| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2276 | άλλο | [ἄλλο] άλ-λο επίρρ. (με ερώτηση ή άρνηση): επιπλέον, περισσότερο, πια: Θέλεις να κάτσεις κι ~; Μη μιλάτε ~! ● ΦΡ.: δεν πάει άλλο! (προφ.): (για δήλωση αγανάκτησης), η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, δεν αντέχεται πλέον: ~ ~ πια. Ως πότε θα ανέχομαι τα ψέματά σου; Ως εδώ, ~ ~ αυτή η κατάσταση. Πβ. ξεχείλισε το ποτήρι, τέρμα!, ως εδώ και μη παρέκει! ● βλ. άλλος | |
| 2278 | αλλογενής | , ής, ές [ἀλλογενής] αλ-λο-γε-νής επίθ. 1. (επίσ.) που ανήκει σε άλλο γένος ή άλλη φυλή: ~είς: πολίτες. Αλλοδαπός, ομογενής ή ~ που επιθυμεί να πολιτογραφηθεί Έλληνας.|| (ως ουσ.) Δέκα θέσεις θα καλυφθούν από ~είς-αλλοδαπούς. Πβ. αλλοεθνής, αλλόφυλος, ξένος. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. αυτόχθων (1), ομοεθνής, ομόφυλος (1) 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. & αλλογενετικός, ή, ό: που αντλείται από διαφορετικό οργανισμό από αυτόν στον οποίο χορηγείται: ~ή νεφρικά µοσχεύµατα. ΣΥΝ. ετερόλογος ΑΝΤ. αυτόλογος 3. ΓΕΩΛ. (κυρ. για κελύφη, ορυκτά) που σχηματίστηκαν προγενέστερα από το πέτρωμα του οποίου αποτελούν συστατικά: πυριτόλιθοι ~ούς προέλευσης. [< 1,2: μτγν. ἀλλογενής, αγγλ. allogeneous 2: αγγλ. allogeneic 3: γαλλ. allogène, αγγλ. allogenic] | |
| 2279 | αλλόγλωσσος | , η, ο [ἀλλόγλωσσος] αλ-λό-γλωσ-σος επίθ.: που έχει διαφορετική μητρική γλώσσα από εκείνη που μιλιέται στη χώρα όπου ζει συνήθ. ως μετανάστης: μέτρα για την ομαλή ένταξη των ~ων μαθητών στο σχολείο (βλ. διαπολιτισμική εκπαίδευση).|| (ως ουσ.) Επικοινωνία μεταξύ ~ώσσων. ΣΥΝ. ξενόγλωσσος ΑΝΤ. ομόγλωσσος [< αρχ. ἀλλόγλωσσος] | |
| 2280 | αλλοδαπή | [ἀλλοδαπή] αλ-λο-δα-πή ουσ. (θηλ.) (η) (επίσ.): το εξωτερικό, ξένη χώρα: έξοδα μετάβασης/επενδύσεις στην ~. Εργάζεται/διαμένει/σπουδάζει στην ~. Πβ. ξένα. ΑΝΤ. εσωτερικό (2), ημεδαπή [< μτγν. ἀλλοδαπή] | |
| 2281 | αλλοδαπός | , ή, ό [ἀλλοδαπός] αλ-λο-δα-πός επίθ. (επίσ.) 1. που δεν έχει την υπηκοότητα της χώρας στην οποία βρίσκεται: ~ός: εργάτης/φοιτητής. ~ή: μαθήτρια/τουρίστρια. ~ό: προσωπικό. ~ υπήκοος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. ξένος. ΑΝΤ. αυτόχθων (1), ημεδαπός 2. που ανήκει ή αναφέρεται σε ξένο ή προέρχεται από το εξωτερικό: ~ός: πληθυσµός. ~ή: εταιρεία/χώρα. ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: αλλοδαπός, αλλοδαπή (ο/η): πρόσωπο με διαφορετική υπηκοότητα από αυτή της χώρας στην οποία κατοικεί: αλλογενείς/κοινοτικοί/ομογενείς ~οί. Γάμος Έλληνα υπηκόου με ~ή. Άδεια παραμονής/απέλαση ~ού. Γραφείο/Τμήμα (: της Ασφάλειας, το "Αλλοδαπών")/Υπηρεσία ~ών. (ΝΟΜ.) Δίκαιο ~ών. [< αρχ. ἀλλοδαπός] | |
