| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31750 | μοιρολογώ | [μοιρολογῶ] μοι-ρο-λο-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μοιρολογ-είς ... | μοιρολόγ-ησα, σπάν. -είται, -ήθηκε, -ώντας} & μοιρολογάω 1. (παλαιότ.-λαϊκό) θρηνώ άνθρωπο που πέθανε με μοιρολόι. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) παραπονιέμαι, εκφράζω τον πόνο μου, συνήθ. κλαίγοντας ή με ενοχλητικό τρόπο: ~ούν την τύχη τους. ~ούσε για την άθλια οικονομική του κατάσταση/για το μεγάλο κακό που τη βρήκε. Πβ. μεμψιμοιρώ. Βλ. -λογώ. [< μτγν. μοιρολογῶ] | |
| 31751 | μοιρολόι | μοι-ρο-λό-ι ουσ. (ουδ.) {μοιρολογ-ιού} & μοιρολόγι 1. ΛΑΟΓΡ. θρηνητικό τραγούδι που λέγεται για νεκρό, ιδ. κατά την κηδεία του: ηπειρώτικο/μανιάτικο ~. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) παράπονο, κλάψα για κακοτυχία: Σταμάτα πια το ~ και κάνε κάτι! Πβ. μεμψιμοιρία. Βλ. -λόι. [< μεσν. μοιρολόγι(ο)ν] | |
| 31752 | μοιχεία | μοι-χεί-α ουσ. (θηλ.): συζυγική απιστία: αποποινικοποίηση της ~ας. Πβ. κλεψιγαμία. [< αρχ. μοιχεία] | |
| 31753 | μοιχεύω | μοι-χεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μοίχευ-σε, -σει} (λόγ.): διαπράττω μοιχεία. Πβ. απατώ, απιστώ, κερατώνω. [< αρχ. μοιχεύω] | |
| 31754 | μοιχός, μοιχαλίδα | μοι-χός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που διαπράττει μοιχεία, που απατά τη/τον σύζυγό του/της. [< αρχ. μοιχός, μτγν. μοιχαλίς] | |
| 31755 | μόκα | μό-κα ουσ. (θηλ.): ποικιλία αραβικού καφέ και κυρ. αρωματικό παρασκεύασμα που φτιάχνεται από αυτόν, συνήθ. μαζί με κακάο ή σοκολάτα: παγωτό/πάστα ~. Παγωμένο ρόφημα ~. Γλυκό ~ με κομμάτια μπισκότο. [< ιταλ. moca] | |
| 31756 | μοκασίνι | μο-κα-σί-νι ουσ. (ουδ.) {μοκασίνια}: ίσιο ή χαμηλό παπούτσι από μαλακό δέρμα χωρίς κορδόνια. Βλ. γόβα. [< ιταλ. mocassino] | |
| 31757 | μοκατσίνο | μο-κα-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: καπουτσίνο που παρασκευάζεται από μείγμα καφέ και σοκολάτας: ζεστός/παγωμένος ~. [< αμερικ. mochaccino, περ. 1980 < mocha + (capu)ccino, ιταλ. mocaccino, 1999] | |
| 31758 | μοκέτα | μο-κέ-τα ουσ. (θηλ.): είδος μονόχρωμου συνήθ. χαλιού με βελουτέ υφή που πουλιέται με το μέτρο και χρησιμοποιείται για πλήρη κάλυψη δαπέδου: καθαρισμός/πατάκια ~ας. Εκκλησιαστικές/μάλλινες/οικολογικές/συνθετικές ~ες. Τα δωμάτια είναι στρωμένα με ~. Βλ. -έτα. [< ιταλ. mocchetta < γαλλ.moquette] | |
| 31759 | μόκο | μό-κο επιφών. (λαϊκό): σκασμός: ~ από δω και πέρα. Κι εσύ ~, ε! Ούτε κιχ! Ξηγηθήκαμε; ● ΦΡ.: κάνω μόκο: σωπαίνω, δεν βγάζω τσιμουδιά: Κάνε ~ και κάτσε στ' αβγά σου. ΣΥΝ. κάνω τουμπεκί (ψιλοκομμένο) [< ιταλ. moco] | |
