| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31729 | μόδι | μό-δι ουσ. (ουδ.) {μοδ-ιού} & μόδιο ΜΕΤΡΟΛ. 1. (παλαιότ.) μονάδα μέτρησης χωρητικότητας δημητριακών και ξηρών καρπών, που ισοδυναμεί με 8,75 λίτρα. Βλ. μπούσελ. 2. ΙΣΤ. μονάδα μέτρησης μήκους στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα. [< μεσν. μόδιον, λατ. modius] | |
| 31731 | μοδίστρα | μο-δί-στρα ουσ. (θηλ.): γυναίκα που έχει ως επάγγελμα το ράψιμο ή την επιδιόρθωση ρούχων, ράφτρα. Βλ. κεντήστρα. ● Υποκ.: μοδιστρούλα (η) & μοδιστράκι (το) (παλαιότ.): νεαρή ή μαθητευόμενη μοδίστρα. [< γαλλ. modiste] | |
| 31732 | μοδιστράδικο | μο-δι-στρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): χώρος εργασίας της μοδίστρας. Πβ. ραφτάδικο. Βλ. -άδικο. | |
| 31733 | μοδιστρική | μο-δι-στρι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη και η δουλειά της μοδίστρας: είδη ~ής. ΣΥΝ. ραπτική [< γαλλ. couture] | |
| 31734 | μόδιστρος | μό-δι-στρος ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας σχεδιαστής ενδυμάτων υψηλής ραπτικής: διάσημος ~. Δημιουργίες/κολεξιόν/τουαλέτες μεγάλων ~ων. ΣΥΝ. μοντελίστ [< γαλλ. couturier] | |
| 31735 | μοιάζω | μοιά-ζω ρ. (αμτβ.) {έμοια-σα, μοιάζ-οντας} & (λόγ.) ομοιάζω 1. έχω κοινά ή παρόμοια χαρακτηριστικά με κάποιον: ~ της μητέρας μου/με τον αδερφό μου/στη γιαγιά μου στο πρόσωπο/στον χαρακτήρα. Σε ποιον ~ει/τίνος ~σε το μωρό; Τα δύο παιδιά ~ουν μεταξύ τους/το ένα στο άλλο! ~ουν σαν δίδυμοι/τόσο πολύ που δεν τους ξεχωρίζεις (: είναι απόλυτα όμοιοι). Δεν σου ~ει καθόλου. (προφ.) Σε τίποτα δεν μου ~σες.|| Το τετράδιό μου ~ει λίγο με το δικό σου (πβ. ψιλο~). ΑΝΤ. διαφέρω 2. φαίνομαι, δημιουργώ την εντύπωση: Σου ~ για ηλίθιος, ώστε να μην καταλαβαίνω ότι λες ψέματα; ~ει να είναι πολύ μορφωμένος άνθρωπος.|| (απρόσ.) ~ει να χαλάει ο καιρός (πβ. δείχνει). (προφ.) -Κάτι του έχει συμβεί και έχει χαθεί τόσο καιρό. -Έτσι ~ει. ● ΦΡ.: (μοιάζουν) σαν δυο σταγόνες νερό βλ. σταγόνα, δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο [< μεσν. μοιάζω 1: γαλλ. ressembler, 2: sembler, αγγλ. seem] | |
| 31736 | μοϊκάνα | μο-ϊ-κά-να ουσ. (θηλ.): τύπος κουρέματος, σύμφωνα με τον οποίο όλο το κεφάλι είναι ξυρισμένο, εκτός από μια στενή λωρίδα μαλλιών, συχνά στερεωμένη με τζελ, που φτάνει από τον αυχένα ως το μέτωπο. Βλ. πανκ. [< αγγλ. Mohican, 1960] | |
| 31737 | Μοϊκανός | Μο-ϊ-κα-νός ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ο τελευταίος των Μοϊκανών (μτφ.): ο μόνος που έχει απομείνει να υποστηρίζει κάτι. [< αμερικ. the last of the Mohicans] | |
| 31738 | μοίρα | [μοῖρα] μοί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ανώτερη ή υπερφυσική δύναμη που θεωρείται ότι έχει προδιαγράψει και καθορίσει το μέλλον κάθε ανθρώπου και συνεκδ. αυτό που έχει ορίσει για τον καθένα: άδικη/ανθρώπινη/βαριά/κακή/καλή/μαύρη/προδιαγεγραμμένη/σκληρή/τραγική ~. Δέσμιος/έρμαιο/θύμα/χτυπήματα της ~ας. Ακολουθώ/δέχομαι/δημιουργώ/διαμορφώνω τη ~ μου. Υπομένει αδιαμαρτύρητα/καρτερικά/στωικά τη ~ του. Υποτάχθηκε στη ~ του. Είναι (γραμμένο/γραφτό) στη ~ /της ~ας να ... (: συνήθ. για κάτι κακό). Η ~ αποφάσισε/το θέλησε να ... Λέω τη ~ (: προβλέπω το μέλλον). Ποιος ξέρει τι επιφυλάσσει η ~! Πβ. τυχερό.