| 2282 | αλλόδοξος | , η, ο [ἀλλόδοξος] αλ-λό-δο-ξος επίθ./ουσ.: ετερόδοξος: (συνήθ. ως ουσ.) Χριστιανοί και ~οι. Πβ. αλλό-θρησκος, -πιστος. Βλ. μισ~. ΑΝΤ. ομόδοξος (1) [< μτγν. ἀλλόδοξος] | |
| 2283 | αλλοεθνής | , ής, ές [ἀλλοεθνής] αλ-λο-ε-θνής επίθ. (επίσ.): που ανήκει σε άλλο έθνος: (συνήθ. ως ουσ.) Διάλογος με ~είς. Πβ. αλλο-δαπός, -γενής, αλλόφυλος, ξένος. Βλ. -εθνής. ΑΝΤ. ομογενής (1), ομοεθνής [< μτγν. ἀλλοεθνής] | |
| 2284 | άλλοθεν | [ἄλλοθεν] άλ-λο-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από αλλού: Υπήρξε έξωθεν και ~ επηρεασμός συνειδήσεων. Ο ... είναι και ~ γνωστός ως ... Βλ. -θεν. [< αρχ. ἄλλοθεν] | |
| 2286 | αλλόθρησκος | , η, ο [ἀλλόθρησκος] αλ-λό-θρη-σκος επίθ.: που έχει διαφορετική θρησκεία: ~οι: κατακτητές. Πβ. αλλό-δοξος, -πιστος.|| (συνήθ. ως ουσ.) Η θρησκευτική ελευθερία των ~ήσκων. Γάμοι (μεταξύ) ~ήσκων. ΑΝΤ. ομόθρησκος | |
| 2287 | αλλοιώνω | [ἀλλοιώνω] αλ-λοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αλλοίω-σα, αλλοιώ-θηκε, -μένος, αλλοιών-οντας} 1. αλλάζω κάτι (ως προς τη μορφή, τη σύσταση, τα χαρακτηριστικά του) προς το χειρότερο, παραμορφώνω: Η μεγάλη επιτυχία δεν ~σε τον χαρακτήρα της (πβ. καταστρέφω). Έχουν ~θεί τα χρώματα (= έχουν ξεθωριάσει) από τον χρόνο. ~μένη: εικόνα/φωνή. ~μένο: σχήμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~μένα: γονίδια/κύτταρα (: που έχουν υποστεί μεταβολή). Πβ. εκφυλίζω. 2. (ειδικότ.) (για οργανική ύλη ή τρόφιμα) προκαλώ αποσύνθεση, αλλάζω τις χημικές ιδιότητες: Η υψηλή θερμοκρασία ~σε τα φρούτα. Τα τρόφιμα ~θηκαν (: άναψαν, ξίνισαν, σάπισαν, χάλασαν) κατά τη μεταφορά/γιατί έμειναν εκτός ψυγείου. ~μένα: προϊόντα. 3. μεταβάλλω κάτι σκόπιμα, διαστρεβλώνω, παραποιώ: ~ την αλήθεια/τα γεγονότα. Οι παρεμβάσεις στο κείμενο ~σαν το περιεχόμενό του. Κατήγγειλε μεθοδεύσεις που ~σαν το εκλογικό αποτέλεσμα. Η φωτογραφία έχει ~θεί ηλεκτρονικά. ~μένη: πληροφορία. ~μένο: αρχείο (= αλλαγμένο). Πβ. διαστρέφω, νοθεύω. 4. ΜΟΥΣ. μεταβάλλω χρωματικά έναν φθόγγο (με δίεση, ύφεση, αναίρεση). [< αρχ. ἀλλοιῶ, γαλλ. altérer] | |
