| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31711 | μνημούρι | μνη-μού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): τάφος, μνήμα. Βλ. -ούρι. [< μεσν. μνημούρι] | |
| 31712 | μνήμων | , ων, ον μνή-μων επίθ. {μνήμ-ονος, -ονα | -ονες, συνήθ. στο αρσ. κ. θηλ.} (+ γεν.) (αρχαιοπρ.): που θυμάται, διατηρεί στη μνήμη του κάποιον ή κάτι: ~ονες της ιστορίας/παράδοσης. ΑΝΤ. αμνήμων, επιλήσμων [< αρχ. μνήμων] | |
| 31713 | μνησικακία | μνη-σι-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μνησίκακου· διάθεση, επιθυμία εκδίκησης. Πβ. εκδικητικότητα. ΑΝΤ. αμνησικακία, ανεξικακία, συγχωρητικότητα [< μτγν. μνησικακία] | |
| 3776 | μνησίκακος | , η, ο [ἀνεξίκακος] α-νε-ξί-κα-κος επίθ. (λόγ.): που δεν κρατά κακία. Βλ. ανεκτικός, μακρόθυμος, υπομονετικός. ΣΥΝ. αμνησίκακος ΑΝΤ. εκδικητικός (2), μνησίκακος [< μτγν. ἀνεξίκακος] | |
| 31714 | μνησίκακος | , η, ο μνη-σί-κα-κος επίθ. (λόγ.): που δεν συγχωρεί το κακό που του έγινε, που χαρακτηρίζεται από εκδικητικότητα: ~ος: άνθρωπος. ~ και μισαλλόδοξος.|| ~η: στάση. ΣΥΝ. εκδικητικός (2) ΑΝΤ. αμνησίκακος, ανεξίκακος ● επίρρ.: μνησίκακα [< αρχ. μνησίκακος] | |
| 31715 | μνησικακώ | [μνησικακῶ] μνη-σι-κα-κώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): νιώθω μνησικακία. ΣΥΝ. κρατώ κακία σε κάποιον [< αρχ. μνησικακῶ] | |
| 31716 | μνηστεία | μνη-στεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συνήθ. σε νομικά κείμενα) αρραβώνας και ο χρόνος κατά τον οποίο το ζευγάρι είναι αρραβωνιασμένο: διάλυση ~ας. ~ και γάμος. [< μτγν. μνηστεία]Α | |
| 31717 | μνηστεύω | μνη-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {μνήστευ-σα, -θηκε κ. -τηκε, -μένος} (λόγ.-κυρ. παλαιότ.): αρραβωνιάζω. ● Παθ.: μνηστεύομαι: δίνω αμοιβαία υπόσχεση γάμου, αρραβωνιάζομαι. Πβ. λογοδίνομαι. [< αρχ. μνηστεύω] | |
| 31718 | μνηστήρας, μνηστή | μνη-στή-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (λόγ.-παλαιότ.) αρραβωνιαστικός, αρραβωνιαστικιά. 2. {μόνο στο αρσ.} (μτφ.) πρόσωπο που αξιώνει, διεκδικεί συνήθ. θέση, αξίωμα: επίδοξος/υποψήφιος ~. Παρουσιάστηκε κι άλλος ~ για τον ρόλο. Πληθαίνουν οι ~ες για μια θέση στο ... Οι ~ες της εξουσίας. Πβ. δελφίνος, διεκδικητής.|| (ΜΥΘ.) Οι ~ες της Πηνελόπης. [< αρχ. μνηστήρ, μτγν. μνηστή] | |
| 31730 | ΜΟ.ΔΙ.Π. | (η): Μονάδα Διασφάλισης της Ποιότητας. Βλ. Α.ΔΙ.Π. | |
| 31719 | μοβ | επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το χρώμα της βιολέτας, του μενεξέ, ανάμεσα στο κόκκινο και το μπλε: ~ λουλούδια.|| (ως ουσ.) ~ ροζ (πβ. φούξια). Ανοιχτό/σκούρο ~ (ενν. χρώμα). (στον πληθ.) Σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). Πβ. βιολετί, ιώδες, μελιτζανί, μενεξεδί, λιλά, σικλαμέν. Βλ. μέδουσα. ● Υποκ.: μοβάκι (το) [< γαλλ. mauve – παλαιότ. ορθογρ. μωβ] | |
| 31720 | μοβόρος | , α, ο βλ. αιμοβόρος | |