|| (ΜΥΘ.) Οι τρεις ~ες.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ ενός έθνους/ενός έργου (: εξέλιξη, τύχη). ΣΥΝ. ειμαρμένη, πεπρωμένο 2. ΣΤΡΑΤ. ομάδα οχημάτων, αρμάτων, πυροβόλων, πλοίων ή αεροσκαφών που έχει οργανωθεί σε ένοπλη δύναμη και η ονομασία της μονάδας όπου βρίσκεται: αεροπορική/ελληνική/ναυτική/πολεμική ~. ~ αναχαίτισης/πυροβολικού. ~ ΓΕΑ/Μεταφορών/Ναυτικής Συνεργασίας/Παντός Καιρού. Παρουσιάζομαι στη ~. 3. ΝΟΜ. κληρονομικό μερίδιο: ίση ~. 4. ΑΝΑΤ. τμήμα οργάνου του σώματος που διαφοροποιείται (ανατομικά ή/και λειτουργικά) από τα υπόλοιπα μέρη του οργάνου αυτού: αυχενική/ενδοκρινής/εξωκρινής/θωρακική/οσφυϊκή/προστατική ~. Άνω/κάτω ~. Μυελώδης/φλοιώδης ~ επινεφριδίων. ~ της ουρήθρας. 5. ΓΕΩΜ. μονάδα μέτρησης των γωνιών και των τόξων του κύκλου, ίση με το 1/360 της περιφέρειάς του (σύμβ. ° ): ~ γεωγραφικού μήκους/πλάτους. Η ορθή γωνία έχει ενενήντα ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: νόμιμη μοίρα: ΝΟΜ. κληρονομικό μερίδιο που δικαιούται o νόμιμος κληρονόμος ανεξάρτητα από την επιθυμία του κληρονομούμενου, ίσο με το μισό της εξ αδιαθέτου διαδοχής, όταν δεν υπάρχει διαθήκη: ~ ~ ανιόντων/γονέων/κατιόντων/τέκνων. ● ΦΡ.: κλαίω τη μοίρα μου (προφ.): αντιμετωπίζω μοιρολατρικά, και συνήθ. με παράπονα, μια δυσάρεστη κατάσταση: Αντί να κάθεσαι (με σταυρωμένα τα χέρια) και να κλαις ~ σου, κοίτα να βρεις μια λύση! Πβ. μεμψιμοιρώ., παιχνίδι της μοίρας (μτφ.): για τα απρόβλεπτα που αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων: Ένα παράξενο/περίεργο ~ ~ τούς έφερε ξανά κοντά.|| Η μοίρα τούς έπαιξε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι., σε ανώτερη/ήσσονα/ίδια/ίση/καλύτερη/κατώτερη/χειρότερη μοίρα (με κάποιον/κάτι): σε περιπτώσεις σύγκρισης της θέσης ή της κατάστασης προσώπου ή πράγματος με κάποιο(ν) άλλο: Βρίσκομαι/είμαι ~ ~., σε δεύτερη μοίρα: για κάτι που θεωρείται λιγότερο σημαντικό, σε σχέση με κάτι άλλο: Βάζω (κάποιον/κάτι) ~ ~. Έχει αφοσιωθεί στη δουλειά του κι άφησε την οικογένειά του/προσωπική του ζωή ~ ~., το έχει/το 'χει η μοίρα μου: για κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο, που μου συμβαίνει συνεχώς: ~ ~ να μου πηγαίνουν όλα ανάποδα., (κάνω) στροφή 180 μοιρών βλ. στροφή, ακολουθεί τη μοίρα/την τύχη κάποιου βλ. ακολουθώ, αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, δεν έχει στον ήλιο μοίρα βλ. ήλιος, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου βλ. άξιος, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, όπου φτωχός κι η μοίρα του βλ. φτωχός, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία [< 1,3: αρχ. μοῖρα 2: μτγν. ~, γαλλ. escadron 5: γαλλ. degré] | |
| 31739 | μοιράδι | μοι-ρά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μερίδιο, μερτικό. [< μεσν. μοιράδι] | |