| 2288 | αλλοίωση | [ἀλλοίωση] αλ-λοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή προς το χειρότερο, παραμόρφωση, φθορά: ~ του φυσικού περιβάλλοντος/των χρωμάτων. ~ της γεύσης/οσμής (φρούτου). Κίνδυνος ριζικής ~ης και καταστροφής του οικοσυστήματος.|| (ΙΑΤΡ.) Γενετική/ιστολογική ~. Ανάπτυξη κακοήθους νεοπλασματικής ~ης. ~ώσεις του δέρματος/των κυττάρων (: παθολογική μεταβολή). Πβ. εκφυλισμός. 2. (ειδικότ.) αποσύνθεση οργανικής ύλης ή τροφίμων, μεταβολή της χημικής τους σύστασης: μικροβιακή ~ γιαουρτιού/κρέατος/τυριών (πβ. ξίνισμα, χάλασμα). Η ψύξη αποτρέπει την ~ των τροφών. Βλ. εξ~. 3. σκόπιμη μεταβολή, αλλαγή, διαστρέβλωση: ~ της βαθμολογίας/των δεδομένων/της ιστορίας/του νοήματος φράσης ή κειμένου (πβ. παραφθορά)/του περιεχομένου/στοιχείων (πβ. πλαστογράφηση). Δωροληψία για ~ αποτελέσματος αγώνα. Πβ. νοθεία, παραποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ιστοσελίδας/προγραμμάτων (: ακούσια ή εκούσια καταστροφή). 4. ΜΟΥΣ. χρωματική μεταβολή ενός φθόγγου (με δίεση, ύφεση ή αναίρεση) και το αντίστοιχο σημείο που τη δηλώνει: σημεία ~ης. [< αρχ. ἀλλοίωσις, γαλλ. altération, αγγλ. alteration] | |
| 2289 | αλλοιώσιμος | , η, ο [ἀλλοιώσιμος] αλ-λοι-ώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που υπόκειται σε αλλοίωση ή φθορά: Τα ~α προϊόντα πρέπει να έχουν ημερομηνία λήξης. Πβ. φθαρτός. ΑΝΤ. αναλλοίωτος | |
| 2290 | αλλόκοτος | , η, ο [ἀλλόκοτος] αλ-λό-κο-τος επίθ. (λόγ.): παράξενος, ασυνήθιστος, ιδιόρρυθμος: ~ος: ήχος. ~η: εμφάνιση/ιστορία/συμπεριφορά. ~ο: θέαμα/ντύσιμο. Αινιγματικός, αντικοινωνικός και ~. Πβ. αφύσικος, εκκεντρικός, παράδοξος, περίεργος, sui generis. ● επίρρ.: αλλόκοτα [< αρχ. ἀλλόκοτος] | |
| 2291 | αλλόμορφο | [ἀλλόμορφο] αλ-λό-μορ-φο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. καθεμιά από τις ποικιλίες ενός μορφήματος: σύνθετο ~ (βλ. αμάλγαμα). Η ονομαστική πληθυντικού της λέξης πατέρας παρουσιάζει τα ~α -ες κ. -άδες. Βλ. αλλόφωνο. [< γαλλ. allomorphe, αγγλ. allomorph, 1948] | |
| 2292 | αλλοπαθητική | [ἀλλοπαθητική] αλ-λο-πα-θη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος η οποία στηρίζεται στη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων που προκαλούν στον πάσχοντα οργανισμό συμπτώματα αντίθετα από αυτά της ίδιας της ασθένειας· κλασική ιατρική. ΑΝΤ. ομοιοπαθητική [< γερμ. Allopathie, γαλλ. allopathie, αγγλ. allopathy] | |
| 2293 | αλλοπαθητικός | , ή, ό [ἀλλοπαθητικός] αλ-λο-πα-θη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αλλοπαθητική. Βλ. -παθητικός. ΑΝΤ. ομοιοπαθητικός [< γερμ. allopathisch, γαλλ. allopathique, αγγλ. allopathic] | |
