γίνονται οι μεταξύ τους συναλλαγές (χρεώσεις και πιστώσεις), οι οποίες χάνουν την αυτοτέλειά τους και εμφανίζονται ως ενιαίο σύνολο· απαιτητό είναι το χρηματικό υπόλοιπο μόνο κατά το κλείσιμο του λογαριασμού: κίνηση δανείου/ρύθμιση χρεών μέσω ~ου ~ού. Βλ. λογαριασμός ταμιευτηρίου, τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός. [< μτγν. ἀλληλόχρεος] | |
| 2273 | αλλήλων | [ἀλλήλων] αλ-λή-λων αντων. {αιτ. αλλήλους} (λόγ.): δηλώνει αμοιβαιότητα, ο ένας (σ)τον άλλο: Προσωπικές επιθέσεις και απειλές εκτοξεύτηκαν εναντίον ~. ● ΦΡ.: απ’ αλλήλων (αρχαιοπρ.): αμοιβαία, μεταξύ τους: Η δικαιοσύνη και η εκτελεστική εξουσία είναι διακριτές ~ ~., αγαπάτε αλλήλους βλ. αγαπώ, αλλήλων τα βάρη βαστάζετε βλ. βάρος, εαυτούς και αλλήλους βλ. εαυτός [< αρχ. ἀλλήλων] | |
| 2274 | αλλιώς | [ἀλλιῶς] αλ-λιώς επίρρ.: διαφορετικά: Μακάρι να ήταν ~ τα πράγματα! Κάπως ~ το φανταζόμουν. Δεν γίνεται ~. Να το θέσω ~. Πώς ~ να σου το πω; (= με τι άλλα λόγια). ~ σκέφτομαι εγώ, ~ εσύ. ~ ξεκίνησε και ~ κατέληξε. Συντομεύετε, ~ δεν θα τελειώσουμε ποτέ (= ειδεμή, ειδάλλως, σε αντίθετη περίπτωση)! Αν μπορείς, κάνε κι ~! Πες το ~! Πότε έτσι πότε ~ (πβ. μια έτσι μια ~). ΣΥΝ. αλλιώτικα (2), άλλως (1) ● ΦΡ.: έτσι κι αλλιώς: σε οποιαδήποτε περίπτωση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: Ήταν κάτι που θα γινόταν ~ ~. Προτίμησα να μη μιλήσω· ~ ~ (= άλλωστε, εξάλλου) δεν θα μου έδινε κανείς σημασία. Ο φόρος ήρθε να προστεθεί στις ~ ~ (= ήδη) αυξημένες τιμές. ΣΥΝ. ούτως ή άλλως, πάρ' το αλλιώς (προφ.): άλλαξε τρόπο αντιμετώπισης: ~ ~ το θέμα/πράγμα.|| (ως προτροπή σε κάποιον να στρίψει το τιμόνι προς την αντίθετη κατεύθυνση, συνήθ. κατά το παρκάρισμα) ~ ~, γιατί θα βρεις στην κολόνα!, την/το είδε αλλιώς (αργκό): εξετάζω τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία: Την είδε ~ (τη ζωή). Τα είδε ~ (τα πράγματα). Δες το ζήτημα ~!, το πήρε αλλιώς (προφ.): παρεξήγησε τα λόγια κάποιου: ~ ~, τσαντίστηκε κι έγινε χαμός. Πλάκα κάνω, ελπίζω να μην το πάρεις ~. Πβ. το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη, στραβά., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, δεν εξηγείται αλλιώς βλ. εξηγώ, δεν μπορώ να κάνω (κι) αλλιώς βλ. μπορώ, έτσι ή αλλιώς(/αλλιώτικα)/είτε έτσι είτε αλλιώς/έτσι (κι) αλλιώς (κι αλλιώτικα) βλ. έτσι, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, κάπως αλλιώς βλ. κάπως, μια έτσι, μια αλλιώς/τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς βλ. έτσι, ο έτσι ο αλλιώς βλ. έτσι [< μεσν. αλλιώς – παλαιότ. ορθογρ. αλλοιώς] | |
| 2275 | αλλιώτικος | , η, ο [ἀλλιώτικος] αλ-λιώ-τι-κος επίθ. 1. που είναι ή φαίνεται διαφορετικός, άλλος: ~η: εμφάνιση/όψη (ΑΝΤ. ίδια, όμοια). 2. παράξενος: ~ος: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~η: στάση (= διαφορετική). ~ο: φέρσιμο. ~α: ρούχα. Πβ. αλλόκοτος, ιδιόρρυθμος, περίεργος. ● επίρρ.: αλλιώτικα (προφ.) 1. διαφορετικά: Συμπεριφέρεται ~ από τα άλλα παιδιά. ~ τα 'χα υπολογίσει. 2. (σπανιότ.) αλλιώς, ειδάλλως. ΣΥΝ. διαφορετικά (2), ειδεμή ● ΦΡ.: έτσι ή αλλιώς(/αλλιώτικα)/είτε έτσι είτε αλλιώς/έτσι (κι) αλλιώς (κι αλλιώτικα) βλ. έτσι [< μεσν. αλλιώτικος – παλαιότ. ορθογρ. αλλοιώτικος] | |