| 31740 | μοιράζω | μοι-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μοίρα-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, μοιράζ-οντας, -όμενος} 1. χωρίζω, διαιρώ κάτι σε ίσα συνήθ. μέρη: ~ (ακριβο)δίκαια/σε μερίδες/στη μέση/στα τρία. ~σαν τα κέρδη/την περιουσία/το ποσό. Ο γυμναστής ~σε τους μαθητές σε τέσσερις ομάδες.|| (μτφ.) ~ τον χρόνο μου ανάμεσα σε δύο πόλεις. Οι πιθανότητες για νίκη είναι ~σμένες (: μισές για κάθε ομάδα). ~ομαι/είμαι ~σμένος (= διχασμένος) ανάμεσα σε δύο επιλογές. 2. διανέμω: ~ δώρα/παιχνίδια στα παιδιά. ~σαν είδη πρώτης ανάγκης/κουβέρτες/τρόφιμα στους σεισμόπληκτους. ~ δωρεάν εισιτήρια/τα θέματα στους υποψηφίους. Το πολιτικό κόμμα ~σε έντυπα και προκηρύξεις. ~στηκαν (ενημερωτικά) φυλλάδια στους πολίτες. Ο ιερέας ~σε το αντίδωρο. Πβ. δια~. 3. (συνήθ. ειρων.) σκορπίζω, δίνω με αφθονία: ~ει διαταγές/ελπίδες/υποσχέσεις/φιλιά/χρήματα (στους φτωχούς). Μοίραζε αυτόγραφα από δω κι από κει/δεξιά κι αριστερά. Το νέο τυχερό παιχνίδι ~ει εκατομμύρια! ● Παθ.: μοιράζομαι 1. παίρνω μερίδιο, χρησιμοποιώ ή συμμετέχω σε κάτι μαζί με κάποιον: Το βραβείο/τον έπαινο ~στηκαν οι ισοβαθμήσαντες. Οι παίκτες ~στηκαν μεγάλο πριμ για τη νίκη τους. ~ονται το (ίδιο) αυτοκίνητο/δωμάτιο/κρεβάτι (: κοιμούνται μαζί)/σπίτι. Με τη σύζυγό μου ~όμαστε τις δουλειές του σπιτιού. ~στήκαμε τα έξοδα του ταξιδιού. ~σμένες: ευθύνες. 2. εκμυστηρεύομαι, εμπιστεύομαι ή γενικότ. βιώνω κάτι, συνήθ. συναίσθημα, μαζί με κάποιον, συμμερίζομαι: ~ τις ανησυχίες/τη λύπη/ένα μυστικό/τους προβληματισμούς/τις σκέψεις/τη χαρά μου. Θέλω να ~στώ μαζί σου ένα ευτυχές νέο! ● ΦΡ.: δεν έχω τίποτα να μοιράσω μαζί σου/με κάποιον/δεν έχουμε τίποτα να μοιράσουμε: δεν υπάρχει καμία διαφορά ή κανένας λόγος για διαφωνία, προστριβή., μοιράζω τη διαφορά (σπάν.-προφ.): βρίσκω τη μέση λύση σε διαφωνία, διένεξη., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος, μοιράζω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. χαρτί, μοιράζω το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη βλ. λύπη, μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά βλ. χαρά [< μεσν. μοιράζω] | |
| 31741 | μοιραίος | , α, ο [μοιραῖος] μοι-ραί-ος επίθ. 1. καταστροφικός, ολέθριος ή θανάσιμος: ~ος: έρωτας/συνδυασμός αλκοόλ και ναρκωτικών. ~α: απόφαση/βλάβη/βουτιά/διαδρομή/κίνηση/νύχτα/πράξη/πτήση/σύγκρουση/σχέση/ώρα. ~ο: ατύχημα/λάθος/πάθος/περιστατικό/πλήγμα/σφάλμα/τέλος (= θάνατος). ~ες: επιπτώσεις/συνέπειες. Το δυστύχημα/χτύπημα απέβη/αποδείχτηκε ~ο. Στάθηκε ~ παίκτης, καθώς αστόχησε σε εκτέλεση πέναλτι. 2. προκαθορισμένος από τη μοίρα ή αναπόφευκτος: ~α: εξέλιξη/κατάληξη/πορεία/στιγμή/σύμπτωση. ~ο: αποτέλεσμα. Ήταν ~ο να βρεθούν/γνωριστούν/συναντηθούν/χωρίσουν. Πβ. αναπόδραστος, τελειωτικός. 3. γοητευτικός, σαγηνευτικός: ~α: έλξη. ~ο: βλέμμα. ● Ουσ.: μοιραίο (το): ο θάνατος και γενικότ. κάθε δυσάρεστο ή αναπόφευκτο γεγονός: Ο τραυματίας δεν απέφυγε το/υπέκυψε στο ~ (= πέθανε). Έγινε/επήλθε/συνέβη το ~. Πβ. τέλος. ● επίρρ.: μοιραία & (λόγ.) -ως ● ΣΥΜΠΛ.: μοιραία γυναίκα βλ. γυναίκα [< μτγν. μοιραῖος, γαλλ. fatal] | |
| 31742 | μοίραρχος | μοί-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. διοικητής αεροπορικής μοίρας. Βλ. -αρχος. 2. (παλαιότ.) αξιωματικός της Χωροφυλακής· αντιστοιχεί στον αστυνόμο Β' της σημερινής Ελληνικής Αστυνομίας. Βλ. ανθυπο~. | |
| 31743 | μοιρασιά | μοι-ρα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χωρισμός ενός όλου σε επιμέρους τμήματα, μερίδια: άδικη/άνιση/δίκαιη/ίση/τίμια ~. ~ των αγαθών/των κερδών/του πλούτου. Η ώρα της ~ιάς. Δεν τα βρήκαν/συμφώνησαν στη ~. Δεν συμμετέχει στη ~. Τον έριξαν στη ~.|| (μτφ.) Το τραπέζι της ~ιάς. Έμειναν έξω από το παιχνίδι της ~ιάς. ΣΥΝ. μοίρασμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: μοίρασμα/μοιρασιά της πίτας βλ. πίτα [< μεσν. μοιρασία] | |
| 31744 | μοίρασμα | μοί-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {μοιράσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μοιρασιά: ~ της εξουσίας/της εργασίας/της λείας/της περιουσίας/του πλούτου/των πόρων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/σύνδεσης στο ίντερνετ (: κοινή χρήση από πολλούς χρήστες)/χρόνου. 2. διανομή: ~ δώρων/έντυπου υλικού/προκηρύξεων/φυλλαδίων. ~ της τράπουλας/των χαρτιών (βλ. μοιράζω).|| ~ ρόλων. 3. (μτφ.) βίωση, συμμετοχή, ανάληψη από κοινού: ~ εμπειριών/συναισθημάτων. ~ των ευθυνών/των υποχρεώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: μοίρασμα/μοιρασιά της πίτας βλ. πίτα [< μεσν. μοίρασμα, αγγλ. sharing] | |
| 31745 | μοιρογνωμόνιο | μοι-ρο-γνω-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {μοιρογνωμονί-ου}: ΓΕΩΜ. γεωμετρικό όργανο για τη μέτρηση των γωνιών σε μοίρες: ημικυκλικό/στρογγυλό ~. Χάρακας και ~. [< μτγν. μοιρογνωμόνιον 'δείκτης σε διόπτρα', γαλλ. rapporteur] | |
| 31746 | μοιρολάτρης | μοι-ρο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μοιρολάτρισσα}: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από μοιρολατρία: ~ και απαισιόδοξος. Βλ. -λάτρης. ΣΥΝ. φαταλιστής [< γαλλ. fataliste] | |
| 31747 | μοιρολατρία | μοι-ρο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): η πεποίθηση ότι τα πάντα είναι προκαθορισμένα από τη μοίρα και η αντίστοιχη παθητική στάση ζωής: κλίμα ~ας. Μην αντιμετωπίζεις το θέμα με ~. Βλ. -λατρία. ΣΥΝ. φαταλισμός [< γαλλ. fatalisme] | |
| 31748 | μοιρολατρικός | , ή, ό μοι-ρο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μοιρολάτρη ή τη μοιρολατρία: ~ός: τρόπος σκέψης. ~ή: αντιμετώπιση (της ζωής)/αποδοχή/άποψη/διάθεση/στάση. ΣΥΝ. φαταλιστικός ● επίρρ.: μοιρολατρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. fataliste] | |
| 31749 | μοιρολογίστρα | μοι-ρο-λο-γί-στρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μοιρολογήτρα 1. (παλαιότ.-λαϊκό) γυναίκα που θρηνεί νεκρούς με μοιρολόγια (συχνά αυτοσχέδια). 2. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που θρηνεί, συνήθ. υποκριτικά, ή προβλέπει συμφορές: οι ~ες της δημοσιογραφίας. Πβ. Κασσάνδρα. [< μεσν. μοιρολογίστρια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