| 31760 | μολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΧΗΜ. 1. (σύμβ. mol) ποσότητα ύλης που περιλαμβάνει τόσα άτομα, μόρια, ιόντα ή άλλες στοιχειώδεις μονάδες, όσα είναι τα άτομα που περιέχονται σε 0.012 χιλιόγραμμα του άνθρακα 12. 2. ΜΕΤΡΟΛ. (κατ' επέκτ.) η μάζα σε γραμμάρια της ποσότητας αυτής σε μία ουσία, αριθμητικά ίση με το μοριακό της βάρος. Πβ. γραμμομόριο. [< γαλλ. mole, 1903] | |
| 31761 | μόλα | μό-λα επιφών. (λαϊκό): (ναυτικό παράγγελμα) αμόλα, άφησε, λύσε: ~ κάβο/σκοινί. ● ΦΡ.: έγια μόλα, έγια λέσα: έκφραση που εκφωνείται ρυθμικά για να συντονίζει την κωπηλασία ή άλλες ομαδικές προσπάθειες. [< μεσν. μόλα < προστ. mola, βεν. molar, βλ. αμολώ] | |
| 31762 | μολαταύτα | [μολαταῦτα] μο-λα-ταύ-τα σύνδ. αντιθ. (λόγ.): όμως, ωστόσο, παρ' όλα αυτά: Έχει σημειώσει πρόοδο, ~ πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειές της. ΣΥΝ. εντούτοις [< φρ. μ΄ όλα ταύτα] | |
| 31763 | μολδαβικός | , ή, ό μολ-δα-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Μολδαβία ή/και τους Μολδαβούς. | |
| 31764 | μόλις | μό-λις επίρρ. 1. πριν από λίγο, πριν από ελάχιστο χρόνο: ~ βγήκα/γύρισα/επέστρεψα/έφευγα/ξεκίνησα/τηλεφώνησα. ~ έφυγε το πλοίο/πέρασε το λεωφορείο. ~ σε σκεφτόμουν! ~ προ ολίγου/τώρα ξύπνησα. 2. πολύ δύσκολα, με κόπο ή ελάχιστα: ~ ακούγομαι/ανάσαινε/αντέχω/προλαβαίνω/συγκρατιέμαι (να μην ...). ~ που τα βγάζω πέρα. ΣΥΝ. ίσα ίσα (1) 3. (εμφατ.) για κάποιον ή κάτι πρόσφατο ή λιγότερο, μικρότερο από το συνηθισμένο, από το μέτρο: Πέθανε ~ σαράντα ετών. Μένω ~ πέντε βήματα πιο πέρα. Βρίσκεται σε απόσταση δέκα ~ λεπτών. Μου χάλασε μια συσκευή ~ λίγων μηνών. 4. (σύνδ., εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση) για κάτι που συμβαίνει ταυτόχρονα ή αμέσως μετά από αυτό που δηλώνει η πρόταση εξάρτησης: ~ σχολάσεις, έλα αμέσως σπίτι. Πες μου ~ αρχίσει η ταινία. ~ έμαθε τα ευχάριστα νέα, με αγκάλιασε. Η βροχή σταμάτησε ακριβώς ~ μπήκα στο αυτοκίνητο. Πβ. αφού, όταν. ● ΦΡ.: (μόλις και) μετά βίας βλ. βία, τώρα δα/μόλις βλ. τώρα [< αρχ. μόλις] | |
| 31765 | μόλο που | μό-λο που σύνδ. αντιθ. (προφ.): αν και, παρόλο που: ~ το κύριο έργο της απευθύνεται σε παιδιά, έχει γράψει και διηγήματα για μεγάλους. ΣΥΝ. μολονότι [< φρ. μ΄ όλο που] | |
| 31766 | μολογώ | & μολογάω βλ. ομολογώ | |
| 31767 | μολονότι | μο-λο-νό-τι σύνδ.: αν και, παρόλο που: ~ διάβασε αρκετά, δεν έγραψε καλά στις εξετάσεις. Πβ. μόλο που. ΣΥΝ. ενώ (1), παρότι [< φρ. με όλον ότι] | |
| 31768 | μολοντούτο | [μολοντοῦτο] μο-λο-ντού-το σύνδ. αντιθ. (παλαιότ.): μολαταύτα, ωστόσο. [< φρ. μ΄ όλον τούτο] | |
| 31769 | μόλος | μό-λος ουσ. (αρσ.) 1. προβλήτα για προστασία της ακτής από τα κύματα, καθώς και για το δέσιμο και τη φορτοεκφόρτωση των πλοίων: προσήνεμος/υπήνεμος ~. Βλ. κυματοθραύστης. ΣΥΝ. λιμενοβραχίονας, μουράγιο 2. (συνεκδ.) λιμάνι. [< μεσν. μόλος < ιταλ. molo] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