| 2294 | αλλοπαρμένος | , η, ο [ἀλλοπαρμένος] αλ-λο-παρ-μέ-νος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που έχει χάσει το μυαλό του, τον αυτοέλεγχό του, που έχει παραφρονήσει: φαντασιόπληκτος κι ~ (πβ. αλαφροΐσκιωτος, νεραϊδοπαρμένος). Έκανε/παραμιλούσε σαν ~η. Ο κόσμος έτρεχε ~ δεξιά κι αριστερά. Πβ. παλαβός, τρελός, τρελαμένος. | |
| 2295 | αλλόπιστος | , η, ο [ἀλλόπιστος] αλ-λό-πι-στος επίθ. (παρωχ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αλλόθρησκος. (ως ουσ.) Επιθέσεις εναντίον ~ίστων. [< μεσν. αλλόπιστος] | |
| 2296 | αλλοπρόσαλλος | , η, ο [ἀλλοπρόσαλλος] αλ-λο-πρό-σαλ-λος επίθ.: απρόβλεπτος, ασυνάρτητος, αντιφατικός: ~ος: καιρός (πβ. άστατος, ευμετάβλητος)/τρόπος. ~η: εποχή/κατάσταση/συμπεριφορά. ~ο: έργο. ● επίρρ.: αλλοπρόσαλλα [< αρχ. ἀλλοπρόσαλλος] | |
| 2297 | άλλος | , η, ο [ἄλλος] άλ-λος αόρ. αντων. {κ. λαϊκό αλλουνού (θηλ. αλληνής), άλλονε (-α) | αλλονών, αλλουνούς} 1. δηλώνει ότι ένα πρόσωπο, ένα πράγμα ή μια έννοια δεν ταυτίζεται με αυτό στο οποίο αντιπαρατίθεται: Κανένας/κάποιος/οποιοσδήποτε ~. Τίποτε ~ο. Διάφοροι ~οι. Αυτός και όλοι οι ~οι. Aυτό ή το ~ο; Αυτά και ~α πολλά. ~ για Θεσσαλονίκη; (: για επιβάτη) ~ εδώ, ~ εκεί. Ποιος ~ θέλει να έρθει; Με τον έναν ή τον ~ο τρόπο. ~ παίζει, ~ κερδίζει. ~ λιγότερο, ~ περισσότερο, θα τη βγάλουμε τη δουλειά. Το είπες στους ~ους; Σχετικά με τα/ως προς τα ~α...|| Το ~ο μισό. Ο ένας θα πάρει αυτό κι ο ~ εκείνο. Όχι αυτό, το ~ο. Ούτε ο ένας ούτε ο ~. Βλ. δεύτερος.|| ~ ένας (= επιπλέον). ~η μια φορά. Για ~ον ένα χρόνο θα μείνουμε εδώ. Δεν έδωσε ~α στοιχεία.|| (αόρ.) ~η μέρα/ώρα. Τι σε νοιάζει τι κάνουν οι ~οι; Να βοηθάς τους ~ους.|| (μειωτ.) Πιστεύεις ό,τι σου λέει ο ~;|| (αντίθ.) Στην ~η άκρη. Γύρισέ το από την ~η μεριά.|| Την ~η (= προηγούμενη) φορά μου άρεσε περισσότερο.|| Τον ~ο (= επόμενο) μήνα.|| Υπάρχει ~η (= ερωμένη). Τώρα βρήκε/τα έχει με ~ον (ενν. σύντροφο). 2. διαφορετικός: ~ος: τρόπος. ~η: άποψη/γνώμη. ~ο: πρόσωπο. Για ~ο λόγο σού τηλεφώνησα. Έγινε ~ άνθρωπος. ~α λέει ο ένας κι ~α ο ~. ~α λέει κι ~α κάνει. ~ο να τ' ακούς και ~ο να το βλέπεις. Σε ~ες εποχές (: στο παρελθόν). Βλ. ίδιος. ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ. ζωή, το άλλο/αντίθετο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: (μια) άλλη φορά: κάποια άλλη στιγμή: Θα σε δω/τα πούμε/συναντηθούμε ~ ~. [< γαλλ. une autre fois] , άλλα αντ' άλλων & (σπανιότ.) άλλα των άλλων & (προφ.) άλλα αντ' άλλα: για άσχετα πράγματα, ασυναρτησίες: Καταλαβαίνει/λέει ~ ~. Πβ. άρες μάρες (κουκουνάρες), ό,τι να 'ναι., άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου (παροιμ.): σε περιπτώσεις πλήρους ασυνεννοησίας., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! & τι είναι πάλι τούτο/αυτό; (επιφων.): ως έκφραση έκπληξης για κάτι απρόσμενο, αναπάντεχο., άλλο το ένα κι άλλο το άλλο: για διαφορετικά πράγματα που δεν πρέπει να συγχέονται: Δεν μπορώ να τα συγκρίνω, ~ ~., άλλοι κι άλλοι: για αόριστη αναφορά σε πολλούς με τους οποίους γίνεται σύγκριση: Δεν ζητάω καμία χάρη, όπως ~ ~ (= τόσοι άλλοι).|| Εδώ κατάφερα άλλα κι άλλα, τώρα θα κολλήσω;, άλλος (κι) αυτός! (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): ούτε και αυτός μιλά ή ενεργεί σωστά: Τον παρέσυρε ο μικρός του αδελφός. ~ ~ πάλι! ΣΥΝ. καλός είναι κι αυτός/και τούτος/του λόγου του!, άλλος τόσος: (εμφατ.) διπλάσιος: ~ ~ δρόμος/κόπος/χρόνος/χώρος. Έχει γίνει ~ ~ (: έχει παχύνει ή ψηλώσει πολύ). Τόσος κι ~ ~., αν μη τι άλλο: τουλάχιστον: Δεν είναι τέλεια η εργασία του, ~ ~ όμως προσπάθησε. ΣΥΝ. ει μη τι άλλο, από ... άλλο τίποτα (προφ.): για κάτι που πλεονάζει: Από ιδέες/προτάσεις ~ ~ (: υπάρχουν ένα σωρό)., από δω παν' κι (οι) άλλοι: ως έκφραση αδιαφορίας για κάτι: Τα μάζεψε, έφυγε κι ~ ~., από την άλλη (πλευρά/μεριά) & από το άλλο μέρος: άλλωστε, εξάλλου: Δεν έχω χρόνο να πάω διακοπές, ~ ~ δεν έχω και χρήματα. [< γαλλ. d'autre part] , από το ένα στο άλλο: για απότομη, συνήθ. μη ομαλή μετάβαση: γρήγορη μετακίνηση ~ ~ (ενν. σημείο). Πηγαίνω/πηδάω ~ ~ (: για αλλαγή θέματος στον λόγο)., η άλλη όψη/πλευρά 1. η αντίθετη πλευρά: ~ ~ του έρωτα/της ζωής/του θέματος/του νομίσματος. 2. η άλλη πλευρά: (για πρόσ.) οι αντίπαλοι: Η ~ ~ είναι αδιάλλακτη. Συνομιλίες με την ~ ~., θα σου πει ο άλλος/σου λέει ο άλλος (προφ.): για αόριστη αναφορά σε μια άλλη πλευρά του θέματος, συνήθ. σε αντιπαρατιθέμενη άποψη: Εσύ μπορεί να το λες, αλλά ~ ~: "και 'γω γιατί να το πιστέψω"; Δεν με άφησαν να μιλήσω και μετά σου λέει ~ ελευθερία του λόγου., κατά τα άλλα: ως προς τα υπόλοιπα: ~ ~ καλά. Έκανα μερικές διορθώσεις σε ένα ~ ~ πολύ καλό κείμενο.|| (ειρων.) Σκάσαμε σήμερα· ~ ~ είπαν ότι θα έπεφτε η θερμοκρασία (= είναι που είπαν ότι...)!, μεταξύ (των) άλλων & εκτός των άλλων & συν τοις άλλοις & ανάμεσα/κοντά/μέσα στα άλλα: επιπλέον, επιπρόσθετα: Είχα επαγγελματικά προβλήματα και ~ ~ αρρώστησα. ~ ~ συζητήθηκε το θέμα της μείωσης του ωραρίου. [< γερμ. unter anderem] , ο ένας κι ο άλλος: ο καθένας, ο οποιοσδήποτε: Μην ακούς τι σου λέει ~ ~. [< γαλλ. l' un et l' autre] , ο ένας με τον άλλο: (ανα)μεταξύ τους: Γνωρίζονται/επικοινωνούν/μοιάζουν ~ ~. Ζουν πολύ κοντά ~ ~., ο ένας του άλλου/(σ)τον άλλο(ν): για δήλωση αμοιβαιότητας: Όλοι έχουμε την ανάγκη ~ ~. Tα ρίχνουν ~ στον άλλον. Αγαπάει/καταλαβαίνει/κατηγορεί/μισεί ~ τον άλλον (πβ. αλληλο-)., τίποτ' άλλο/άλλο τίποτα; 1. (ειρων.) για σχολιασμό ή μετριασμό της υπερβολής στις δηλώσεις κάποιου: - Φέρε μου τον καφέ μου, την εφημερίδα και τις παντόφλες. - ~ ~; 2. ως ερώτηση σε πελάτη κυρ. καταστήματος, εστιατορίου: (Δεν θέλετε) τίποτε άλλο;, το κάτι άλλο!: (προφ., ως έκφραση ενθουσιασμού) απίθανος, καταπληκτικός, φανταστικός: Το χθεσινό πάρτι ήταν/το γαλακτομπούρεκό του είναι ~ ~!, (είναι) άλλο καπέλο βλ. καπέλο, (μου) έρχεται μία η άλλη βλ. ένας, μία/μια, ένα, (το) δίχως άλλο/χωρίς άλλο βλ. δίχως, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας βλ. μάτι, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, άλλο που δεν θέλει/δεν ήθελε! βλ. θέλω, άλλο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, άλλο πράγμα ... κι άλλο (πράγμα) βλ. πράγμα, άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος (έχει) τη χάρη βλ. χάρη, άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, από άλλο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο, βάζω κάτι/κάποιον πάνω από κάτι/κάποιον άλλο βλ. βάζω, γίνομαι άλλος άνθρωπος βλ. άνθρωπος, δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, κάθε άλλο βλ. κάθε, και άλλα βλ. και, και σε/εις άλλα με υγεία βλ. υγεία, και τίποτ' άλλο βλ. τίποτα, και τούτο και το άλλο βλ. τούτος, μας τα 'παν κι άλλοι βλ. λέω, με άλλα λόγια βλ. λόγια, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι, με άλλο(ν) αέρα βλ. αέρας, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο βλ. τρόπος, μη το ένα μη το άλλο βλ. μη & μην, μια έτσι, μια αλλιώς/τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς βλ. έτσι, ο ένας μετά τον άλλο βλ. ένας, μία/μια, ένα, όχι άλλο κάρβουνο! βλ. κάρβουνο, πάμε γι' άλλα βλ. πηγαίνω & πάω, πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον βλ. παίρνω, πλην άλλων βλ. πλην, στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος βλ. κύμα, στον άλλο κόσμο βλ. κόσμος, τη μια στιγμή ... (και) την άλλη ... βλ. στιγμή, τη μία/μια ... την άλλη βλ. ένας, μία/μια, ένα, το άλλο εγώ βλ. εγώ, το άλλο μου μισό βλ. μισός, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός ● βλ. άλλο [< αρχ. ἄλλος, αγγλ. other, γαλλ. autre, γερμ. ander] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