| 31721 | μογγολικός | , ή, ό μογ-γο-λι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη Μογγολία ή/και τους Μογγόλους: ~ή: φυλή.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ές: γλώσσες (: κλάδος των αλταϊκών γλωσσών). 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τον μογγολισμό. [< 2: γαλλ. mongolien, 1925] | |
| 31722 | μογγολισμός | μογ-γο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.) 1. ΙΑΤΡ. σύνδρομο ντάουν. Πβ. μογγολοειδής ιδιωτεία. Βλ. -ισμός. 2. (σπάν.-μτφ.) ηλιθιότητα, βλακεία. [< γαλλ. mongolisme, 1923] | |
| 31723 | μογγολοειδής | , ής, ές μογ-γο-λο-ει-δής επίθ.: που μοιάζει με Μογγόλο, που τον θυμίζει: ~ή: χαρακτηριστικά.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: προσωπείο. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: μογγολοειδής ιδιωτεία (παλαιότ.): ΙΑΤΡ. σύνδρομο ντάουν, μογγολισμός., μογγολοειδής φυλή: στην οποία ανήκουν πληθυσμοί της Ανατολικής, Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ασίας, οι Εσκιμώοι και ενδεχομένως οι Ινδιάνοι, που έχουν υποκίτρινο ως καστανό χρώμα δέρματος· η κίτρινη φυλή. [< γαλλ. mongoloïde, 1938] | |
| 31724 | μόγγολος | , ο μόγ-γο-λος επίθ./ουσ. {μόνο στο αρσ. κ. ουδ.} (προφ.-επιτατ.): χαζός, ηλίθιος, βλάκας. | |
| 31725 | Μογγόλος, Μογγόλα | Μογ-γό-λος επίθ./ουσ. 1. πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Μογγολία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη μογγολική υπηκοότητα. 2. {με πεζό μ, συνήθ. στο αρσ.} (προφ.) πρόσωπο που πάσχει από μογγολισμό· κατ' επέκτ. ηλίθιος, βλάκας. ● Υποκ.: μογγολάκι (το): στη σημ. 2. [< γαλλ. Mongol(e)] | |
| 31726 | ΜΟΔ | (το): Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. | |
| 31727 | μόδα | μό-δα ουσ. (θηλ.): οι κυρίαρχες τάσεις κυρ. στον χώρο της ένδυσης και γενικότ. στον τρόπο εμφάνισης, συμπεριφοράς και σκέψης ενός κοινωνικού συνόλου σε δεδομένη χρονική περίοδο: αντρική/γυναικεία/διεθνής/εφήμερη/καινούργια/νέα/παιδική/παλιά/φετινή ~. Ακολουθώ τη ~. (Κάτι) γίνεται ~. Έρχεται/ξαναγύρισε/πέρασε η ~ του ... Είναι (πολύ) της ~ας/εκτός ~ας φέτος τα έντονα χρώματα. Βρίσκεται στη ~ (= είναι ιν). (Κάτι) δεν είναι στη ~ (πβ. ντεμοντέ, πασέ). Αξεσουάρ/είδη (= νεωτερισμοί)/έκθεση/οδηγός/οίκος/περιοδικό/σχεδιαστές ~ας. Η βιομηχανία/ο κόσμος της ~ας. Η ~ του καλοκαιριού/χειμώνα. Τι επιτάσσει/προστάζει η ~; Λάνσαρε τη ~ του σκισμένου τζιν. Πβ. συρμός. ● ΣΥΜΠΛ.: επίδειξη μόδας: (συνήθ. στην υψηλή ραπτική) παρουσίαση από μανεκέν της κολεξιόν ενός σχεδιαστή, οίκου, καταστήματος ή εταιρείας για την επόμενη σεζόν. [< γαλλ. défilé de mode] , υψηλή ραπτική βλ. ραπτική ● ΦΡ.: η τελευταία λέξη της μόδας: οι πιο πρόσφατες επιταγές, τάσεις της μόδας: Ακολουθεί την/ντύνεται με την ~ ~. O οικοτουρισμός είναι ~ ~ στις προηγμένες χώρες. [< γαλλ. mode, ιταλ. moda] | |
| 31728 | μοδάτος | , η, ο [μοδᾶτος] μο-δά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που είναι στη μόδα, που ακολουθεί τη μόδα: ~ο: μαγαζί/στέκι/στιλ. ~α: παπούτσια/ρούχα/σχέδια/χρώματα. Πβ. τρέντι. Βλ. -άτος. ● επίρρ.: μοδάτα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