| 2276 | άλλο | [ἄλλο] άλ-λο επίρρ. (με ερώτηση ή άρνηση): επιπλέον, περισσότερο, πια: Θέλεις να κάτσεις κι ~; Μη μιλάτε ~! ● ΦΡ.: δεν πάει άλλο! (προφ.): (για δήλωση αγανάκτησης), η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, δεν αντέχεται πλέον: ~ ~ πια. Ως πότε θα ανέχομαι τα ψέματά σου; Ως εδώ, ~ ~ αυτή η κατάσταση. Πβ. ξεχείλισε το ποτήρι, τέρμα!, ως εδώ και μη παρέκει! ● βλ. άλλος | |
| 2278 | αλλογενής | , ής, ές [ἀλλογενής] αλ-λο-γε-νής επίθ. 1. (επίσ.) που ανήκει σε άλλο γένος ή άλλη φυλή: ~είς: πολίτες. Αλλοδαπός, ομογενής ή ~ που επιθυμεί να πολιτογραφηθεί Έλληνας.|| (ως ουσ.) Δέκα θέσεις θα καλυφθούν από ~είς-αλλοδαπούς. Πβ. αλλοεθνής, αλλόφυλος, ξένος. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. αυτόχθων (1), ομοεθνής, ομόφυλος (1) 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. & αλλογενετικός, ή, ό: που αντλείται από διαφορετικό οργανισμό από αυτόν στον οποίο χορηγείται: ~ή νεφρικά µοσχεύµατα. ΣΥΝ. ετερόλογος ΑΝΤ. αυτόλογος 3. ΓΕΩΛ. (κυρ. για κελύφη, ορυκτά) που σχηματίστηκαν προγενέστερα από το πέτρωμα του οποίου αποτελούν συστατικά: πυριτόλιθοι ~ούς προέλευσης. [< 1,2: μτγν. ἀλλογενής, αγγλ. allogeneous 2: αγγλ. allogeneic 3: γαλλ. allogène, αγγλ. allogenic] | |
| 2279 | αλλόγλωσσος | , η, ο [ἀλλόγλωσσος] αλ-λό-γλωσ-σος επίθ.: που έχει διαφορετική μητρική γλώσσα από εκείνη που μιλιέται στη χώρα όπου ζει συνήθ. ως μετανάστης: μέτρα για την ομαλή ένταξη των ~ων μαθητών στο σχολείο (βλ. διαπολιτισμική εκπαίδευση).|| (ως ουσ.) Επικοινωνία μεταξύ ~ώσσων. ΣΥΝ. ξενόγλωσσος ΑΝΤ. ομόγλωσσος [< αρχ. ἀλλόγλωσσος] | |
| 2280 | αλλοδαπή | [ἀλλοδαπή] αλ-λο-δα-πή ουσ. (θηλ.) (η) (επίσ.): το εξωτερικό, ξένη χώρα: έξοδα μετάβασης/επενδύσεις στην ~. Εργάζεται/διαμένει/σπουδάζει στην ~. Πβ. ξένα. ΑΝΤ. εσωτερικό (2), ημεδαπή [< μτγν. ἀλλοδαπή] | |
| 2281 | αλλοδαπός | , ή, ό [ἀλλοδαπός] αλ-λο-δα-πός επίθ. (επίσ.) 1. που δεν έχει την υπηκοότητα της χώρας στην οποία βρίσκεται: ~ός: εργάτης/φοιτητής. ~ή: μαθήτρια/τουρίστρια. ~ό: προσωπικό. ~ υπήκοος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. ξένος. ΑΝΤ. αυτόχθων (1), ημεδαπός 2. που ανήκει ή αναφέρεται σε ξένο ή προέρχεται από το εξωτερικό: ~ός: πληθυσµός. ~ή: εταιρεία/χώρα. ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: αλλοδαπός, αλλοδαπή (ο/η): πρόσωπο με διαφορετική υπηκοότητα από αυτή της χώρας στην οποία κατοικεί: αλλογενείς/κοινοτικοί/ομογενείς ~οί. Γάμος Έλληνα υπηκόου με ~ή. Άδεια παραμονής/απέλαση ~ού. Γραφείο/Τμήμα (: της Ασφάλειας, το "Αλλοδαπών")/Υπηρεσία ~ών. (ΝΟΜ.) Δίκαιο ~ών. [< αρχ. ἀλλοδαπός] | |
| 2282 | αλλόδοξος | , η, ο [ἀλλόδοξος] αλ-λό-δο-ξος επίθ./ουσ.: ετερόδοξος: (συνήθ. ως ουσ.) Χριστιανοί και ~οι. Πβ. αλλό-θρησκος, -πιστος. Βλ. μισ~. ΑΝΤ. ομόδοξος (1) [< μτγν. ἀλλόδοξος] | |
| 2283 | αλλοεθνής | , ής, ές [ἀλλοεθνής] αλ-λο-ε-θνής επίθ. (επίσ.): που ανήκει σε άλλο έθνος: (συνήθ. ως ουσ.) Διάλογος με ~είς. Πβ. αλλο-δαπός, -γενής, αλλόφυλος, ξένος. Βλ. -εθνής. ΑΝΤ. ομογενής (1), ομοεθνής [< μτγν. ἀλλοεθνής] | |
| 2284 | άλλοθεν | [ἄλλοθεν] άλ-λο-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από αλλού: Υπήρξε έξωθεν και ~ επηρεασμός συνειδήσεων. Ο ... είναι και ~ γνωστός ως ... Βλ. -θεν. [< αρχ. ἄλλοθεν] | |
| 2286 | αλλόθρησκος | , η, ο [ἀλλόθρησκος] αλ-λό-θρη-σκος επίθ.: που έχει διαφορετική θρησκεία: ~οι: κατακτητές. Πβ. αλλό-δοξος, -πιστος.|| (συνήθ. ως ουσ.) Η θρησκευτική ελευθερία των ~ήσκων. Γάμοι (μεταξύ) ~ήσκων. ΑΝΤ. ομόθρησκος | |
| 2287 | αλλοιώνω | [ἀλλοιώνω] αλ-λοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αλλοίω-σα, αλλοιώ-θηκε, -μένος, αλλοιών-οντας} 1. αλλάζω κάτι (ως προς τη μορφή, τη σύσταση, τα χαρακτηριστικά του) προς το χειρότερο, παραμορφώνω: Η μεγάλη επιτυχία δεν ~σε τον χαρακτήρα της (πβ. καταστρέφω). Έχουν ~θεί τα χρώματα (= έχουν ξεθωριάσει) από τον χρόνο. ~μένη: εικόνα/φωνή. ~μένο: σχήμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~μένα: γονίδια/κύτταρα (: που έχουν υποστεί μεταβολή). Πβ. εκφυλίζω. 2. (ειδικότ.) (για οργανική ύλη ή τρόφιμα) προκαλώ αποσύνθεση, αλλάζω τις χημικές ιδιότητες: Η υψηλή θερμοκρασία ~σε τα φρούτα. Τα τρόφιμα ~θηκαν (: άναψαν, ξίνισαν, σάπισαν, χάλασαν) κατά τη μεταφορά/γιατί έμειναν εκτός ψυγείου. ~μένα: προϊόντα. 3. μεταβάλλω κάτι σκόπιμα, διαστρεβλώνω, παραποιώ: ~ την αλήθεια/τα γεγονότα. Οι παρεμβάσεις στο κείμενο ~σαν το περιεχόμενό του. Κατήγγειλε μεθοδεύσεις που ~σαν το εκλογικό αποτέλεσμα. Η φωτογραφία έχει ~θεί ηλεκτρονικά. ~μένη: πληροφορία. ~μένο: αρχείο (= αλλαγμένο). Πβ. διαστρέφω, νοθεύω. 4. ΜΟΥΣ. μεταβάλλω χρωματικά έναν φθόγγο (με δίεση, ύφεση, αναίρεση). [< αρχ. ἀλλοιῶ, γαλλ. altérer] | |
| 2288 | αλλοίωση | [ἀλλοίωση] αλ-λοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή προς το χειρότερο, παραμόρφωση, φθορά: ~ του φυσικού περιβάλλοντος/των χρωμάτων. ~ της γεύσης/οσμής (φρούτου). Κίνδυνος ριζικής ~ης και καταστροφής του οικοσυστήματος.|| (ΙΑΤΡ.) Γενετική/ιστολογική ~. Ανάπτυξη κακοήθους νεοπλασματικής ~ης. ~ώσεις του δέρματος/των κυττάρων (: παθολογική μεταβολή). Πβ. εκφυλισμός. 2. (ειδικότ.) αποσύνθεση οργανικής ύλης ή τροφίμων, μεταβολή της χημικής τους σύστασης: μικροβιακή ~ γιαουρτιού/κρέατος/τυριών (πβ. ξίνισμα, χάλασμα). Η ψύξη αποτρέπει την ~ των τροφών. Βλ. εξ~. 3. σκόπιμη μεταβολή, αλλαγή, διαστρέβλωση: ~ της βαθμολογίας/των δεδομένων/της ιστορίας/του νοήματος φράσης ή κειμένου (πβ. παραφθορά)/του περιεχομένου/στοιχείων (πβ. πλαστογράφηση). Δωροληψία για ~ αποτελέσματος αγώνα. Πβ. νοθεία, παραποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ιστοσελίδας/προγραμμάτων (: ακούσια ή εκούσια καταστροφή). 4. ΜΟΥΣ. χρωματική μεταβολή ενός φθόγγου (με δίεση, ύφεση ή αναίρεση) και το αντίστοιχο σημείο που τη δηλώνει: σημεία ~ης. [< αρχ. ἀλλοίωσις, γαλλ. altération, αγγλ. alteration] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